Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Η Ρωσία από τον 13αι έως τον 16αι , η επίδραση του ορθόδοξου ησυχαστικού μοναχισμού και η επίδραση της δυτικής Ευρώπης.


 Από την εισαγωγή του βιβλίου "Άπαντα τα ασκητικά του οσίου Νείλου του Σόρσκυ".


Πριν να εκθέσομε τον Βίο του οσίου Νείλου πρέπει να στρέψομε το βλέμμα μας προς την χωρά και τους χρόνους του, δηλαδή την Ρωσία του ΙΕ' αιώνος. Κατά τα έτη 1237-1240 ή Ρωσία του Κιέβου με τον λαμπρό, εμπνεόμενο από το Βυζάντιο πολιτισμό της είχε κατακτηθεί υπό των Τατάρων της Χρυσής Ορδής, οι οποίοι, αφού δεινώς λεηλάτησαν και έκαψαν την χωράν και ανηλεώς έχυσαν το αίμα των κατοίκων της, κράτησαν την κυριαρχία επί της Ρωσικής Γης, επιβάλλοντας σε αυτήν τεραστία φορολογία, άλλα ταυτοχρόνως ανεχόντουσαν μία σχετική αυτοδιοίκηση των Ρώσων ηγεμόνων. Ή σκοτεινή περίοδος αύτη της ρωσικής ιστορίας είναι γνωστή υπό την ονομασία του «Ταταρικού ζυγού» και δύναται παρά τις διαφοράς να παρομοιαστεί με τον τουρκικό ζυγόν των Ελλήνων και των νοτιοσλαβικών λαών των Βαλκανίων. Ή αφάνταστος βαρβαρότητα και ωμότητα των Τατάρων είχε ολέθριας συνεπείας στην εξέλιξη των ηθών και του πολιτισμού της χώρας. Επέφερε δε και σημαντικές αλλαγές στην πολιτική ζωή. Η περίδοξος πόλη του Κιέβου, ή έδρα του Μεγάλου Ηγεμόνα της Ρωσίας, είχε γίνει ερείπιο. Άλλ'ήδη προ της υπό των Τατάρων αλώσεως ή «Μήτηρ των ρωσικών πόλεων» είχε υποστεί την κατά το έτος 1169 κατάκτηση της Σουζδαλίας Ανδρέου Μπογκολιούμπσκυ ό όποιος λεηλάτησε την πόλη και σφετερίστηκε τον τίτλο του Μεγάλου Ηγεμόνος. Μετά πολλάς έριδας περιήλθε του ψηλό αξίωμα τούτο τελικώς στην ηγεμονία της Σουζδαλίας - Βλαδίμηρου. Ή βαρυσήμαντη μετάβαση του κέντρου της πολιτικής εξουσίας από της ανοικτές πεδιάδες προς τις βορειοανατολικές δασώδεις περιοχές δεν ήταν τυχαία, άλλ' ακολούθησε ένα αποικιακό ρεύμα του πληθυσμού προς εκείνα τα μέρη, τα όποια προσέφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια από τις συνεχείς επιδρομές των νομάδων των νοτίων στεπών και εν συνεχεία των Τατάρων. Έπειτα μετεφέρθη και ή έδρα του Μητροπολίτου στην πόλη του Βλαδίμηρου (1299), άλλ' όΜητροπολίτης εξακολουθεί να τιτλοφορείται «ό Κιέβου και πάσης Ρωσίας».Ο Μέγας Ηγεμών Ιβάν Καλίτα (= το βαλάντιον) (1325-1341) διέκρινε με πολιτική μεγαλοφυΐα την στρατηγική σημασία της τότε μικρής κεντρικής πόλεως της Μόσχας και την κατέστησε νέα πρωτεύουσα και κέντρο της εξουσίας. Γεννάται ή νέα ηγεμονία της Μόσχας, ή οποία συνεχώς αυξάνεται και συν τω χρόνο υποτάσσει τις άλλες τοπικές ηγεμονίες υπό την κυριαρχία της. Ο άγιος Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας Πέτρος (1308-1326) μετέφερε την έδρα του από το Βλαδίμηρο στην νέα πρωτεύουσα (1326) και συνετέλεσε κατ' αυτόν τον τρόπον στην επίσημη αναγνώριση και περαιτέρω άνοδο της Μόσχας, οί ηγεμόνες της οποίας ολοκληρώνουν με επιμονή και επιτυχία το έργον τους ως «συλλεκτών της Ρωσικής Γης». Ή Εκκλησία υπεστήριξε αυτήν την συγκεντρωτική τάση, γιατι ή διαίρεση της χώρας σε πολλές αλληλομαχόμενες τοπικές ηγεμονίας με τους ατελείωτους εμφυλίους πολέμους υπήρξε μάστιγα για τον δοκιμαζόμενο λαό και απετέλεσε την κυρία αιτία για την υπό των Τατάρων κατάκτηση της χώρας. Προϋπόθεση λοιπόν της απελευθερώσεως από τον ταταρικό ζυγόν ήταν ή ενότητα του ρωσικού κράτους.