Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας του Γέροντα Παϊσίου, πού έγινε το έτος 1992,στό κελί του "Παναγούδα" στο Άγιο "Όρος.

Ο πεινασμένος οδοιπόρος. Η Μονή των Ιβήρων Αγιου Ορος

Φωτογραφία: Ο πεινασμένος οδοιπόρος.
Η Μονή των Ιβήρων είναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αυτό 
αποδίδεται και στο ακόλουθο περιστατικό:Ένας φτωχός εργάτης, κουρασμένος από τον δρόμο, έφθασε το μεσημέρι πεινασμένος στην πύλη της μονής. Ζήτησε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, γιατί βιαζόταν να συνεχίσει την πορεία του. Ο πορτάρης, άγνωστο γιατί, δεν του έδωσε, οπότε ο φτωχός αναστέναξε βαθιά κι έφυγε νηστικός. Ανεβαίνοντας προς τις Καρυές, σταμάτησε για λίγο στη σκιά ενός δέντρου. Λυπημένος και κουρασμένος καθώς ήταν, ξάπλωσε καταγής. Ξαφνικό ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ανασηκώνεται και βλέπει κοντά του μια γυναίκα μ’ ένα βρέφος στην αγκαλιά. Με ύφος συμπαθητικό και φωνή γλυκεία τον ερωτά: – Τι έχεις; Μήπως είσαι άρρωστος; –Όχι, απάντησε εκείνος, αλλά πεινώ. Παρακάλεσα τον θυρωρό της μονής Ιβήρων να μου δώσει ψωμί, αλλά δεν μου έδωσε. – Άκου, παιδί μου. Δεν πρέπει να παραπονείσαι για τον θυρωρό. Θυρωρός της μονής αυτής είμαι εγώ. Να επιστρέψεις αμέσως και να ζητήσεις ψωμί εκ μέρους μου. Κι αν δεν σου δώσουν, πλήρωσέ το μ’ αυτά τα χρήματα. Σε περιμένω εδώ. Λέγοντας αυτά έδωσε στον εργάτη τρία φλουριά. Εκείνος, ανύποπτος για όσα έβλεπε και άκουγε, ξεκίνησε για το μοναστήρι. Χτύπησε την πύλη και κρατώντας επιδεικτικά τα χρήματα ζήτησε και πάλι από τον θυρωρό ψωμί, χωρίς να παραλείψει ν’ αναφέρει τη συνομιλία με τη γυναίκα. Όταν άκουσε ο μοναχός για γυναίκα και είδε τα σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ότι πρόκειται για θαύμα. Χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και άκουσαν με θαυμασμό το παράδοξο γεγονός. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι τα νομίσματα εκείνα ήταν αφιερωμένα πριν από πολλά χρόνια στη θαυματουργή εικόνα. Βλέποντας όμως η Παναγία την ανάγκη του φτωχού, τα παρέλαβε και του τα έδωσε με μητρική ευσπλαχνία. Οι μοναχοί με φόβο και ευλάβεια τα επανέφεραν στην αγία εικόνα της Πορταϊτισσας, η οποία με το θαύμα αυτό τους δίδαξε τη μεγάλη αρετή της φιλοξενίας.

(Έκδοση I.Μονής Παρακλήτου)Ο πεινασμένος οδοιπόρος.
Η Μονή των Ιβήρων είναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αυτό
αποδίδεται και στο ακόλουθο περιστατικό:Ένας φτωχός εργάτης, κουρασμένος από τον δρόμο, έφθασε το μεσημέρι πεινασμένος στην πύλη της μονής. Ζήτησε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, γιατί βιαζόταν να συνεχίσει την πορεία του. Ο πορτάρης, άγνωστο γιατί, δεν του έδωσε, οπότε ο φτωχός αναστέναξε βαθιά κι έφυγε νηστικός. Ανεβαίνοντας προς τις Καρυές, σταμάτησε για λίγο στη σκιά ενός δέντρου. Λυπημένος και κουρασμένος καθώς ήταν, ξάπλωσε καταγής. Ξαφνικό ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ανασηκώνεται και βλέπει κοντά του μια γυναίκα μ’ ένα βρέφος στην αγκαλιά. Με ύφος συμπαθητικό και φωνή γλυκεία τον ερωτά: – Τι έχεις; Μήπως είσαι άρρωστος; –Όχι, απάντησε εκείνος, αλλά πεινώ. Παρακάλεσα τον θυρωρό της μονής Ιβήρων να μου δώσει ψωμί, αλλά δεν μου έδωσε. – Άκου, παιδί μου. Δεν πρέπει να παραπονείσαι για τον θυρωρό. Θυρωρός της μονής αυτής είμαι εγώ. Να επιστρέψεις αμέσως και να ζητήσεις ψωμί εκ μέρους μου. Κι αν δεν σου δώσουν, πλήρωσέ το μ’ αυτά τα χρήματα. Σε περιμένω εδώ. Λέγοντας αυτά έδωσε στον εργάτη τρία φλουριά. Εκείνος, ανύποπτος για όσα έβλεπε και άκουγε, ξεκίνησε για το μοναστήρι. Χτύπησε την πύλη και κρατώντας επιδεικτικά τα χρήματα ζήτησε και πάλι από τον θυρωρό ψωμί, χωρίς να παραλείψει ν’ αναφέρει τη συνομιλία με τη γυναίκα. Όταν άκουσε ο μοναχός για γυναίκα και είδε τα σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ότι πρόκειται για θαύμα. Χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και άκουσαν με θαυμασμό το παράδοξο γεγονός. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι τα νομίσματα εκείνα ήταν αφιερωμένα πριν από πολλά χρόνια στη θαυματουργή εικόνα. Βλέποντας όμως η Παναγία την ανάγκη του φτωχού, τα παρέλαβε και του τα έδωσε με μητρική ευσπλαχνία. Οι μοναχοί με φόβο και ευλάβεια τα επανέφεραν στην αγία εικόνα της Πορταϊτισσας, η οποία με το θαύμα αυτό τους δίδαξε τη μεγάλη αρετή της φιλοξενίας.

