Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Δες πως χαμογελάει ο Θεός ....,

Για ακόμη μια φορά ο Θεός μας χαμογέλασε …Δεν πάνε ούτε τρείς μήνες από εκείνο το χαμόγελο αιωνιότητας του Γ.Ιωσήφ και να ακόμα ένα ..να δυναμώσει την πίστη μας… να φωλιάσει τον Χριστό πιο στέρεα μέσα μας …Για όλους αυτούς που θα χαμογελάσουν …ειρωνικά όμως ….θα γράψουμε τα ίδια με αυτά προ τριμήνου...Κατανόητή αυτή η στάση ..Ίσως γιατί ο καθένας επιζητεί να... ψηλαφίσει ο ίδιος ...τον τύπον των ήλων...Ίσως γιατί θεωρεί οτι είναι αφύσικο να ...χαμογελά ο Θεός σε μια ..δυσώδη και αλιβάνιστη εποχή ..Ίσως γιατί αυτή του η καχυποψία,η άρνηση είναι μια εσωτερική άμυνα ,προκειμένου να μην προβληματιστεί για το τί υπάρχει μετά και να συνεχίσει αμέριμνος τον δρόμο του ,εισερχόμενος πάντα ...απο την πλατιά και ευρύχωρο πύλη... Και ένα κείμενο του Ευλογημένου Κόντογλου αφιερωμένο στην μνήμη της χαμογελαστής μοναχής Ευπραξίας που κοιμήθηκε έχοντας στο πλευρό της τον πνευματικό της πατέρα ,Γ.Ευφραίμ Φιλοθεϊτη, στην Αριζόνα…Χαμόγελο ευτυχίας και σιγουριάς αιωνιότητας …