Κατά το έτος 1380 ό Μέγας Ηγεμόνας Δημήτριος Ντονσκόι (1359-1389) νίκησε για πρώτη φορά τους τατάρους επί του πεδίου των Κολυριώνων παρά τον ποταμόν Ντον . Ή νίκη αυτή ακόμη δεν σήμαινε την απελευθέρωση από τους Τατάρους, οί οποίοι με σκληρότητα εκδικήθηκαν καιμε νέας επιδρομές τιμώρησαν τους επαναστάτες, άλλ' απέβη αφετηρία του ανοικτού αγώνος κατά των ξένων δυναστών, ή δύναμη των οποίων βαθμιαίως μειώνεται. Σύν τω χρόνο ή χώρα συνέρχεται από τάς πληγάς της πρώτης και φοβερότερες επιδρομής. Οι κατεστραμμένες πόλεις ανεγείρονται από την τέφρα, και ή πνευματική και καλλιτεχνική ζωή
τρέφεται και αναζωογονείται πάλιν από την ακτινοβολούσαν Παλαιολόγεια Αναγέννηση, είτε απ'ευθείας από το Βυζάντιο, είτε δια μέσου των νοτίων Σλάβων, δηλαδή των Βουλγάρων και Σέρβων. Οι επικοινωνίες Ρώσων με το Βυζάντιο και τους λαούς τούτους αυξάνονται σημαντικός κατά τον ΙΔ' και ΙΕ' αιώνα. Ρώσοι μοναχοί ζουν στο Αγιον Όρος και στην Κωνσταντινούπολη σε διάφορα μοναστήρια, ιδιαιτέρως όμως στην περίφημη μονή του Στουδίου. Οι μοναχοί αυτοί όχι μόνο επιδίδονται με ζήλο στην άσκηση, άλλ' επιτελούν ταυτοχρόνως και ένα σπουδαιότατο πολιτιστικό έργον: Μεταφράζουν τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία στην σλαβική γλώσσα, είτε για πρώτη φορά, είτε εκ νέου, Όταν οι προηγούμενες μεταφράσεις δεν τους ικανοποιούν. Πολλές μεταφράσεις παραλαμβάνονται από τους Βουλγάρους και Σέρβους και επεξεργάζονται και αντιγράφουν αυτές και αποστέλλουν τα νέα βιβλία στα Μοναστήρια της πατρίδος τους κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μία μεγάλη θεολογική και φιλολογική κίνηση, ή όποια σπουδαίος συντελεί στην άνοδο της πνευματικής ζωής στη Ρωσία. Πολλοί μέχρι τότε άγνωστοι θησαυροί από τον πλούτο της πατερικής σοφίας ανοίγονται τώρα στους φιλομαθείς Ρώσους μοναχούς. Δεν έρχονται μόνον μοναχοί από την χωρά του Βορρά, άλλα και κληρικοί και λαϊκοί προσκυνητές, ακόμη και έμποροι, οί οποίοι όλοι με θαυμασμό δέχονται την επίδραση του βυζαντινού πολιτισμού. Από την άλλη πλευρά παρατηρείται ρεύμα βυζαντινών και νοτιοσλάβων μοναχών και καλλιτεχνών και εμπόρων προς την Ρωσία, όπου πολλοί απ' αυτούς ιδρύουν μοναστήρια ή αναπτύσσουν σημαντική καλλιτεχνική δράση, όπως π.