(Έκδοση I.Μονής Παρακλήτου)
 ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ  30  ΙΟΥΛ  2012

Ή λύπη γιά τά σφάλματα μας Γερ Παισιος

Μάθετε τα παιδιά να ζητούν τη βοήθεια του Θεού

Μερικές φορές φταίνε και οι γονείς... (συνέχεια)


…Τα παιδιά δεν ζητούν απ’ τους μεγάλους τελειότητα. Ποτέ. Δε ζητούν να ‘μαστε αλάνθαστοι ή αναμάρτητοι. Ξέρουν τα παιδιά κάθε φορά που κάνουμε τους αναμάρτητους , υποκρινόμαστε. Ξέρουν τα παιδιά πως όταν κάνουμε τους καλούς, λέμε ψέμματα και κοροϊδεύουμε «εαυτούς και αλλήλους». Δε ζητάνε τελειότητα. Ζητάνε όμως ειλικρίνεια˙ μια γνησιότητα ήθους , ένα τίμιο φέρσιμο ˙ ένα  σεβασμό πρώτα στον εαυτό μας και μετά σ’ αυτά τα ίδια. Ζητάνε μια εργασία πνευματική, να νιώσουνε πως έχουμε εργαστεί μες στην ψυχή μας κι έχουμε πάρει σοβαρά το τι θα πει ζωή, κόσμος, Εκκλησία. Κοιτούν να δουν αν έχουμε μια αρτιμελή προσωπικότητα. Κι όταν βλέπουν διχασμένη προσωπικότητα και ψεύτικη τη συμπεριφορά  μας, όταν έρχονται σε επαφή με την υποκρισία  μας, δεν αντέχουν . Δεν τα τρομάζει  απλώς μια αμαρτία μας, αλλά το διαρκές θέατρο που παίζουμε εκουσίως. Τους αμαρτωλούς, τους σέβονται τα παιδιά. Γκρεμίζονται όμως μέσα τους τα πάντα, με την υποκρισία μας κυρίως.
Μου είπε ένα παιδί κάποτε: «χαίρομαι που έχω αυτόν τον πατέρα, τον συγκεκριμένο δικό μου πατέρα. Τα πάμε πολύ καλά  με τον πατέρα μου. Με νιώθει˙ με καταλαβαίνει ˙ μου συμπαραστέκεται˙ με σέβεται. Με τιμά και με βοηθά. Χαίρομαι για τον πατέρα μου». Είναι πολύ δύσκολο να πει ένα παιδί κάτι τέτοιο. Το δικό σου το παιδί μπορεί να πει για σένα, «Χαίρομαι που έχω αυτόν τον πατέρα. Χαίρομαι που έχω αυτή την μητέρα» και να εννοεί εσένα;…
… Δεν εννοώ να μας συνδέουν τα πάθη μας. Ακόμα κι αυτή η περίεργη σχέση, όμως, μπορεί  να κρύβει μια γνησιότητα και μια ζύμωση, που ίσως κάποτε οδηγήσει σε καλύτερο αποτέλεσμα. Τώρα, όμως, αναφέρομαι στους ανθρώπους που ζουν μέσα στην Εκκλησία και θέλουν να ‘χουν μια ωραία σχέση με τα παιδιά τους. Να εμπνέεις το παιδί σου ώστε να σε θεωρεί φίλο του, αλλά μ’ έναν σεβασμό και μια ιερότητα. Μια φιλία που θα βγάζει οικειότητα αλλά και σεβασμό. Και ξεκάθαρα όρια. Ένας συνδυασμός και μια ισορροπία ανάμεσα στο, «τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα», που λέει ο απόστολος Παύλος, αλλά και στο άλλο σημείο που λέει ότι στον καθένα αρμόζει μια «τιμή», ανάλογα τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Να γίνεις τα πάντα για το παιδί σου, να κατεβείς στο επίπεδό του, ναι. Να μιλήσεις έτσι που να καταλάβει ότι το νιώθεις, ναι. Αλλά όχι να ισοπεδωθείς και να μείνεις χαμηλά μαζί του, χωρίς να προκαλέσεις μια έμπνευση αλλαγής. Καρπός γνήσιας οικειότητας και φιλίας είναι το να έχεις να κομίσεις και να προσφέρεις στο παιδί σου  το όραμα μιας άλλης ζωής. Να έχεις να δώσεις στο παιδί σου νόημα και σκοπό ζωής˙ κάτι διαφορετικό από αυτό που βρίσκει μόνο του, στην ανωριμότητά του. Ώστε να κάνει βήματα μπροστά, να προκόψει, να εξελιχτεί, να μεγαλώσει. Να νιώσει ότι ,«ο πατέρας μου και η μάνα μου κατεβαίνουν στο επίπεδό μου, αλλά μετά με τινάζουν σε ένα ύψος που με κάνει πιο πλούσιο άνθρωπο. Μου δείχνουν έναν ορίζοντα που δεν είχα σκεφτεί˙ με βγάζουν απ’ τον παιδικό κόσμο της ανεμελιάς και της αφέλειας και με βοηθούν να ωριμάσω πνευματικά. Μέσα απ’ τη σχέση και το ήθος τους γνωρίζω τον Χριστό. Με κάνουν να γνωρίσω την αγάπη, την Εκκλησία. Την καθαρότητα την αθωότητα, την αλήθεια, την ομορφιά της ζωής». Γονιός, λοιπόν, θα πει, πως όχι απλώς κατεβαίνω στο επίπεδο του παιδιού μου κι ασχολούμαι με τα παιχνίδια του, παίζω ό,τι παίζει το παιδί, μιλάω όπως μιλάει το παιδί, ασχολούμαι με αθλητικά  όπως το παιδί μου. Καλά όλα αυτά˙ μα είναι μόνο το πρώτο βήμα. Να κατέβεις στο επίπεδό του. Μετά όμως τι έχεις να του δώσεις. Τι έχεις να του αντιπροτείνεις σε σχέση μ’ αυτά που του προτείνει η κοινωνία του θεάματος και της κατανάλωσης; Πού έχεις να του στρέψεις το ενδιαφέρον; Έχεις περιεχόμενο, ώστε να του δώσεις; Ζεις κάτι ποιοτικό εσύ, ώστε να προτείνεις και στο παιδί κάτι που θα πλουτίσει τη ζωή του; Αυτή την ομορφιά που ζεις εσύ μέσα σου;  Αν το ζεις, θα προδοθείς. Αν το ζεις, θα βγει˙ θα φανεί˙ θα το δει το παιδί σου και θα χαρεί. Και θα νιώσει πως παίρνει από σένα κάτι σπουδαίο, που δεν του δίνουν αλλού.
Λέει ο πατήρ Παϊσιος πως «όταν ωριμάσουν τα πεπόνια, ακόμα κι αν δεν τα βλέπεις πού ακριβώς είναι μέσα στο χωράφι, προδίδονται από τη μυρωδιά τους. Τα άγουρα, όσο κι αν τα πατάς κι αν τα πιέζεις, ίσα που μυρίζουν λίγο. Το ώριμο, ευωδιάζει και προδίδεται μόνο του». Κι εσύ , όταν έχεις μια ποιότητα ζωής, θα βοηθήσεις το παιδί σου μ’ έναν τρόπο πολύ ουσιαστικό.
Λέει ο Απόστολος Παύλος, «οἱ πατέρες, μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν ». Και όταν λέει «πατέρες» , εννοεί οι γονείς γενικότερα, όχι μόνο οι πατέρες , αλλά και οι μητέρες. «Μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν ». Και διάβασα σ’ ένα βιβλίο ακριβώς αυτό : ότι ένα βασικό  πρόβλημα των παιδιών είναι αυτή η οργή με τους γονείς τους. Θυμώνουν με τους γονείς. Γιατί ο τρόπος που τα  προσεγγίζουν οι γονείς, προκαλεί οργή…