Απο: http://sotiriapsixis.blogspot.com/2009/10/blog-post_06.html

Τη Λαμπροδευτέρα το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρίν να πλαγιάσω για να κοιμηθώ, εβγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσ’ από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο , κυττάζοντας τον σκοτεινόν ουρανό με τ’ άστρα. Σαν να τον έβλεπα πρώτη φορά. Μου φάνηκε πολύ βαθύς, και σαν να ερχότανε από πάνω μια μακρυνή ψαλμωδία. Το στόμα μου είπε σιγανά: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών , και προκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού». Ένας αγιασμένος γέροντας μου είχε πει μια φορά, πως κατά τούτες τις ώρες ανοίγουν τα ουράνια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε από τα λουλούδια κι από τα αγιοχόρταρα, που έχουμε φυτέψει. «Πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης του Κυρίου». Θα στεκόμουνα εκεί πέρα μονάχος ως το ξημέρωμα. Σαν να μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με τη γη. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στο σπίτι και ανησυχήσουνε που έλειπα, και γι’ αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα. Δε με είχε θολώσει καλά-καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη. Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε σαν ανοιχτά και μ’ έβλεπε τρομαγμένος. Το πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με το πετσί του γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος. Στο να χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, που δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τα’ άλλο έσφιγγε το στήθος του, λες και πονούσε. Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Το κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως να μιλήσει, σαν να περίμενε να το γνωρίσω. Και στ’ αλήθεια, μ’ όλο που ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν να μου είπε μία φωνή: «Είναι ο τάδε!» μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιος ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. Μα η φωνή του σαν ν α ερχόταν από πολύ μακρυά, σα νάβγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι. Έβλεπα πως βρισκότανε σε μια μεγάλη αγωνία κι υπόφερα κι εγώ μαζί του. Τα χέρια του , τα πόδια του, τα μάτια του, όλα φανερώνανε πως βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, μα εκείνος μούκανε νόημα ε το χέρι του να σταματήσω. Άρχισε να βογγά, με τέτοιο τρόπο , που πάγωσα. Έπειτα μου λέγει: «Δεν ήρθα, με στείλανε. Εγώ ολότελα τρέμω! Βρίσκομαι σε ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσα τον Θεό να με λυπηθή. Θέλω να πεθάνω μα δε μπορώ. Αχ! Όσα έλεγες βγήκαν αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πρίν πεθάνω, που ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; Ήτανε και δυο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σαν κι εμένα. Εκεί που μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε. Σαν έφυγες, μου είπανε: Κρίμα, νάχει τέτοιο μυαλό , και να πιστεύει στις ανοησίες που πιστεύουνε οι γριές! Μια άλλη μέρα, σου είχα, πει, όπως και πολλές άλλες φορές: «Βρέ Φ., μάζευε λεφτά, θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ πόσα έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες: «Έχεις κάνει συμβόλαιο με τον Χάρο πως θα ζήσεις τόσα χρόνια που θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γερατειά σου;». Σου λέγω εγώ: «Θα δείς πόσω χρονώ θα πάγω: τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τα εκατό. Έχω εξασφαλίσει τα παιδιά μου, ο γυιός μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ’ έναν πλούσιον από την Αβυσσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε. Όχι σαν εσένα που ακούς αυτά που λένε οι παπάδες ‘ Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών’. Τι θα βγάλεις από τα ‘Χριστιανά τα τέλη;’. Παρά νάχεις στην τσέπη σου , και μη σε μέλει. Εγώ να δώσω ελεημοσύνη; Και γατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; Για να τους θρέφω εγώ; Αμ βάζουνε εσάς και ταΐζετε τους τεμπέληδες, για να πάτε στον Παράδεισο! Ακούς εκεί Παράδεισος; Εγώ ξέρεις πως είμαι γυιός παπά, και τα γνωρίζω καλά αυτά τα κόλπα. Μα να τα πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ, που έχεις τέτοια σπουδή, και να πας χαμένος. Εσύ, όπως πας, θα πεθάνεις πρίν από μένα, θα πάρεις και στον λαιμό σου την οικογένεια σου. Μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, σαν γιατρός που είμαι, πως θα ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!...». Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δω κι από κεί, σαν να ψηνότανε απάνω σε καμμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: «Αχ! Ούχ! Ού! Ου! Χού! Ούχ!». Ησύχασε για λόγο και ξαναείπε: Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα! Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μια βούλιαζα και μια ανέβαινα απάνω, και φώναζα: Έλεος! Μα κανένας δεν μ’ άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε σαν νάμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τα τώρα, και τι τραβώ. Τι αγωνία είναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα. Εγώ , τότε, που βρισκόμουνα στον κόσμο που ζείς , ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και να μ’ ακούνε, να κοροϊδεύω τη θρησκεία, να συζητώ για χεροπιαστά πράγματα. Τώρα όμως, βλέπω πως χεροπιαστά είναι εκείνα που τα έλεγα παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χεροπιαστή είναι η αγωνία που βρίσκομαι. Αχ! Τούτος θα είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα είναι ο βρυγμός των οδόντων!». Απάνω σ’ αυτά , χάθηκε από τα άτια μου, κι άκουγα μονάχα τα βογγητά του, που και κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. Με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μιά στιγμή, κατάλαβα να με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου , και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τη φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα βυζανιάρικο παιδάκι, μ’ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι , που το κουνούσε από δω κι από κεί. Άνοιξε το στόμα του και μου είπε: «Σε λίγη ώρα θα ξημερώσει και θάρθουνε να με πάρουνε εκείνοι που με στείλανε!». Του λέγω: «Ποιοι σε στείλανε;» Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως να καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει: «Εκεί που βρίσκομαι είναι κι άλλοι πολλοί από κείνους που σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πως οι εξυπνάδες δεν περνούν παραπέρα από το νεκροταφείο. Είναι και κάποιοι άλλοι που τους έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τους συγχωρούσες, τόσο αυτοί γινότανε χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί να τον κάνει η καλωσύνη να χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει να νοιώθει τον εαυτό του νικημένο. Τούτοι βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δε μπορούνε να βγούνε από τη σκοτεινή φυλακή τους για νάρθουνε να σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με τη μάστιγα τη αγάπης, όπως είπε ένας άγιος. Πόσο αλλοιώτικος είναι ο κόσμος από ό,τι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πως η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απάτη. Είναι που έχετε στην καρδιά σας τον Χριστό, και που για σας ο λόγος του είναι η αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, που μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους άπιστους, αυτό το στοίχημα που το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία. Αληθινά στον Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια. Αλλοίμονο σ’όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό που είμαστε απάνω στη γη. Η σάρκα μας είχε μεθύσει , και εμπαίξαμε εκείνους που πιστεύανε στον Θεό και στη μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σας λέγαμε ανόητους , σας κάναμε περιπαίγματα, κι όσο εσείς δεχόσαστε με καλωσύνη τα πειράγματα μας, τόσο μεγάλωσε η δική μας η κακία. Βλέπω και τώρα πόσο θλιβόμαστε από το φέρσιμο τω κακών ανθρώπων, αλλά πως δεχόσαστε με υπομονή τις φαρμακερές σαΐτες που βγάζουνε από το στόμα τους, λέγοντας σας υποκριτές, θεομπαίχτες και λαοπλάνους. Αν βρισκόντανε, οι δυστυχείς, στη θέση που βρίσκομαι τώρα, και βλέπανε από δω που βλέπω, θα τρομάζανε για ό,τι κάνουνε, θέλω να φανερωθώ σ’ αυτούς και να τους πω να αλλάξουνε δρόμο, μα δεν έχω την άδεια , όπως δεν την είχε κι εκείνος ο πλούσιος και για τούτο παρακαλούσε τον Πατριάρχη Αβραάμ να στείλει τον φτωχό τον Λάζαρο. Μα και κείνον δεν τον έστειλε, και τούτο, για να γίνουνε ίδια άξιοι της καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοι σωτηρίας όσοι πορεύονται τη στράτα του Θεού. «Ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθήτω έτι, και ο δίκαιος διακαιοσύνην ποιησάτω έτι, και ο άγιος αγιασθήτω έτι». Με αυτά τα λόγια τον έχασα από μπροστά μου. Φ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (Από το βιβλίο ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ , Αθήναι)

ΔΑΦΝΗ

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ: Άρθρο του Engin Ardic (Τουρκική Εφημερίδα SABAH) ...=

Άρθρο του Engin Ardic (Τουρκική Εφημερίδα SABAH)
Παρασκευή, 3 Ιούλιος 2009, 14:44

Με ένα εντυπωσιακά ειλικρινές άρθρο, που δημοσιεύεται στην έγκυρη εφημερίδα SABAH, από τον Engin Ardic, γνωστό συγγραφέα και δη?οσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαϊου:



"Τούρκοι συμπατριώτες, σταματήστε πιά τίς φανφάρες καί τίς γιορτές γιά τήν Άλωση, αρκετή βία έχουμε δώσει στήν Ανατολή με τίς πράξεις μας..."

ΑΝ οργανωνόταν στην Αθήνα συνέδριο με θέμα «Θα πάρουμε πίσω την Πόλη».