χ. ο μέγας εικονογράφος Θεοφάνης ό Γραικός (περίπου 1330-1410) ή ο Σέρβος Παχώμιος ο Λογοθέτης, ο αγιοβιογράφος (περίπου1410-1486). Υπάρχουν διάφορες εστίες βυζαντινής παιδείας, πρωτίστως στη Μόσχα, όπου ευρίσκεται και ή έδρα του Μητροπολίτου, ό όποιος πολλάκις είναι Έλληνας ή τουλάχιστον ελληνομαθής. Κατά τον ΙΔ' αιώνα και οι επίσημοι σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Ρωσίας αναζωογονούνται και φέρουν ευεργετικά αποτελέσματα και στις δυο πλευρές Ούτως ή αναγέννηση του βυζαντινού μοναχισμού επεκτείνεται προς Βορρά. Σε αυτό συντελούν και οί συμπαθώς προς τους ησυχαστές διακείμενοι μητροπολίτες και επίσκοποι. Τα πρώτα μοναστήρια της Ρωσίας βρίσκονταν συνήθως εντός ή πλησίον των πόλεων, άλλ' από τον ΙΔ'αιώνα αρχίζει ένα νέο κίνημα ιδρύσεων μονών στους έρημους τόπους μακρά πάσης ανθρωπινής κατοικίας. Οι κτήτορες κατά κανόνα είναι ερημίτες και δεν έχουν σκοπό να ιδρύσουν μονάς, αλλά ή αγιότητα του βίου των προσελκύει μαθητές, και κατ' αυτόν τον τρόπον αναγκάζονται να διευρύνουν τα ερημητήριά τους, τα όποια ταχέως μεταβάλλονται σε μεγάλα μοναστήρια. Βραδύτερο άλλοι μοναχοί, οί οποίοι επιθυμούν των μονήρη βίον, αφήνουν τα μοναστήρια τους και προχωρούν σε απώτερα και αγριότερα μέρη εν μέσω των απέραντων δασών του και της ανατολής, μέχρις ότου φθάσουν στην Βόρεια Θάλασσα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του οσίου Σεργίου του Ράντονεζ (περίπου 1314-1392), ήμονή του οποίου γίνεται αφετηρία ιδρύσεως τουλάχιστον άλλων 20 μονών υπό αμέσων ή εμμέσων μαθητών του. Είναι γνωστές οι σχέσεις του Αγίου με τους ησυχαστές πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, οί οποίοι ως γνήσιοι φορείς του χριστιανικού πνεύματος και συνεχιστές της υπερεθνικής παραδόσεως του Βυζαντίου διευρύνουν και εμβαθύνουν τις πνευματικές σχέσεις με τις σλαβικές Εκκλησίας και συντελούν κατ' αυτόν τον τρόπον στην διατήρηση της γνήσιας καθολικότητας και του όντως οικουμενικού χαρακτήρας του πατριαρχείου τους, άλλα και στην διάδοση του πνεύματος του ησυχασμού στους Σλάβους. Κατά αυτών τον τρόπο το κίνημα του ησυχασμού προσλαμβάνει χαρακτήρα πανορθόδοξο.Καθ' όλον τον ΙΕ' αιώνα αυτή ή επίδραση του ησυχασμού συνεχίζεται και εμβαθύνετε παρά το τραγικό γεγονός της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της κατακτήσεως των νοτιοσλαβικών χωρών υπό των Τούρκων. Ή προδοσία όμως της Ορθοδοξίας στην ατυχή σύνοδοτης Φλωρεντίας και Φερράρας κατά την 5ην Ιουλίου 1439 κλονίζει βαθύτατα την εμπιστοσύνη των Ρώσων και γίνεται αφορμή της εκκλησιαστικής ανεξαρτητοποιήσεώς τους. Προς το τέλος του αιώνος παρατηρείται στην Ρωσία μία κρίση της Παραδόσεως, εκδηλουμένη μέσω ορισμένων κατ' ουσία ασήμαντων ερίδων περί μερικών διαφορών του τυπικού, π.χ., αν οι λιτανείες πέριξ του ναού πρέπει να ακολουθούν την πορεία του ηλίου ή να γίνονται κατά την αντίθετο κατεύθυνση, αν το Αλληλούια πρέπει να ψάλετε δύο ή τρεις Φοράς κ.τ.λ. Σοβαρότερο πρόβλημα αποτελεί ή εμφάνιση της λεγομένης αιρέσεως των Ιουδαιζόντων εν Νόβοκοροντ Περίτης προελεύσεως και ονομασίας της κινήσεως αυτής υπάρχουν διάφοροι θεωρίες, με τις οποίες δεν θα ασχοληθούμε εδώ.