(συνεχίζεται)

Από το βιβλίο : «Αγάπη για πάντα
Αθέατα Περάσματα 2»
π. Ανδρέας Κονάνος
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΑΛΑΞΑ
Η ΘΑΛΑΣΣΟΚΡΑΤΟΥΣΑ

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Ο Γέροντας Παϊσιος και η Αγία Ευφημία

Οι κανόνες του Καλού Αγώνα


«Σαράντα χριστιανοί στρατιώτες συνελήφθησαν (το 320 μ.Χ. ) και αφού τους αφήρεσαν τα ρούχα, τους έριξαν γυμνούς στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας. Οι δήμιοι που τους φρουρούσαν είχαν ανάψει φωτιά και ζέσταιναν νερό. Ένας από τους Σαράντα λιποψύχησε και έτρεξε να ζεσταθεί στη φωτιά και το ζεστό νερό. Όταν όμως πλησίασε στη φωτιά, η θερμότητα τον θανάτωσε.
Ένας φρουρός τότε, είδε στον ουρανό ένα φως που σκέπαζε τους Μάρτυρες ˙ και τα κεφάλια τους να είναι στεφανωμένα με ολόλαμπρα στέμματα. Εκτός από το κεφάλι του στρατιώτη που είχε λιποψυχήσει… Όταν λοιπόν ο φρουρός είδε το όραμα, έτρεξε και έπεσε στην παγωμένη λίμνη , και πέθανε μαζί με τους άλλους Μάρτυρες… ( Συναξάρι 9 Μαρτίου ) .


Στον αγώνα της πίστης, όπως και στον πόλεμο ισχύουν οι ίδιοι κανόνες.
Ένας πρώτος κανόνας είναι η μη στροφή προς τα πίσω. Ο στρατιώτης που μάχεται πρέπει να προχωρεί πάντα προς τα εμπρός, να μη στρέφει τα μάτια του πίσω. Όταν προχωρεί μπροστά, έχει περισσότερες πιθανότητες να ζήσει. Η σκέψη ή , πολύ χειρότερα, η στροφή προς τα πίσω σημαίνει θάνατο.
Ο δεύτερος Κανόνας είναι ο μη χωρισμός από τους άλλους. Ο στρατιώτης που αγωνίζεται πρέπει να μένει πάντοτε κοντά και μαζί με τους άλλους. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή χωρισμός από τους άλλους έχει σοβαρές συνέπειες.
Ο τρίτος Κανόνας είναι ότι η λιποταξία ισοδυναμεί με προδοσία.
Ο τέταρτος Κανόνας είναι ότι ο τραυματισμός ή ο θάνατος στο πεδίο της μάχης είναι δόξα και τιμή , για τον στρατιώτη. Γι’ αυτό και ο χώρος της μάχης λέγεται «πεδίον της τιμής».
Μη γυρίζεις πίσω! Η νοσταλγία γοητεύει και αιχμαλωτίζει την ψυχή. Η στροφή προς τα πίσω σκοτώνει. Η γυναίκα του Λωτ, όταν στράφηκε προς τα πίσω, να δει τα Σόδομα και τα Γόμορρα , έγινε «στήλη άλατος» ( Γεν. ιθ΄26 ) και έμεινε εκεί για πάντα! Ο ένας που χωρίζεται από τους πολλούς αποπροσανατολίζεται , περιπλανάται και τελικά χάνεται ή σκοτώνεται. Όσοι χάνουν την πίστη τους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά άνθρωποι που εγκατέλειψαν τη σύναξη της Εκκλησίας, που τράβηξαν μόνοι τους τον δρόμο της ζωής… Η λιποταξία, η εγκατάλειψη του αγώνα είναι το χειρότερο. Το ρίψιμο των όπλων και η φυγή από το πεδίο της μάχης είναι λύση δειλίας και ντροπής. Η άρνηση του αγώνα. Η άρνηση του Αρχηγού. Είναι προτιμότερο να μην αρχίσει κανείς τον αγώνα παρά να τον εγκαταλείψει.
Μη χωρίζεσαι από τους πολλούς. Η απομόνωση εγκυμονεί κινδύνους. Το πρόβατο που χωρίζεται από το κοπάδι, πέφτει στα δόντια των λύκων. Το μέλος της Εκκλησίας που χωρίζεται από το σώμα του Χριστού απομονώνεται, ξηραίνεται και τελικά καίεται, όπως είπε ο Χριστός (Ιω. ιε΄6 ) .

