Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Στην απομόνωση.

 

Τους έσπρωξαν μέσα με δύναμη. Έπεσαν κι οι δύο σαν τα σακιά στο πάτωμα.
Η πόρτα…η αμπάρα…οι φωνές…τα βήματα… κι έπειτα ησυχία.
Ο π. Αρσένιος και ο Αλέξιος έμεναν μόνοι στο σκοτάδι. Το λιγοστό φεγγαρόφωτο, που έμπαινε μέσ’ από το στενό παραθυράκι με τα σιδερένια κάγκελα, μόλις που τους επέτρεπε να διακρίνουν τις σιλουέτες τους.
Ο π. Αρσένιος σηκώθηκε αργά.
-Να, λοιπόν , Αλέξιε, που ο Κύριος μας έφερε εδώ, να μείνουμε μόνοι , οι δυο μας… Κάνει κρύο…Κρύο, Αλέξιε!
-Θα παγώσουμε, π. Αρσένιε! Θα παγώσουμε! Μας περιμένει ο θάνατος! Πρέπει να πηδάμε, να πηδάμε συνέχεια. Αλλά δεν έχω δυνάμεις…Και είναι τόσο στενά εδώ…Μας περιμένει ο θάνατος…Δεν είναι άνθρωποι αυτοί, π. Αρσένιε! Οι άνθρωποι δεν κάνουν τέτοια πράγματα…Καλύτερα είναι ο τουφεκισμός!
Ο π. Αρσένος σώπαινε.
-Γιατί δεν μιλάτε; Γιατί , π. Αρσένιε;
Ο Αλέξιος σχεδόν φώναζε. Η απάντηση ακούστηκε σαν να ερχόταν από μακριά , πολύ μακριά.
-Προσεύχομαι Αλέξιε!
-Μα για ποιο πράγμα να προσευχηθούμε εδώ μέσα, όταν πια παγώνουμε;’
-Είμαστε μόνοι. Για σαράντα οχτώ ώρες δεν θα μας ενοχλήσει κανείς. Θα προσευχηθούμε, λοιπόν , Αλιόσα! Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε στον Κύριο ελεύθερα, απερίσπαστα, φωναχτά-για πρώτη και ίσως μοναδική φορά μέσα σε τούτο το στρατόπεδο. Ας μη χάσουμε την ευκαιρία! Ας προσευχηθούμε…και έχει ο Θεός…
Ο π. Αρσένιος είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του – αυτή ήταν η μοναδική εξήγηση που μπορούσε να δώσει ο Αλέξιος. Τον έβλεπε μέσα στο αμυδρό φώς του φεγγαριού, που εισχωρούσε από το παραθυράκι, να στέκεται όρθιος, να σταυροκοπιέται ακατάπαυστα και κάτι να ψιθυρίζει.

Το μόνο που απασχολούσε τον Αλέξιο ήταν ότι πάγωνε. Πάγωνε!... Τα χέρια και τα πόδια του είχαν κιόλας ξυλιάσει. Δεν τα ένιωθε. Δύναμη για να κινηθεί δεν είχε καμιά. Το καταλάβαινε, σιγοπαίθενε. Όλα πια του ήταν αδιάφορα…

Ξάφνου άκουσε ολοκάθαρα τα λόγια της προσευχής που έλεγε, δυνατά τώρα, ο π. Αρσένιος. Κάτι σκίρτησε μέσα του. Στην εκκλησία είχε πάει μόνο μια φορά στη ζωή του, κι αυτή από περιέργεια. Η γιαγιά του, πάντως , τον είχε βαπτίσει. Η οικογένεια του ήταν έθεη, ή μάλλον εντελώς αδιάφορη για θρησκευτικά ζητήματα. Ο ίδιος ήταν κομσομόλος. Τι σχέση μπορούσε να έχει με την πίστη;
Μέσα στους πόνους και το μάργωμα, μέσα στον τρόμο από το φρικιαστικό άγγιγμα του θανάτου, ο Αλέξιος αφουγκραζόταν…
-…Κύριε και Θεέ μου! Ελέησέ μας, τους αμαρτωλούς! Πανάγαθε και πολυέλεε Ιησού! Η άπειρη αγάπη Σου για μας Σε κατέβασε από τους ουρανούς. Ήρθες στη γη και σαρκώθηκες για να μας σώσεις. Λύτρωσέ μας και τώρα , κατά το μέγα έλεός Σου, από τον σκληρό τούτο θάνατο. Βοήθησέ μας, Εσύ, που είσαι ο Πλάστης και Ευεργέτης και Σωτήρας μας…

Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του π. Αρσένιου ήταν ποτισμένη με την αγάπη, την ελπίδα και την ασάλευτη πίστη στο Θεό.
Στην αρχή ο Αλέξιος δεν μπορούσε να κατανοήσει όλα όσα άκουγε. Οι έννοιες της προσευχής του ήταν άγνωστες, και γι’ αυτό τώρα τις έβρισκε παράξενες, δυσνόητες. Μα όσο περνούσε η ώρα, όσο το σώμα του πάγωνε, τόσο καλύτερα καταλάβαινε τη σημασία των λέξεων και των φράσεων. Στην ψυχή του απλώθηκε μια γλυκειά γαλήνη. Ο φόβος εξαφανίστηκε. Η καρδιά του ακολουθούσε σαν μαγνητισμένη τα λόγια της προσευχή του π .Αρσένιου, ακόμα κι εκείνα που δεν πολυκαταλάβαινε.
-…Κύριε Ιησού Χριστέ! Εσύ , με τα πανάχραντα χείλη Σου, μας βεβαίωσες: «Εάν δύο υμών συμφωνήσουν επί της γής περί παντός πράγματος ού εάν αιτήσωνται, ( Μάτθ. 18:19-20)
Ο Αλέξιος επαναλάμβανε τις λέξεις:
-«… γενήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς∙ ου γάρ εισί δύο ή τρείς συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ολόκληρο το σώμα του είχε πια παγώσει. Κι έξαφνα, μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια μονάχα στιγμή τα πάντα άλλαξαν. Το σκοτάδι, το κρύο, το μούδιασμα, οι πόνοι, ο φόβος, όλα εξαφανίστηκαν. Το χώρο γέμιζε η φωνή του π.Αρσενίου.
-«…εκεί ειμί εν μέσω αυτών»
Ποιος άλλος θα μπορούσε να είν’ εκεί, ανάμεσά τους; Ποιος;…
Ο Αλέξιος στράφηκε στον π. Αρσένιο. Και δεν πίστευε στα μάτια του. Τι ήταν εκείνο που έβλεπε;
‘’Μου σάλεψε έχω παραισθήσεις! Ήρθε το τέλος. Πεθαίνω…’’ συλλογίστηκε.
Το κρατητήριο είχε γίνει ευρύχωρο και φωτεινό, πολύ φωτεινό, σαν εκκλησία. Ο π. Αρσένιος ήταν ντυμένος με μια λαμπρή ιερατική στολή και προσευχόταν μεγαλόφωνα με τα χέρια υψωμένα. Τα λόγια του ήταν τώρα απόλυτα κατανοητά και οικεία στον Αλέξιο. Εισχωρούσαν μέσα στην ψυχή του κι έδιωχναν την αγωνία και τη θλίψη.
Αλλά να, πράγματι, κάποιος ήταν εκεί, δίπλα τους. Δεν τον έβλεπε, ένιωθε όμως ολοκάθαρα την παρουσία του.
Και οι άλλοι δύο πάλι, οι φωτόμοφροι νεαροί με τις αστραφτερές φορεσιές, που στέκονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά του π. Αρσενίου, από πού ξεπρόβαλαν;…
Η προσευχή συνεπήρε τον Αλέξιο, πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη. Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στον π. Αρσένιο. Το κορμί του ζεστάθηκε. Η ανάσα του έγινε ελαφριά. Ένα αίσθημα χαράς φτέρωνε την καρδιά του.
Προσευχόταν ο π. Αρσένος. Προσευχόταν κι ο Αλέξιος μαζί του, με την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Ναι, ο Θεός ήταν εκεί, μαζί τους, ζωντανός! Τον έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του, όπως έβλεπε κι εκείνους τους δύο απεσταλμένους Του, που τους συμπαραστέκονταν.
Μία δυο φορές του ήρθε η σκέψη , ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο π.Αρσένιος είχαν ήδη πεθάνει- ή ότι πέθαιναν και βρίσκονται σε παραλήρημα. Όλα όμως του έδειχναν ότι ζούσε μια πραγματικότητα.
Πόση ώρα πέρασε έτσι δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Σε μια στιγμή, πάντως ο π. Αρσένιος στράφηκε και του είπε:
-Πήγανε , Αλιόσα! Κουράστηκες, πήγαινε να ξαπλώσεις. Εγώ θα προσεύχομαι κι εσύ θα μ’ ακούς.
Ο Αλέξιος ξάπλωσε στο πάτωμα, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να προσεύχεται.
«…Περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται γεννήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς».
Σαν παναρμόνια μελωδία αντήχησαν μές στην καρδιά του τα θεία λόγια.
«…Συνηγμένοι εις το εμόν όνομα…»

-Ναι ! Ναι! Δεν είμαστε μόνοι!...
Ήταν ήσυχα, ζεστά, ευχάριστα.
Ξάφνου πρόβαλε από κάπου η μητέρα του.
Ήρθε κοντά του και τον σκέπασε στοργικά- έτσι έκανε πάντα, ως τον περασμένο χρόνο, που τον συνέλαβαν. Ύστερα έπιασε απαλά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και το έσφιξε στο στήθος της.
Ήθελε να της πει:
-Μητέρα, ακούς πως προσεύχεται ο π. Αρσένιος; Γνώρισα το Θεό! Πιστεύω!...
Το είπε; Δεν το είπε;…Ωστόσο εκείνη σαν ν’ αποκρίθηκε:
-Αλιόσα, όταν σε πήρανε, βρήκα κι εγώ το Θεό! Εκείνος μου έδωσε το κουράγιο να ζώ!...

Τώρα πια ο Αλιόσα δεν ζητούσε τίποτα από τον Κύριο. Μόνο Τον δόξαζε και Τον ευχαριστούσε.
Πόσο κράτησαν όλα τούτα; Δεν ήξερε. Στην μνήμη του έμειναν μόνο τα λόγια της προσευχής , η γλυκιά θαλπωρή , το άπλετο φώς, ο λαμπροφορεμένος π. Αρσένιος, οι δύο φωτόμορφοι νέοι, το αίσθημα της ανέκφραστης εσωτερικής χαράς και ανακαινιστικής θέρμης…

Ακούστηκαν φωνες. Μετά χτυπήματα. Έβγαζαν την αμπάρα.
Ο Αλέξιος άνοιξε τα μάτια. Ο π. Αρσένιος ακόμα προσευχόταν. Οι δύο νέοι τους ευλόγησαν και εξαφανίστηκαν. Το φως σιγά σιγά μειώθηκε και ο χώρος στένεψε. Να, ξαναβρέθηκαν μέσα στο σκοτεινό και παγωμένο κρατητήριο..
-Σήκω Αλέξιε! Ήρθαν!...

π.Αρσένιος
Ο κατάδικος «ΖΕΚ- 18376»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...