ΑΝ έφτιαχναν μακέτα με τα τείχη της πόλης και τους στρατιώτες με τις πανοπλίες τους να επιτίθενται στην Πόλη. (όπως εμείς στην Τουρκία κάνουμε κάθε χρόνο !)

ΑΝ ένας τύπος ντυμένος όπως ο περίφημος Έλληνας νικηφόρος και σχεδόν μυθικός Διγενής Ακρίτας έπιανε τον δικό μας Ulubatlι Hasan και τον γκρέμιζε κάτω.

ΑΝ ξαφνικά έμπαινε στην πόλη κάποιος ντυμένος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος πάνω σε ένα λευκό άλογο και δίπλα του άλλος ως Λουκάς Νοταράς, ως Γεώργιος Φραντζής κι έμπαιναν ως αντιπρόσωποι της πόλης. (όπως εμείς στην Τουρκία κάνουμε κάθε χρόνο !)

ΑΝ έφτιαχναν μια χάρτινη Αγία Σοφία που δεν είχε μιναρέδες αλλά Σταυρό.

ΑΝ έκαιγαν λιμάνι και έλεγαν ύμνους, θα μας άρεσε; Δε θα μας άρεσε, θα ξεσηκώναμε το κόσμο, μέχρι που θα καλούσαμε πίσω τον πρέσβη μας από την Ελλάδα.

Τότε, γιατί το κάνετε εσείς αυτό, κάθε χρόνο; Πέρασαν 556 χρόνια και γιορτάζετε (την Αλωση) σαν να ήταν χθες; Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, ( μ΄ αυτές τις γιορτές πού κάνετε ) διακηρύσσετε σε όλο τον κόσμο ότι: «αυτά τα μέρη δεν ήταν δικά μας, ήρθαμε εκ των υστέρων και τα πήραμε με τη βία». Για ποιο λόγο άραγε φέρνετε στη μνήμη μια υπόθεση 6 αιώνων; Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος ότι η Πόλη κάποια μέρα θα δοθεί πίσω;

Μη φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε μερικοί ηλίθιοι της Εργκενεκόν περί όρων του 1919. Μη φοβάστε, τα 9 εκατομμύρια Ελλήνων δε μπορούν να πάρουν τη πόλη των 12 εκατομμυρίων, και αν ακόμα τη πάρουν δε μπορούν να τη κατοικήσουν. Κι οι δικοί μας που γιορτάζουν την Άλωση είναι μια χούφτα φανατικοί μόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα.

Ρε 'σεις, αν μας πούνε ότι λεηλατούσαμε τη Πόλη τρεις τρεις και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουμε; Θα υπερασπιστούμε τον εαυτό μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ή θα αφήσουμε το θέμα στους ιστορικούς; Αντί να περηφανευόμαστε με τις πόλεις που κατακτήσαμε, ας περηφανευτούμε με αυτές που ιδρύσαμε, αν υπάρχουν. Αλλά δεν υπάρχουν. Όλη η Ανατολή είναι περιοχή μέ τη βία κατακτημένη... Ακόμα και το όνομα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν (ana=μανα, dolu=γεμάτη) αλλά προέχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή. Ακόμα και η ονομασία της Ινσταμπούλ δεν είναι όπως μας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλά?» τραβώντας τη λέξη από τα μαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

Εντάξει, λοιπόν, αποκτήσαμε μόνιμη εγκατάσταση, τέλος η νομαδική ζωή και γι' αυτό ο λαός αγοράζει πέντε - πέντε τα διαμερίσματα. Κανείς δε μπορεί να μας κουνήσει, ηρεμήστε πια.Οι χωριάτες μας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όμως πολλές φανφάρες.".



http://www.sabah.com.tr/Yazarlar/ardic/2009/05/29/hatirlatmayin_sunu_kefereye
Δάφνη

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Οι προσφωνήσεις , η ιεραρχία κλπ στην Ορθόδοξη Εκκλησία

• Πατριάρχης: Μακαριώτατος.
• Διευκρίνιση: 4 Πρεσβυγενή Πατριαρχεία (Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) Προσαγορεύονται και Θειότατοι.
• Ειδικά ο Κων/πόλεως : Παναγιώτατος
Επιστολές απευθύνονται: προς την ΑΘΠ τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κων/πόλεως ΑΘΠ=την Αυτου Θειοτάτην Παναγιότητα κύριον κύριον Βαρθολομαίον