Σημασία έχει το γεγονός ότι ή διδασκαλία της ήταν ένα αλλόκοτο κράμα από ορθολογισμό και δεισιδαιμονία και αντιεκκλησιαστικό πνεύμα: Απορρίπτει μεν την στην Άγίαν Τριάδα πίστη, την Θεότητα του Χριστού, τα αγία Μυστήρια και την ιεραρχία της Εκκλησίας, τις αγίες εικόνες του Σωτήρος και των Αγίων, αποδέχεται δε την περιτομή, ορισμένα απόκρυφα και «φιλοσοφικά» βιβλία με μυστηριώδες περιεχόμενο, την αστρολογία κ.τ.λ. Θυμίζει ορισμένες άλλες μεσαιωνικές αιρέσεις ως π.χ. την των Βογόμιλων, των Καθαρών, των Ουσιτών και προ παντός την ελευθεροφροσύνη της Αναγεννήσεως. Πράγματι ή αίρεση αυτή αποτελεί μία από τις εισβολές του δυτικού κινήματος του Ουμανισμούστην Ρωσία, και ειδικά στο Νόβγκοροντ, το όποιον πάντοτε διετήρει στενότερες σχέσεις με την Δύση. Τα μέλη της αιρέσεως ως επί το πλείστον δεν είναι Εβραίοι, άλλ' ορθόδοξοι χριστιανοί ,μεταξύ των οποίων και αρκετοί διάκονοι και ιερείς. Αυτοί επισήμως δεν αποσχίζονται από την Εκκλησία και διατηρούν τις θέσεις τους, αλλά κρυφά πιστεύουν και ακολουθούν τις διδασκαλίες της αιρέσεως, ή οποία τοιουτοτρόπως διαδίδεται ανεξέλεγκτος και κυρίως στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας και τυγχάνει και ευμενούς υποδοχής και στην αυλή του Μεγάλου Ηγεμόνος της Μόσχας.Την επιτυχία αυτή οι αιρετικοί οφείλουν στην κατά το έτος 1492 (= 7000 από κτίσεως κόσμου) γενικώς αναμενόμενη και μη επελθούσα Δευτέρα Παρουσία του Χριστού επί τη συμπληρώσει της Ζ' χιλιετηρίδας καθώς και στην αμάθεια και ηθική κατάπτωση του κλήρου. Επίσης παρατηρείται  προς το τέλος του ΙΕ' αιώνος παρά την επίδραση του ησυχασμού μία παρακμή της μοναχικής ζωής και χαλάρωση της πειθαρχίας σε πολλά μοναστήρια. Τούτο είναι κυρίως το αποτέλεσμα του μεγάλου πλούτου των μονών, οι οποίες λόγω των γενναίων δωρεών ταχέως εξελίχθησαν σε μεγάλα φεουδαρχικά κέντρα και ταυτοχρόνως υπέστησαν την επίδραση του κοσμικού πνεύματος.Κατά τους αυτούς χρόνους ό Μέγας Ηγεμών Ίβάν Γ Βασίλιεβιτς (1462-1504), αναπτύσσει τις σχέσεις με την Δύση, κυρίως με την Ιταλία, δηλαδή με το κέντρο της Αναγεννήσεως, πράγμα τοόποιον μεγάλως συμβάλλει στην διάδοση των νέων ιδεών στην Ρωσία. Ό Τσάρος καλεί Ιταλούς αρχιτέκτονας και τεχνίτες δια να κτίσουν τους μεγαλοπρεπείς ναούς, τα παλάτια και οχυρώματα του Κρεμλίνου, καθώς και ιατρούς και άλλους επιστήμονας. Οι επικοινωνίες με την Ιταλία εξελίσσονται τόσον θετικώς, ώστε ό πάπας Σίξτος Δ' (1471-84) να προτείνει στον χηρεύσαντα Μέγα Ηγεμόνα το χέρι της Ζωής Παλαιολόγου, της ανεψιάς του τελευταίου Βασιλέως τουΒυζαντίου και κόρης του Δεσπότου του Μιστρά Θωμά Παλαιολόγου, ή οποία ανετράφη στηνΡώμη υπό την προσωπική κηδεμονία του Πάπα και του καρδιναλίου Βησσαρίωνος κατά τορωμαϊκό δόγμα.