Από το βιβλίο: «+ Μητροπολίτου Αχελώου
ΕΥΘΥΜΙΟΥ (Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ)
ΟΙ ΑΕΤΟΙ
Ορθόδοξο Θεολογικό Αγιολόγιο»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας· και την ελευθερία μας την οφείλουμε στους ήρωες της Πατρίδας μας

. Έχουμε ξεπεράσει το όριο της ανοχής του Θεού.Γερ Παισιος

Γέροντα, τι θέλει ο Θεός και τι θέλουν οι άνθρωποι από τον ιερέα;

Γέροντα, τι θέλει ο Θεός και τι θέλουν οι άνθρωποι από τον ιερέα;

- Το τι θέ
λει ο Θεός είναι πολύ μεγάλο· άφησέ το. Τώρα το τι θέλουν οι άνθρωποι. Παλιά οι ιερείς έκαναν άσκηση, είχαν αρετή, ήταν άγιοι, και οι άνθρωποι τους ευλαβούνταν. Σήμερα οι άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα από τον ιερέα· να είναι αφιλοχρήματος και να έχη αγάπη. Όταν οι άνθρωποι βρουν αυτά σε έναν ιερέα, τον θεωρούν άγιο και τρέχουν στην Εκκλησία· και αφού τρέχουν στην Εκκλησία, σώζονται. Μετά συγκαταβαίνει ο Θεός και σώζει και τον ιερέα. Ο ιερεύς πάντως πρέπει να έχη μεγάλη καθαρότητα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α΄ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ


ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ  30  ΙΟΥΛ  2012

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Απορώ, πως μερικοί δίνουν τόση σημασία στην ανθρώπινη δόξα και όχι στην δόξα του Θεού που μας περιμένει,Γερ Παισιος

«Όσο κανείς γκρινιάζει,τόσο ρημάζει...»Γέροντας Παίσιος

Τα δύο κυπαρίσσια

Η ηγουμένη της Ι. Μονής του Χρυσοβαλάντου στην Κωνσταντινούπολη, οσία Ειρήνη (Θ΄αιών), καλλιέργησε εξαιρετικά την προσευχή. Πολλές φορές αφοσιωνόταν σ'αυτήν ολοκληρα εκοσιτετράωρα! Τα υψωμένα προς τον ουρανό οσιακά της χέρια πάθαιναν αγκύλωση και μιά μοναχή ανελάμβανε να τα επαναφέρει στη θέση τους.

Συχνά έβγαινε τις νύχτες στην αυλή της μονής και αγρυπνούσε με πολλή κατάνυξη. Έβλεπε τα άστρα, την ομορφιά και το μεγαλείο του ουρανού , και χαιρόταν και δόξαζε τον πάσοφο Δημιουργό.

Μια νύχτα βγήκε αθόρυβα στην ίδια αυλή κάποια μοναχή και αντίκρυσε ένα εξαίσιο θέαμα: Η γερόντισσα της προσευχόταν και τα πόδια της δεν άγγιζαν στο έδαφος. Βρισκόταν μετέωρη στον αέρα δυο πήχες πάνω απο το έδαφος! Δύο πανύψηλα κυπαρήσσια έκλιναν τις κορυφές τους μέχρι τη γη μπροστά στην αγία και παρέμειναν στη θέση αυτή, έως ότου τελείωσε την προσευχή της! Τότε τα πλησίασε, άγγιξε τις κορυφές τους και τα ευλόγησε σταυροειδώς.Μετά απ'αυτό επέστρεψαν στη φυσική τους θέση.

Η αδελφή νόμισε πως έβλεπε φάντασμα και  άρχισε να τρέμει. Επειδή όμως το θεάμα διήρκεσε αρκετή ώρα , έτρεξε στο κελλί της ηγουμένης και βρίσκοτας το άδειο κατάλαβε ότι είχε στ' αλήθεια πρακολουθήσει ένα θαυμαστό γεγονός!

Και τότε μεν δεν αποκάλυψε τίποτε. Μια άλλη όμως νύχτα η οσία Ειρήνη έδεσε στις χαμηλωμένες κορυφές των κυπαρισσιών δύομαντήλια. Την επόμενη μέρα οι αδελφές τα επεσήμαναν και απορούσαν. Ρωτούσαν η μια την άλλη , ποιος και πότε και με τι τρόπο μπόρεσε ν'ανεβεί τόσο ψηλά και να δέσει εκεί τα μαντήλια. Τότε η αδελφή ,που είχε δει το θαυμαστό θεαμα, έδωσε τη σωστή ερμηνεία. Οι άλλες αδελφές συγκινήθηκαν μεχρι δακρύων. Η οσία όμως , όταν το πληροφορήθηκε έδωσε την εντολη να παύσουν να διηγούνται το θαύμα.