• Οι λοιποί Πατριάρχαι (Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) και Αρχιεπίσκοποι, επικεφαλής Αυτοκεφάλων Εκκλησιων (Αθηνών, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας) Μακαριώτατος
• Οι Αρχιεπίσκοποι, που δεν είναι όμως επικεφαλής Εκκλησιών (Κρήτης, Αμερικής, Αυστραλίας,Αγγλίας = ημι-αυτόνομοι, υπάγονται στο Οικουμ.Πατριαρχείο, Αρχιεπ.Σινά κ.α. του Πατριαρχ.Ιεροσολύμων) Σεβασμιώτατος
• Οι Μητροπολίτες Σεβασμιώτατος.
• Εξαίρεση για τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, μέσα στην Επαρχία του μόνο: Παναγιώτατος.
• Τιτουλάριοι Μητροπολίτες (χωρίς Επαρχία & διοικητική Αρχή) Πανιερώτατος.
• Ομοίως και οι Μητροπολίτες Κύπρου. Πανιερώτατος.
• Απλοί Επίσκοποι (βοηθοί) Θεοφιλέστατος.
• Αρχιμανδρίτες με πτυχ.Ανωτ.Σχολής Πανοσιολογιώτατος.
• Άνευ τούτου Πανοσιώτατος.
• Μοναχοί απλοί ή Μοναχοί με Ιερωσύνη (Ιερομόναχοι) με πτυχ.Ανωτ.Σχολής Οσιολογιώτατος.
• Άνευ τούτου Οσιώτατος.
• Ιερείς έγγαμοι με πτυχ.Ανωτ.Σχολής Αιδεσιμιολογιώτατος.
• Άνευ τούτου Αιδεσιμώτατος.
• Διάκονοι με πτυχ.Ανωτ.Σχολής Ιερολογιώτατος.
• Άνευ τούτου Ευλαβέστατος
βλ.Δίπτυχα Εκκλησίας 2005 σελ.1153-1154 εκδ.Απ.Διακονίας
• Πέρα απ'αυτά υπάρχουν Αξιώματα Διοικητικά: Πρωτοσύγκελος (ο άμεσος συνεργάτης ενός Μητροπολίτη, κατά κανόνα Αρχιμανδρίτης)
• Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος (ο Διοικητικά Προϊστάμενος των Μητροπολιτικών Περιφερειών) και ....
• Αρχιερατικός Επίτροπος (ο Διοικητικά Προϊστάμενος μιας επιμέρους Μητροπολιτικής Περιφέρειας πχ Τριπόλεως: Βαλτετσίου, Κεντρ.Μαντινείας, Τεγέας, Παλλαντίου, Καστρίου, Αστρους, Λεωνιδίου). Προσφώνηση κατά την ιερατική τάξη τους, ως ανωτέρω.
• Επίσης Αξιώματα Τιμητικά - Οφφίκια για τους εγγάμους Ιερείς, τα οποία εμφαίνονται από κάποιο διάσημο, όπως επιγονάτιο, σταυρό: Πρωτοπρεσβύτερος, Οικονόμος, Σακελάριος κ.α. Προσφώνηση κατά την ιερατική τάξη τους, ως ανωτέρω.
• Υπάρχει και τίτλος Πρωθιερεύς ή Πρωτόπαπας. Αυτός χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα Επτάνησα, στους χρόνους της Ενετο- Αγγλο- Γαλλο- κρατίας, όταν οι Λατίνοι δεν επέτρεπαν την ύπαρξη Μητροπολίτη, επειδή ήθελαν να προβάλουν το Λατίνο Επίσκοπο. Σ'αυτήν την περίπτωση ο Πρωτόπαπας ( έγγαμος Ιερέας) διοικούσε υπηρεσιακά τη Μητρόπολη, χωρίς να έχει το δικαίωμα, φυσικά, να ενεργεί τα του Επισκόπου (χειροτονίες κοκ).

Αντιγαφή απο: http://exypno.blogspot.com/

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Συμεών ο Νέος Θεολόγος- Αρπαγή στο Φως

Αρπαγή στο Φως

Ελεύθερη απόδοση του ΚΒ’ Κατηχητικού λόγου
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής


Η μυστική εργασία του Γεωργίου

ΑΔΕΛΦΟΙ και πατέρες, είναι καλό να διακηρύττουμε σε όλους το έλεος του Θεού και να γνωστοποιούμε στους πλησίον μας την ευσπλαγχνία και την άφατη αγαθότητά του σε μας. Ο θείος Δαβίδ λέει: «Εγώ δεν νήστεψα, δεν αγρύπνησα, δεν κοιμήθηκα καταγής, αλλά απλώς ταπεινώθηκα και μ’ έσωσε ο Κύριος» (Ψαλμ. 116:6) Και για να πω συντομότερα: «Μόνο πίστεψα και με δέχθηκε ο Κύριος» (Ψαλμ.26:10). Διότι ενώ για την απόκτηση της ταπεινώσεως παρεμβάλλονται πολλά εμπόδια, για την απόκτηση της πίστεως κανένα. Εάν θελήσουμε με την ψυχή μας η πίστη ενεργεί αμέσως, επειδή είναι θείο δώρο και φυσικό χάρισμα -αφού οι Σκύθες και οι βάρβαροι πιστεύουν ο ένας στα λόγια του άλλου- εξαρτάται όμως και από την αυτεξούσια προαίρεσή μας. Αλλά για να σας αποδείξω την ενέργεια της ενδιάθετης πίστεως, θα σας διηγηθώ προς επιβεβαίωση των λόγων μου μια ιστορία που άκουσα από στόμα αληθινό.
Ζούσε στα χρόνια μας στην Κωνσταντινούπολη ένας νέος, που ονομαζόταν Γεώργιος

(1), περίπου είκοσι ετών. Ήταν ωραίος στην όψη και κάπως επιδεικτικός στους τρόπους, στο βάδισμα και σ’ όλη του την εμφάνιση. Γι’ αυτό μερικοί που βλέπουν μόνο εξωτερικά και κατακρίνουν τους άλλους, είχαν σχηματίσει κακή ιδέα γι’ αυτόν. Αυτός, λοιπόν, γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό, που ζούσε σ’ ένα από τα μοναστήρια της πόλεως

(2). Του εμπιστεύθηκε την ψυχή του και έλαβε απ’ αυτόν ένα μικρό πνευματικό κανόνα με την προτροπή να μην τον αμελήσει. Ο νέος του ζήτησε και κάποιο βιβλίο, που να αναφέρεται στη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση, και ο γέροντας του έδωσε το βιβλίο του αββά Μάρκου του Ασκητού “Περί του πνευματικού νόμου”. Εκείνος το δέχτηκε σαν από Θεού και ελπίζοντας να καρπωθεί κάτι σπουδαίο απ’ αυτό, το διάβασε ολόκληρο με πόθο και προσοχή. Απ’ όλα ωφελήθηκε, αλλά τρία ιδιαιτέρως κεφάλαια έβαλε στην καρδιά του. Το ένα περιείχε αυτά τα λόγια:

Αν θέλεις τη θεραπεία σου επιμελήσου τη συνείδηση, κάνε ό,τι σου λέει και θα βρεις ωφέλεια.