Ό λατινικός γάμος τελείται με μεγαλοπρέπεια ενώπιον του Πάπα, άλλ' ερήμην του συζύγου στη Ρώμη, και έπειτα ή νεαρή πριγκίπισσα μεταβαίνει με μεγάλη συνοδεία στην Ρωσία. Εκ μέρους του Ποντιφικούς την συνοδεύει ένας επίσκοπος. Ό Σίξτος Δ' ελπίζει ότι ή τροφός του θα εργαστεί για την ένωση της Ρωσικής Εκκλησίας με την Ρώμην ή τουλάχιστον για την υποστήριξη των πολιτικών του ενδιαφερόντων. Εκείνη όμως, μόλις εισήλθε στην ορθόδοξο χωρά, λησμονεί τον παλαιόν ευεργέτη της και ασπάζεται την Ορθοδοξία, μετονομαζόμενη Σοφία. Οι γάμοι μετον Μέγα Ηγεμόνα τελούνται στη Μόσχα κατά την 12ην Νοεμβρίου 1472.Η παρουσία της ανεψιάς του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορας στην Ρωσία ενισχύει την αυτοπεποίθηση του Μεγάλου Ηγεμόνος Ίβάν Γ' Βασίλιεβιτς, ό όποιος εισάγει την εθιμοτυπία του αυτοκρατορικού παλατιού στο Κρεμλίνο, προσλαμβάνει τον δικέφαλο αετό στον θυρεό του κράτους και πρώτος αυτοτιτλοφορείται ως Τσάρος και Αυτοκράτωρ (1485). Αυτή ή αλλαγή ανταποκρίνεται προς τις ριζικές εσωτερικές μεταβολές της χώρας κατά την διάρκεια της πολυετούς ηγεμονίας του ενεργητικού, συνετού, διπλωματικού άλλα δολίου και βίαιου ανδρός τού: Κατόρθωσε να υπόταξη και να ένωση σχεδόν όλες τις τοπικές ηγεμονίας με την Μόσχα, συμπεριλαμβανομένου και του παλαιού αντιπάλου της, δηλαδή του Μεγάλου Νόβγκοροντ (1471και 1478).Κατά το τέλος της ζωής του αφήνει στον διάδοχό του ένα ενιαίο συγκεντρωτικό κράτος, ή επιφάνεια του οποίου είχε τετραπλασιασθεί. Επί του πεδίου της εξωτερικής πολιτικής ό Ίβάν Γ'σημειώνει επιτυχίας κατά της Λιθουανίας (1503) και ελευθερώνει την χωράν πλέον τελικώς από τον μακροχρόνιο ταταρικό ζυγό (1480). Λόγω της φιλαρχίας και σκληρότητας του ήδη ό Τσάρος ούτος επονομάζεται υπό των συγχρόνων «ό Τρομερός», πολύ προ του διαβόητου εγγονού του

Ίβάν Δ' (1533-84), ή ωμότατη και μανιώδης τρομοκρατία του οποίου επισκιάζει πάντα τα προηγούμενα. Στην υπό του Μεγάλου Ηγεμόνος αποδοχή της ιδέας της βυζαντινής θεοκρατίας και αυτοκρατορίας συντελεί και ή ρωσική Εκκλησία. Κατά την θεωρία αυτήν ή εξουσία του Αυτοκράτορας περιορίζεται μόνον υπό του Θεού και υπό του Θείου Νόμου. Υπό την επίδραση νοτιοσλάβων προσφύγων ό Γέρων Φιλόθεος του Πσκώφ διατυπώνει την γνωστή περί Τρίτης Ρώμης ιδεολογία: «'Όλαι αι χριστιανικέ Βασιλείες παρήλθαν. Άντ' αυτών υπάρχει μόνον ή Βασιλεία του Δεσπότου ημών κατά τα προφητικά βιβλία. Είναι ή ρωσική Βασιλεία. Δύο Ρώμες έπεσαν, άλλ' ή Τρίτη έστηκε, και τετάρτη δεν θα υπάρξει» Σημειωτέον ότι οι λόγοι αυτοίαπευθύνονται στον Τσάρο όχι για να του παράσχουν απεριόριστο εξουσία και αυθαιρεσία, αλλά για να τονίσουν την μεγάλη ευθύνη, την οποίαν έχει ως μόνος χριστιανός μονάρχης και προστάτης της Εκκλησίας. Είναι όμως γεγονός οφθαλμοφανές ότι