(Συναξαριστής Ζ΄)

Για να υπομείνης τον άλλον , πρέπει να τον αγαπήσης

Για να υπομείνης τον άλλον , πρέπει να τον αγαπήσης

- Γέροντα, πώς αποκτιέται η υπομονή;
- Η υπομονή έχει βάση την αγάπη. «Η αγάπη πάντα υπομένει», λέει ο Απόστολος. Για να υπομείνης τον άλλον, πρέπει να τον αγαπήσης, να τον πονέσης. Αν δεν τον πονέσης, τον βαριέσαι.

- Γέροντα, να μιλήσω για μια δυσκολία που αντιμετωπίζω ή να σιωπήσω;

- Αν δεν μιλήσης για την δυσκολία σου από αγάπη, για να μη δυσκολέψης τους άλλους, θα διατηρήσης την ειρήνη μέσα σου. Αυτή η δυσκολία θα φέρη την ευλογία του Θεού. Καλύτερα να δυσκολευθής εσύ, παρά να δυσκολευθή ο άλλος εξαιτίας σου. Μια φορά επέστρεψα αργά στο Kελλί από την Λιτανεία της Μονής Κουτλουμουσίου.
Ήμουν κατακουρασμένος και πονούσα πολύ, γιατί τότε είχα πρόβλημα με την μέση μου . Βρήκα απ’ έξω να ,με περιμένη ένα γεροντάκι ογδόντα πέντε χρονών που ήθελε να μείνη το βράδυ στο Κελλί. Είχε αφήσει και την βαλίτσα του πιο κάτω, γιατί δεν μπορούσε να την σηκώση. Αφού του εξήγησα ότι δεν μπορούσε να διανυκτερεύση σε μένα , φορτώθηκα στον ώμο μου την βαλίτσα του και τον πήγα στο ξενοδοχείο, μισή ώρα ανήφορο∙ του έδωσα και πεντακόσιες δραχμές για τα έξοδά του. Έκανα λίγη υπομονή και μετά ήμουν αναπαυμένος , γιατί αναπαύθηκε ο άλλος.

- Γέροντα, όταν η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι είναι ζορισμένη, την λυπάμαι και την κάνω υπομονή∙ αυτό έχει μέσα αγάπη;

- Και πού ξέρεις αν δεν είσαι εσύ η αιτία που είναι η άλλη ζορισμένη και σε κάνει εκείνη υπομονή; Αν νομίζης ότι εσύ είσαι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και την κάνης υπομονή, τότε πρέπει να λυπάσαι τον εαυτό σου.
Όταν υπάρχη πραγματική αγάπη και υπομονή, δικαιολογεί κανείς τον άλλον, και μόνον τον εαυτό του κατηγορεί. «Θεέ μου, είμαι ένοχος, λέει, μη με υπολογίζης εμένα∙ πέταξέ με στην άκρη και βοήθησε τον άλλον». Αυτή είναι η σωστή τοποθέτηση, η οποία έχει και πολλή ταπείνωση, και τότε δέχεται ο άνθρωπος πλούσια την Χάρη του Θεού. Θα εύχωμαι να γίνης «σκύμνος» πνευματικός, σαν τα μπρούντζινα λεονταράκια που με την πλάτη στηρίζουν τα μανουάλια της εκκλησίας και ούτε ταράσσονται ούτε ακούνε ούτε μιλάνε, αλλά σηκώνουν βάρος στην πλάτη τους. Αμήν.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ


ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΗΣ  29 ΙΟΥΛ  2012 

" Στο Θεό πήγατε;τον ρωτάω.Πόσο μακρυά είναι ο Θεός; " " Ο Θεός, μου λέει,είναι πολύ μακρυά ". " Εμείς όμως,του λέω,μ΄'ενα παξιμάδι πάμε στον Θεό !" .-Γερ Παισιος

Να προσεύχεστε γι' αυτόν μυστικά και η προσευχή θα τον βοηθάειΓέροντας Πορφύριος».

Φωτογραφία: Γέροντας Πορφύριος

«'Οταν έρθει να κατοικήσει σε όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες. Τότε φεύγει και η αμαρτία».

Ο Γέροντας συμβούλευε τα πνευματικά του τέκνα να προσεύχονται για τους άλλους, ακολουθώντας το δικό του παράδειγμα: «Ξέρετε, αισθάνομαι ότι με τις προσευχές μου σας βοηθώ πολύ». «'Οταν προσεύχεστε για κάποιον άνθρωπο που τον επηρεάζει ο διάβολος με τα αμαρτωλά πάθη, μην του το λέτε, γιατί θα το μάθει ο διάβολος και θα ξεσηκώσει αντίσταση στην ψυχή του και η προσευχή σας δεν θα φέρει κανένα αποτέλεσμα. Να προσεύχεστε γι' αυτόν μυστικά και η προσευχή θα τον βοηθάει».Γέροντας Πορφύριος

«'Οταν έρθει να κατοικήσει σε όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες. Τότε φεύγει και η αμαρτία».


Ο Γέροντας συμβούλευε τα πνευματικά του τέκνα να προσεύ
χονται για τους άλλους, ακολουθώντας το δικό του παράδειγμα: «Ξέρετε, αισθάνομαι ότι με τις προσευχές μου σας βοηθώ πολύ». «'Οταν προσεύχεστε για κάποιον άνθρωπο που τον επηρεάζει ο διάβολος με τα αμαρτωλά πάθη, μην του το λέτε, γιατί θα το μάθει ο διάβολος και θα ξεσηκώσει αντίσταση στην ψυχή του και η προσευχή σας δεν θα φέρει κανένα αποτέλεσμα. Να προσεύχεστε γι' αυτόν μυστικά και η προσευχή θα τον βοηθάει».
 
ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   29 ΙΟΥΛ 2012

"Ξέρεις η Παναγία εδώ στο Άγιο Όρος περνάει απ’ όλα τα μοναστήρια και τα κελιά. Πέρασε κι από δω, είδε δυο παλαβούς και κούνησε το καντήλι της, για να μας δώσει σημείο ότι πέρασε". Αυτά μου είπε ο γέροντας γελώντας.»

Φωτογραφία: Ακούγοντας τον πονεμένο άνθρωπο, ο γέροντας Παΐσιος φρόντιζε να  βοηθάει χιλιάδες ανθρώπους – κληρικούς, μοναχούς, λαϊκούς  με την αγάπη και την αγιότητα του που γλύκαινε κάθε του λόγο. Οι εντυπώσεις και οι συγκινήσεις χιλιάδων ανθρώπων που γνώρισαν τον γέροντα είναι άπειρες και δε θα αρκούσαν λίγες σελίδες να χωρέσουν οι εξιστορήσεις τους. Παρ’ όλα αυτά ας μου επιτραπεί να παραθέσω μια ενδιαφέρουσα διήγηση από ένα γέροντα της δικής μας εποχής, που είχε τη μεγάλη ευλογία να γνωρίσει τον π. Παΐσιο. Διηγείται λοιπόν ο ιερομόναχος αυτός για την επίσκεψη της Παναγίας: 

    «Το 1977 πήγα στο κελί του Γέροντα και έμεινα αρκετές μέρες. Έτυχε να είναι και η γιορτή του Τιμίου Σταυρού. Την παραμονή ο Γέροντας μου είπε ότι θα κάνουμε αγρυπνία. Από τις 4 το απόγευμα αρχίσαμε τον εσπερινό λέγοντας την ευχή με τον κομποσχοίνι. Στις 6 με φώναξε και ήπιαμε ένα τσάι και αμέσως μετά ο καθένας στο κελί του προσευχότανε πάλι με το κομποσχοίνι. Στις 12 θα διαβάζαμε το μεσονυκτικό και την ακολουθία της Μεταλήψεως. Το βράδυ καθώς προσευχόμουν, άκουγα τον γέροντα, που κι εκείνος προσευχόταν, να πηγαίνει πάνω-κάτω και ν’ αναστενάζει. Κάθε δυο ώρες χτυπούσε στον τοίχο. Τα μεσάνυχτα μπήκαμε στο  εκκλησάκι για να διαβάσουμε τις ακολουθίες. Στον κανόνα της Μετάληψης ο γέροντας έλεγε, με πολύ πονεμένο τρόπο το "Υπεράγια Θεοτόκε σώσον ημάς". Μόλις πήγα να πω το "Μαρία μήτηρ Θεού" όλα άλλαξαν μέσα στο εκκλησάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε. Φωτίστηκαν τα πάντα κι ένιωθες σαν να μπήκε ένας λεπτός αέρας. Το καντήλι της Παναγίας άρχισε να κινείται μόνο του. Υπήρχαν πέντε καντήλια στο τέμπλο και μόνο αυτό κουνιόταν. Γύρισα προς τον γέροντα και μου έκανε νόημα να σιωπήσω. Αυτός έσκυψε κάτω κι εγώ κρατούσα το κερί. Το φως ήταν άπλετο. Σαν να είχε ξημερώσει. Σταματήσαμε την ακολουθία για μισή περίπου ώρα. Μετά άρχισα μόνος μου να διαβάζω, αφού ο γέροντας δεν μου έλεγε τίποτα. Σε λίγο το καντήλι σταμάτησε κι επανήλθε το σκοτάδι. 

    Το πρωί ρώτησα τον γέροντα να μου εξηγήσει τι είχε συμβεί και μου είπε: "Ξέρεις η Παναγία εδώ στο Άγιο Όρος περνάει απ’ όλα τα μοναστήρια και τα κελιά. Πέρασε κι από δω, είδε δυο παλαβούς και κούνησε το καντήλι της, για να μας δώσει σημείο ότι πέρασε". Αυτά μου είπε ο γέροντας γελώντας.»


Η αγάπη του π. Παΐσιου για την Παναγία μας ήταν άμετρη, ίσως γι’ αυτό να τον επισκεπτόταν και συχνά. Ο ίδιος όταν τον ρώτησαν ποια εικόνα της Παναγίας του αρέσει περισσότερο, είπε χαρακτηριστικά: «Εμένα όλες οι εικόνες της Παναγίας μου αρέσουν. Και μόνο το όνομά Της να βρω κάπου γραμμένο, το ασπάζομαι πολλές φορές με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά μου. Είναι φοβερό, αν το σκεφθείς! Μικρό κοριτσάκι ήταν και είπε το: "Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού". Μέσα σε λίγες λέξεις τόσα νοήματα! Πολύ θα βοηθηθείς, εάν εμβαθύνεις στα λόγια αυτά. Είναι λίγα και δυνατά. Αν τα μελετάς, θα αγαπήσεις την ταπείνωση∙ κι αν ταπεινωθείς, θα δεις τον Θεό να έρχεται μέσα σου και να κάνει την καρδιά σου Φάτνη της Βηθλεέμ».  

Η ευχή του ας μας συντροφεύει πάντοτε κι ας ωφελούμαστε από τους μελιστάλαχτους λόγους του, όχι μόνο στη θεωρία μα και στην πράξη γιατί ο χριστιανός, έλεγε ο γέροντας, «σώζεται μόνο με την πρακτική εφαρμογή των εντολών του Θεού και όχι με τη θεωρητική ενασχόληση περί τα θεία».

Α.Κ. 
Πηγή: περιοδικό Καθ’ οδόν, τεύχ. 37, Μάιος - Ιούνιος 2012, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 6-7. 