Τό δεύτερο έλεγε:

Όποιος επιζητεί τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προ της εργασίας των εντολών μοιάζει με δούλο, που μόλις τον αγόρασαν επιδιώκει αμέσως την απελευθέρωση.

Και το τρίτο:

Είναι τυφλός αυτός που κράζει και λέει: «Υιέ Δαβίδ ελέησόν με» [Μαρκ.10:47-48], και προσεύχεται σωματικά χωρίς να έχει ακόμη γνώση πνευματική. Αυτός όμως ο πρώην τυφλός, αφού άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονομάζει πια υιό Δαβίδ αλλά τον ομολογεί Υιό Θεού και τον προσκυνεί [Ιω.9:38].

Διαβάζοντάς τα αυτά ο νέος θαύμασε και θαυμάζοντας πίστεψε ότι επιμελούμενος τη συνείδηση θα βρεί ωφέλεια, με την εργασία των θείων εντολών θα κατανοήσει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και με τη χάρη του θα αναβλέψει νοερώς και θα δει τον Κύριο, από την αγάπη και τον πόθο του οποίου πληγώθηκε η καρδιά του και επιζητούσε με ελπίδα το πρώτο και μη φαινόμενο κάλλος.

Τίποτε άλλο δεν έκανε, όπως με βεβαίωσε με όρκο, παρά μόνο κάθε βράδυ τον μικρό εκείνο κανόνα, που του όρισε ο γέροντας και μετά κοιμόταν στο κρεβάτι του. Όταν δε η συνείδηση τον προέτρεπε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε μερικούς ψαλμούς ακόμη, λέγε περισσότερες φορές το ‘Κύριε ελέησον’ μπορείς», πρόθυμα και αδίστακτα την υπάκουε, σαν να του το έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Από τότε ποτέ δεν κοιμήθηκε αν τον έλεγχε η συνείδηση και του έλεγε: «Γιατί δεν το έκανες αυτό;». Εκείνος λοιπόν την ακολουθούσε πιστά και εκείνη μέρα με τη μέρα πρόσθετε νέες εντολές. Έτσι σε λίγο καιρό αυξήθηκε πολύ η εσπερινή του ακολουθία.

Την ημέρα διηύθυνε τον οίκο ενός πατρικίου στου οποίου το παλάτι πήγαινε κάθε πρωΐ φροντίζοντας για τα προς το ζην αναγκαία. Έτσι κανείς δεν γνώριζε τη μυστική του εργασία. Αυτός όμως κάθε βράδυ έκανε όλο και περισσότερες μετάνοιες πέφτοντας με το πρόσωπο στη γη, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Οταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια ενωμένα μεταξύ τους και αμετακίνητα. Διάβαζε με πόνο, με στεναγμούς και δάκρυα προσευχές προς τη Θεοτόκο. Πρόσπεφτε στα άχραντα πόδια του Κυρίου σαν να τον έβλεπε παρόντα σωματικά και σαν τυφλός του ζητούσε να τον ελεήσει για ν’ αναβλέψει ψυχικά. Και καθώς η προσευχή αύξανε κάθε βράδυ, διαρκούσε μέχρι τα μεσάνυχτα, χωρίς αυτός καθόλου να ραθυμεί ή να χαλαρώνει την προσοχή του κατά τη διάρκειά της. Κανένα μέλος του σώματός του δεν σάλευε τελείως, ούτε τα μάτια του έστρεφαν δεξιά-αριστερά ή πάνω, αλλά στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα ή σαν ασώματος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εδώ ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναφέρεται συγκεκαλυμμένα στην αρχή της δικής του πνευματικής πορείας. Γεώργιος φαίνεται πως ήταν το κοσμικό του όνομα.

2. Πρόκειται για τη φημισμένη Μονή Στουδίου και για τον οσιώτατο μοναχό Συμεών τον Ευλαβή, πνευματικό πατέρα και γέροντα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Αρπαγή μέσα στο Φως

ΚΑΠΟΙΑ νύχτα λοιπόν, που έλεγε το «Ο Θεός ιλασθήτι μοι τω αμαρτωλώ» με τον νου μάλλον παρά με τα χείλη, φάνηκε ξαφνικά από ψηλά πλούσια θεία έλαμψη και γέμισε όλος ο τόπος. Μόλις έγινε αυτό, ο νέος δεν καταλάβαινε πια αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι και κάτω από στέγη. Φως μόνο έβλεπε παντού και δεν αισθανόταν καν αν πατούσε στη γη, αλλ’ ούτε φοβόταν μήπως πέσει. Δεν σκεπτόταν καθόλου τον κόσμο ούτε του άγγιζε τον λογισμό τίποτε απ’ όσα πειράζουν τους ανθρώπους που φορούν σάρκα. Ήταν όλος μέσα σ’ ένα άϋλο φως και νόμιζε πως έγινε κι ο ίδιος φως. Λησμόνησε όλο τον κόσμο, ενω πλημμύρισε από δάκρυα ανέκφραστης χαράς και αγαλλιάσεως. Έπειτα ο νους του ανέβηκε στον ουρανό και είδε άλλο φως λαμπρότερο απ’ το πρώτο. Κοντά σ’ αυτό το φως βλέπει με έκπληξη να στέκεται εκείνος ο άγιος και ισάγγελος γέροντας, που του έδωσε τον κανόνα και το βιβλίο.