ή εσχατολογική θεώρηση αυτή παραμερίζεται ταχέως από τα δεδομένα μιας πραγματιστικής πολιτικής της ισχύος. Εντούτοις ή θεοκρατική θεμελίωση της εξουσίας έχει μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη της νέας αυτοσυνειδήσεις και αυτοπεποιθήσεις του Τσάρου και για την διαμόρφωση της αντιλήψεως περί του ρόλου του ρωσικού κράτους στην συνείδηση των Ρώσων της εποχής εκείνης καθώς και για την ρωσική Εκκλησία, ή οποία στην θεοκρατία αυτή κατέχει εξέχουσα και προνομιούχων θέση, την οποίαν πληρώνει όμως με την ελευθερία της, δεχόμενη τις συχνές και αυξανόμενοςαν αμίξεις του Τσάρου στα εσωτερικά της θέματα. Ή αποδοχή της βυζαντινής θεοκρατίας δεν μπορούσε βεβαίως να προφυλάξει την Ρωσία από τα διεισδύοντα ρεύματα του συγχρόνου ευρωπαϊκού Ανθρωπισμού. Από του τέλους του ΙΕ' αιώνος παρατηρείται και μία σχετική εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και των μοναστηριών, μία εξωτερίκευση της θρησκευτικής ζωής, μία τυπική μάλλον ευλάβεια με λαμπρά μεν λατρείαν, αλλά και με κάποιον παραμερισμό της εσωτερικής πνευματικότητος και της ηθικής. Ορθώς ό Γ. Π. Φεντότωφ επισημαίνει το γεγονός ότι ή Ρωσία μέχρι του τέλους του ΙΕ' αιώνος είναι «Αγία Ρωσία», ενώ τώρα γίνεται «Ορθόδοξων Βασίλειον», όπου οί Άγιοι σπανίζουν, αν και Χάριτι Θεού και κατά τους επόμενους αιώνας θα εκλάμψουν μεγάλοι φωστήρες στο στερέωμα της ρωσικής Εκκλησίας, άλλ' εν συγκρίσει με την παλαιοτέρα εποχή είναι ολιγότεροι. (Το αυτόφαινόμενο παρατηρείται δυστυχώς και σε άλλες κατά τόπους ορθοδόξους Εκκλησίας).Ή λανθάνουσα εκκοσμίκευση ετοιμάζει σιωπηλώς το έδαφος δια την ανοικτή αμφιβολία και απιστία, ή οποία θα φανερωθεί μόλις κατά τας αρχάς του ΙΗ' αιώνος επί Πέτρου του Μεγάλου(1682-1725). Ή εξωτερικώς ανθούσα θεοκρατία δεν δύναται λοιπόν να εκτόπιση την πνευματική κρίση της εποχής, την κρίση της Παραδόσεως. Περί της κατά διαφόρους τρόπους αντιμετωπίσεως του καίριου προβλήματος τούτου θα μιλήσουμε εν τω Βίο του οσίου Νείλου, δεδομένου ότι ό Άγιος λαμβάνει ενεργό μέρος στην προσπάθεια επιλύσεως των ζωτικών προβλημάτων της εκκλησιαστικής ζωής της εποχής του. Εδώ αρκούμεθα σε ένα γενικότατο σχεδιάγραμμα των κυριότερο πνευματικών ρευμάτων της εποχής, χρησίμευαν κατά κάποιον τρόπο ως βάθος του πίνακας επί του οποίου θα ζωγραφιστεί ή φωτεινή εικόνα του Αγίου. 
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΣΟΡΣΚΥ 1433 - 7η ΜΑΊΌΥ

Ολόκληρο το βιβλιο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:  http://www.scribd.com/doc/117114054/%CE%9F%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%9D%CE%B5%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%A3%CF%8C%CF%81%CF%83%CE%BA%CF%85

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...