Υ/γ. Μακάρι να 'ταν η ψυχή μας ταπεινή κι η προσευχή μας γνήσια και δυνατή, να μπορούσαμε ν' ακούσουμε το θέλημά Σου Κύριε! Όσιε γέροντα πρέσβευε υπέρ ημών...Ακούγοντας τον πονεμένο άνθρωπο, ο γέροντας Παΐσιος φρόντιζε να βοηθάει χιλιάδες ανθρώπους – κληρικούς, μοναχούς, λαϊκούς με την αγάπη και την αγιότητα του που γλύκαινε κάθε του λόγο. Οι εντυπώσεις και οι συγκινήσεις χιλιάδων ανθρώπων που γνώρισαν τον γέροντα είναι άπειρες και δε θα αρκούσαν λίγες σελίδες να χωρέσουν οι εξιστορήσεις τους. Παρ’ όλα αυτά ας μου επιτραπεί να παραθέσω μια ενδιαφέρουσα διήγηση από ένα γέροντα της δικής μας εποχής, που είχε τη μεγάλη ευλογία να γνωρίσει τον π. Παΐσιο. Διηγείται λοιπόν ο ιερομόναχος αυτός για την επίσκεψη της Παναγίας:
«Το 1977 πήγα στο κελί του Γέροντα και έμεινα αρκετές μέρες. Έτυχε να είναι και η γιορτή του Τιμίου Σταυρού. Την παραμονή ο Γέροντας μου είπε ότι θα κάνουμε αγρυπνία. Από τις 4 το απόγευμα αρχίσαμε τον εσπερινό λέγοντας την ευχή με τον κομποσχοίνι. Στις 6 με φώναξε και ήπιαμε ένα τσάι και αμέσως μετά ο καθένας στο κελί του προσευχότανε πάλι με το κομποσχοίνι. Στις 12 θα διαβάζαμε το μεσονυκτικό και την ακολουθία της Μεταλήψεως. Το βράδυ καθώς προσευχόμουν, άκουγα τον γέροντα, που κι εκείνος προσευχόταν, να πηγαίνει πάνω-κάτω και ν’ αναστενάζει. Κάθε δυο ώρες χτυπούσε στον τοίχο. Τα μεσάνυχτα μπήκαμε στο εκκλησάκι για να διαβάσουμε τις ακολουθίες. Στον κανόνα της Μετάληψης ο γέροντας έλεγε, με πολύ πονεμένο τρόπο το "Υπεράγια Θεοτόκε σώσον ημάς". Μόλις πήγα να πω το "Μαρία μήτηρ Θεού" όλα άλλαξαν μέσα στο εκκλησάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε. Φωτίστηκαν τα πάντα κι ένιωθες σαν να μπήκε ένας λεπτός αέρας. Το καντήλι της Παναγίας άρχισε να κινείται μόνο του. Υπήρχαν πέντε καντήλια στο τέμπλο και μόνο αυτό κουνιόταν. Γύρισα προς τον γέροντα και μου έκανε νόημα να σιωπήσω. Αυτός έσκυψε κάτω κι εγώ κρατούσα το κερί. Το φως ήταν άπλετο. Σαν να είχε ξημερώσει. Σταματήσαμε την ακολουθία για μισή περίπου ώρα. Μετά άρχισα μόνος μου να διαβάζω, αφού ο γέροντας δεν μου έλεγε τίποτα. Σε λίγο το καντήλι σταμάτησε κι επανήλθε το σκοτάδι.

Το πρωί ρώτησα τον γέροντα να μου εξηγήσει τι είχε συμβεί και μου είπε: "Ξέρεις η Παναγία εδώ στο Άγιο Όρος περνάει απ’ όλα τα μοναστήρια και τα κελιά. Πέρασε κι από δω, είδε δυο παλαβούς και κούνησε το καντήλι της, για να μας δώσει σημείο ότι πέρασε". Αυτά μου είπε ο γέροντας γελώντας.»



Η αγάπη του π. Παΐσιου για την Παναγία μας ήταν άμετρη, ίσως γι’ αυτό να τον επισκεπτόταν και σ
υχνά. Ο ίδιος όταν τον ρώτησαν ποια εικόνα της Παναγίας του αρέσει περισσότερο, είπε χαρακτηριστικά: «Εμένα όλες οι εικόνες της Παναγίας μου αρέσουν. Και μόνο το όνομά Της να βρω κάπου γραμμένο, το ασπάζομαι πολλές φορές με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά μου. Είναι φοβερό, αν το σκεφθείς! Μικρό κοριτσάκι ήταν και είπε το: "Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού". Μέσα σε λίγες λέξεις τόσα νοήματα! Πολύ θα βοηθηθείς, εάν εμβαθύνεις στα λόγια αυτά. Είναι λίγα και δυνατά. Αν τα μελετάς, θα αγαπήσεις την ταπείνωση∙ κι αν ταπεινωθείς, θα δεις τον Θεό να έρχεται μέσα σου και να κάνει την καρδιά σου Φάτνη της Βηθλεέμ».

Η ευχή του ας μας συντροφεύει πάντοτε κι ας ωφελούμαστε από τους μελιστάλαχτους λόγους του, όχι μόνο στη θεωρία μα και στην πράξη γιατί ο χριστιανός, έλεγε ο γέροντας, «σώζεται μόνο με την πρακτική εφαρμογή των εντολών του Θεού και όχι με τη θεωρητική ενασχόληση περί τα θεία».


Α.Κ.

Πηγή: περιοδικό Καθ’ οδόν, τεύχ. 37, Μάιος - Ιούνιος 2012, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, σ. 6-7.

Υ/γ. Μακάρι να 'ταν η ψυχή μας ταπεινή κι η προσευχή μας γνήσια και δυνατή, να μπορούσαμε ν' ακούσουμε το θέλημά Σου Κύριε! Όσιε γέροντα πρέσβευε υπέρ ημών...
 