Ακούγοντάς το εγώ αυτό, σκέφτηκα ότι η πρεσβεία του αγίου εκείνου είχε συνεργήσει πολύ, ώστε να αξιωθεί ο νέος τέτοιας ελλάμψεως και ότι έτσι τα οικονόμησε ο Θεός για να του φανερώσει σε ποιό ύψος αρετής είχε φθάσει ο άγιος γέροντάς του.

Όταν πέρασε η θεωρία και ήρθε πάλιν στον εαυτό του, τον συνείχε χαρά και έκπληξη και δάκρυα ανέβλυζαν από την καρδιά του γεμάτα γλυκύτητα. Τέλος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ενώ εκείνη την ώρα λάλησε ο πετεινός φανερώνοντας ότι είναι μεσάνυχτα. Μετά από λίγο εκκλησίες σήμαναν τον Όρθρο. Κι αυτός σηκώθηκε να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να έχει ούτε καν έννοια για ύπνο εκείνη τη νύχτα.

Αυτά έγιναν με τη θέληση και την απόλυτη κρίση του Θεού, χωρίς ο νέος να κάνει τίποτα περισσότερο, παρά μόνο όσα ακούσατε, με ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Ας μην πει λοιπόν κανείς ότι έπραξε αυτά δοκιμαστικώς. Κάτι τέτοιο ούτε καν από το λογισμό του πέρασε -γιατί αυτός που δοκιμάζει και εκπειράζει, πίστη δεν έχει αποκτήσει- αλλά απορρίπτοντας κάθε άλλη εμπαθή και φιλήδονη έννοια φρόντιζε, όπως με βεβαίωνε, μόνο για όσα του έλεγε η συνείδηση, ώστε ήταν σαν νεκρός για τα αισθητά πράγματα του βίου κι ούτε καν την τροφή και το νερό επιζητούσε συχνά και ενήδονα.
Το Φως καρπός της πίστεως

ΑΚΟΥΣΑΤΕ αδελφοί μου, πόσα κατορθώνει η πίστη στον Θεό, όταν επισφραγίζεται με έργα; Είδατε ότι ούτε η νεότητα είναι απόβλητη, αλλ’ ούτε και τα γηρατειά είναι ωφέλιμα, όταν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Βεβαιωθήκατε ότι ούτε το κέντρο της πόλεως δεν μας εμποδίζει να εργαζόμαστε τις εντολές του Θεού, αν είμαστε πρόθυμοι και άγρυπνοι, ούτε η αναχώρηση από τον κόσμο και η ησυχία ωφελούν αν ραθυμούμε και αμελούμε;
Ακούμε όλοι για τον Δαβίδ τον θαυμάζουμε και λέμε: «ένας είναι ο Δαβίδ και άλλος δεν είναι», και να εδώ περισσότερο από τον Δαβίδ. Γιατί εκείνος πήρε τη μαρτυρία από τον Θεό, χρίσθηκε προφήτης και βασιλιάς, έλαβε Πνεύμα Άγιο και είχε πολλές περί Θεού αποδείξεις. Όταν αμάρτησε λοιπόν και στερήθηκε τη χάρη του Πνεύματος και του αφαιρέθηκε το προφητικό χάρισμα και αποξενώθηκε από τη συνήθη κοινωνία με τον Θεό, τι το αξιοθαύμαστο αν αυτά πάλι τα αναζήτησε, λαχταρώντας τη χάρη από την οποία ξέπεσε;

Ενώ αυτός ο νέος όντας προσκολλημένος μόνο στα κοσμικά και στραμμένος στα πρόσκαιρα και έχοντας διάνοια που δεν φαντάσθηκε ποτέ τίποτε ψηλότερα από τα γήϊνα -ώ των κριμάτων σου Κύριε!- άκουσε μόνο γι’ αυτά κι αμέσως πίστεψε. Tόσο πολύ, ώστε έκανε και έργα άξια της πίστεως, από τα οποία η διάνοιά του πήρε φτερά κι έφτασε στους ουρανούς. Κέρδισε τη συμπάθεια της Μητέρας του Χριστού και με την πρεσβεία της εξιλέωσε τον Θεό. ΄Ελκυσε μέσα του τη χάρη του Πνεύματος και αυτή τον ενίσχυσε να φθάσει μέχρι τον ουρανό και τον καταξίωσε της θέας του φωτός εκείνου, που όλοι ποθούν αλλά πολύ λίγοι το αξιώνονται.

Αυτός ο νέος, που ούτε νήστεψε πολλούς χρόνους, ούτε ποτέ κοιμήθηκε καταγής, ούτε φόρεσε τρίχινα ενδύματα, ούτε είχε καρεί μοναχός, ούτε απομακρύνθηκε σωματικά από τον κόσμο αλλά μόνο πνευματικά, με λίγη αγρυπνία αναδείχθηκε ανώτερος από τον Λώτ τον ξακουστό στα Σόδομα. Ή μάλλον, αναδείχθηκε ένσαρκος άγγελος, ψηλαφητός και αψηλάφητος, βλεπόμενος αλλ’ όχι περιοριζόμενος, άνθρωπος φαινομενικά αλλ’ άσαρκος πραγματικά, «γενόμενος τοις πάσι τα πάντα» (Α’ Κορ. 9:22) και όντας μόνος με μόνο το Θεό που γνωρίζει τα πάντα. Γι’ αυτό με τη δύση του αισθητού ήλιου τον καταύγασε το γλυκό φως του νοητού ήλιου, προαναγγέλλοντας και προμηνύοντας το ανέσπερο φως του μέλλοντος αιώνος που επρόκειτο να απολαύσει. Και δικαίως. Γιατί η αγάπη του ποθουμένου Χριστού τον απομάκρυνε από τον κόσμο, από τη φύση και απ’ όλα γενικά τα πράγματα και τον ανέδειξε πνευματικό και φωτεινό. Και όλα αυτά ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη, είχε την επιστασία σπιτιού, φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και μεριμνούσε για όλα όσα είναι αναγκαία σ’ αυτήν τη ζωή.

Αρκούν αυτά και για έπαινο του νέου και για να σας παρακινούσαν σε πόθο και μίμησή του ή μήπως θέλετε να σας πω κι’ άλλα ακόμη μεγαλύτερα, που ίσως ούτε η ακοή σας θα τα ανεχόταν; Όμως τι ανώτερο ή τι τελειότερο μπορεί να βρεθεί απ’ αυτό; (3) Τίποτε, καθώς βεβαιώνει και ο Θεολόγος Γρηγόριος:

Η αρχή, λέει, της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου [Παροιμ. 1:7]. Γιατί όπου φόβος εκεί τήρηση των εντολών. Και όπου τήρηση των εντολών κάθαρση σαρκός, δηλαδή του νέφους που εμποδίζει την ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη θεία ακτίνα. Και όπου κάθαρση, έλλαμψη. Έλαμψη δε είναι η εκπλήρωση του πόθου εκείνων που ποθούν σφοδρά τα μέγιστα ή το μέγιστο ή υπέρ το μέγα. (4)

Με αυτά τα λόγια φανερώνει ότι το ατέλειωτο τέλος κάθε αρετής είναι ο φωτισμός του Πνεύματος, στον οποίο όποιος έφθασε κατέκτησε το τέλος και πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

3. Εννοεί τη θεία έλλαμψη.

4. ‘Μέγιστα’ εδώ εννοεί ο Θεολόγος τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ‘μέγιστο’ τη Θεότητα την οποία χαρακτηρίζει και με τον όρο ‘υπέρ το μεγα’ επειδή δεν προσδιορίζεται από καμμία ποσότητα ή μέγεθος, (κατά τον Νικήτα Σερρών -βλ. Και Διονυσίου Ζαγοραίου “Συμεών του Νέου Θεολόγου τα Ευρισκόμενα”, Εκδ. Β.Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 1977, σημ. Σελ.284).

Πίστη και έργα

ΑΥΤΑ είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού. Γι’ αυτό αν και κρύβονται οι άγιοι ο Θεός τους φανερώνει, ώστε άλλοι μεν να τους μιμούνται, άλλοι δε να είναι αναπολόγητοι. Και όσοι ζουν μέσα στους θορύβους ή σε κοινόβια ή σε όρη ή σε σπήλαια, αν πολιτεύονται καθώς πρέπει, να σώζονται και να αξιώνονται μεγάλων αγαθών από τον Θεό για την πίστη τους μόνο. Όσοι όμως από ραθυμία χάνουν τη σωτηρία τους να είναι αναπολόγητοι κατά την ημέρα της Κρίσεως. Είναι αψευδής, αδελφοί μου, αυτός που υποσχέθηκε να μας σώζει μόνο για την πίστη μας σ’ αυτόν.

Ελεήστε λοιπόν τους εαυτούς σας και εμένα που σας αγαπώ και πολλές φορές θρηνώ για σας και χύνω δάκρυα -γιατί τέτοιους μας θέλει ο συμπαθής και ελεήμων Θεός- πιστέψτε όλόψυχα στον Κύριο, απαρνηθείτε τη γη και όλα όσα παρέρχονται, προσέλθετε και προσκολληθείτε σ’ αυτόν. Σε λίγο ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν. Χωρίς εκείνον δεν υπάρχει τέρμα ούτε όριο στην πτώση των ανθρώπων. Διότι ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος. Πού να βρεθεί λοιπόν τόπος -πες μου αν μπορείς- για όσους εκπέσουν από τη βασιλεία του;

Μου έρχεται να θρηνώ, πονάει η καρδιά μου και λειώνω για σας, όταν σκέπτομαι ότι έχουμε τόσο μεγαλόδωρο και φιλάνθρωπο Δεσπότη, ο οποίος μόνο για την πίστη μας σ’ αυτόν μας χαρίζει τέτοια αγαθά, που υπερβαίνουν νουν, ακοή και διάνοια και που «δεν ανέβηκαν ποτέ σε καρδιά ανθρώπου» [Α' Κορ. 2:9]. Εμείς όμως σαν άλογα ζώα προτιμούμε τη γη και τα γήινα, που μας προσφέρει η μεγάλη του ευσπλαγχνία για τις ανάγκες του σώματος, για να τρεφόμαστε δηλαδή με μέτρο απ’ αυτά. Ενώ η ψυχή μας τρεφόμενη με τη νοερή τροφή του Πνεύματος πρέπει να πορεύεται ανεμπόδιστα προς τα άνω κατά το μέτρο της καθάρσεως και της αναβάσεως.