Ηλιας Χαιντουτης     29  ΙΟΥΛ 2012  

Τι είδους αγάπη;




Του Μακαριστού Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλουμ

«Μα εγώ τους  αγαπώ τους ανθρώπους», λέμε συχνά. Δεν ωφελεί καθόλου να κρυβόμαστε πίσω από τέτοιες υπεκφυγές. Όλους τους ανθρώπους όταν βρίσκονται μακριά, τους αγαπάμε! Ένας συγγραφέας απεικονίζει τον χαρακτήρα ενός ήρωά του ως εξής: «Αγαπούσε την ανθρωπότητα σε τέτοιο βαθμό, που έφτανε στο σημείο να μισεί κάθε μεμονωμένο πρόσωπο, επειδή αυτό παραμόρφωνε στα μάτια του την τέλεια εικόνα της ανθρωπότητας». [ Πρόκειται για τον Ντοστογιέφσκι και τον ήρωά του Ιβάν Καραμάζωφ].  Αγαπούσε αληθινά την αφηρημένη έννοια , μη πραγματική (εξιδανικευμένη) ανθρωπότητα∙ ό,τι όμως αφορούσε σε συγκεκριμένο άνθρωπο ή σε ομάδα ανθρώπων δεν μπορούσε να το ανεχτεί , να το αντέξει. Στους πραγματικούς ανθρώπους διέκρινε την ασχήμια, ενώ αυτός ονειρευόταν την τέλεια ομορφιά που δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ , την ομορφιά που κανένας δεν πρόκειται να δει πριν από τη  Δευτέρα Παρουσία.
Κι η αγάπη για τους ανθρώπους που τυχαίνει να είναι τριγύρω μας, ίδιας πάστας δεν είναι; Περιορίζεται σε ελάχιστους∙ μα κι αυτούς δεν τους αγαπάμε με την πρώτη, δεν τους αγαπάμε χωρίς να τους θέτουμε προϋποθέσεις∙ οι τσακωμοί είναι ασταμάτητοι, τα αισθήματά μας γίνονται ψυχρά. Και σαν επιστέγασμα όλων έρχεται η αποστροφή μας για τους άλλους.
Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλει: Να σηκώνετε ο ένας το φορτίο του άλλου και έτσι θα εφαρμόζετε πλήρως τον νόμον του Χριστού ( Γαλ. 6, 2 «λλλων τ βρη βαστζετε, κα οτως ναπληρσατε τν νμον το Χριστο:»]. Τούτα τα βάρη δεν είναι μόνο οι δυστυχίες της ζωής, αλλά και το βαρύ φορτίο του προσώπου του άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορούμε να σηκώσουμε το βάρος της θλίψης του άλλου, όταν πρόκειται για μια σύντομη αρρώστια, μια πρόσκαιρη διένεξη∙ πόσο φοβερό είναι να βλέπουμε ότι η θλίψη διαρκεί, η αρρώστια παρατείνεται, οι στερήσεις δεν έχουν τέλος. Δεν περνά πολύς καιρός  (καιρός ειλικρινούς θλίψης για το πρόσωπο του άλλου και φροντίδας ανιδιοτελούς για τιε ανάγκες του) και απέναντί του ψυχραινόμαστε: «Μα δεν θα τελειώσει ποτέ η αρρώστια του, η ανέχειά του, ο πόνος του; Είναι καιρός πια ν’ αναρρώσει! Είναι καιρός να κουνηθεί κι αυτός λιγάκι, να συνέλθει! Θα πρέπει εγώ ν’ ασχολούμαι μ’ αυτό τον άνθρωπο όλη μου τη ζωή;». Όμως ο Κύριος δεν φέρεται έτσι σ’ εμάς. Όσο διαρκεί η ζωή μας – κάποιες δεκαετίες δηλαδή- ο Κύριος υπομένει, περιμένει, ελπίζει και όλο αυτό τον καιρό , ναι όλο αυτό τον καιρό, μοχθεί να μας προσφέρει βοήθεια…
Δυστυχία δεν σημαίνει ν’ αγαπάμε λίγους ανθρώπους, να μη μπορούμε ν’ αγαπήσουμε μεγάλο πλήθος, να έχουμε καρδιά στενόχωρη [ «στενοχωρεσθε ν τος σπλάγχνοις μν», λέει ο Απόστολος Παύλος ( Β΄ Κορ. 6, 12 ) ]. Δυστυχία είναι να βλέπουμε πόσο θλιβερή και αξιολύπητη είναι η αγάπη μας γι’ αυτούς που ισχυριζόμαστε ότι είναι τα αγαπημένα μας πρόσωπα∙ πόσο κλονισμένη από την ανυπομονησία,  πόσο γυμνή από στοργή και ευαισθησία, πόσο παράλογη και εξωφρενική!
Πρέπει να συλλογιστούμε λοιπόν ποια είναι η σχέση μας με τα μέλη του περιβάλλοντός μας και ν’ αναρωτηθούμε: Τι είδους αγάπη έχω προς αυτούς; Μια αγάπη χαράς ή μια αγάπη φορτική; Διότι είναι πράγματι πιθανό, η αγάπη μας να πνίγει κάποιον, να τον κάνει να νιώθει ανελεύθερος, σκλάβος∙  είναι πιθανό κάτω από το βάρος αυτού που  εμείς ονομάζουμε «αγάπη», ο αγαπώμενος  να υποφέρει. Υποφέρει όταν εμείς νομίζουμε ότι γνωρίζουμε καλύτερα από αυτόν ποιες είναι οι ανάγκες του, πού είναι η χαρά του∙ όταν του αφαιρούμε και το ελάχιστο της ελευθερίας του, της δημιουργικότητάς του∙ όταν επιθυμούμε να διευθύνουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή του, προκειμένου να τον «βελτιώσουμε»…


Από το βιβλίο Το μυστήριο της ίασης,
Εκδ. Εν πλω,
Μετάφραση Χ. Κούλας


Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία»
Έτος 22ο Τεύχος 238
Ιούνιος 2012
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...