Να τι είναι ο άνθρωπος και να γιατί δημιουργηθήκαμε: Αφού απολαύσουμε εδώ κάποιες μικρές ευεργεσίες του Θεού, με την ευγνωμοσύνη και την προς αυτόν αγάπη να απολαύσουμε εκεί πάνω τα μεγαλύτερα και τα αιώνια. Όμως αλλοίμονο, όχι μόνο δεν φροντίζουμε καθόλου για τα μέλλοντα, αλλά είμαστε αχάριστοι και για τα παρόντα και γινόμαστε έτσι ίδιοι με τους δαίμονες ή και χειρότεροι ίσως για να πούμε την αλήθεια. Γι’ αυτό είμαστε άξιοι περισσότερης τιμωρίας, όσο περισσότερο ευεργετηθήκαμε με τη γνώση του Θεού, που έγινε για χάρη μας όμοιος με μας εκτός μόνο από την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία.

Αλλά τι να πω; Σε όλα αυτά πιστεύουμε μόνο με λόγια, ενώ με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ομολογείται παντού ο Χριστός στις πόλεις, στα χωριά, στα κοινόβια, στα όρη; Κοίταξε όμως και ερεύνησε αν τηρούν τις εντολές του. Μετά βίας θα βρείς μέσα σε χιλιάδες και μυριάδες έναν, που να είναι με έργα και λόγια χριστιανός. Δεν είπε στο ιερό Ευαγγέλιο ο Κύριος και Θεός μας,

«όποιος πιστεύει σε μένα θα κάνει έργα που κάνω κι εγώ και ακόμη μεγαλύτερα» [Ιω. 14:12];

Ποιός όμως από μας τολμάει να πει, «εγώ κάνω τα έργα του Χριστού και πιστεύω πιστά στον Χριστό»; Δεν βλέπετε, αδελφοί, ότι θα βρεθούμε άπιστοι την ημέρα της Κρίσεως και θα υποστούμε δριμύτερη κόλαση από εκείνους που δεν γνώρισαν καθόλου τον Κύριο; Διότι ένα από τα δύο είναι αναπόφευκτο να συμβεί, ή εμείς να κατακριθούμε ως άπιστοι ή να αποδειχθεί ο Χριστός ψεύτης, πράγμα που είναι αδύνατον, αδελφοί μου, αδύνατον.

Πηγη:http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/symeon_arpagi.html

Σωτήρια σκέψη

Στις 2-10-2009 στην σειρά Απίστευτες Επιβιώσεις στο τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ έδειχνε με ηθοποιούς την αληθινή ιστορία ενός ζευγαριού που χάθηκε μέσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου για 7 ημέρες. Ένας νεαρός γεμάτος αυτοπεποίθηση και εγωισμό, σίγουρος ότι θα τα καταφέρει και μια κοπέλα η οποία έπασχε από κατάθλιψη και δεν είχε τα φάρμακά της αυτές τις μέρες που χάθηκαν στη ζούγκλα.

Το αποτέλεσμα ήταν να φτάσουν σε ένα σημείο όπου η κοπέλα κάτω από την εμπειρία της αρρώστιας της να ζητά από τον νεαρό το μαχαίρι που είχαν για να τελειώσει τη ζωή της καθώς η ταλαιπωρία ήταν αφάνταστη. Ο νεαρός την απέτρεπε αλλά στην συνέχεια δέχθηκε να τελειώσουν μαζί τη ζωή τους μέσα στο αδιέξοδο της απελπισίας. Και ενώ έφτασαν σε τέτοιο σημείο, ο νεαρός έκανε μια τελευταία σκέψη βλέποντας τον εαυτό του μέσα στις λάσπες και στον ιδρώτα. Να ‘’πλυθώ, σκέφθηκε, για να με δεχθεί ο Κύριος καθαρό στο σώμα και στην ψυχή’’. Και βρήκε αμέσως ένα μεγάλο ρυάκι για να πλυθεί αλλά ταυτόχρονα σκέφτηκε ότι αυτό το ρυάκι μπορεί να οδηγεί κάπου στη θάλασσα να το ακολουθήσουν και τελικά βρήκαν ένα βαρκάρη σε μια μικρή λίμνη που περούσε τυχαία , αλλά σπάνια επισκεπτόταν αυτή τη λίμνη όπως αναφέρθηκε στη σειρά και βρήκαν τη σωτηρία τους.

Μια σκέψη στο Θεό μέσα στην απελπισία μας και όλα μπορούν να αλλάξουν.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Νεο-ειδωλολατρικές περιπλανήσεις και η αληθής εμεπειρία της Εκκλησίας μας-Αποσπάσματα

ΟΙ χριστιανοί Έλληνες αγαπώντας και σεβόμενοι τον αληθινό Θεό δεν παραμελούσαν, και δεν παραμελούμε την πατρίδα και τον ωραίο πολιτισμό της.
Το Χριστοκεντρικό βυζάντιο, που τόσο πολέμησαν και πολεμούν άνθρωποι που δεν βλέπουν την χριστιανική συνέχεια του αρχαίου Ελληνισμού, έχει να επιδείξει άπειρα παραδείγματα φιλοπατρίας και αγάπης προς την ένδοξη καταγωγή μας: Χριστιανών αυτοκρατόρων, στρατιωτικών , λογίων, ως και απλών ανθρώπων.
Δόξα του Ελληνισμού δεν είναι μόνο η αρχαιότητα. Δόξα του Ελληνισμού δεν είναι μόνο η φιλοσοφία, οι τέχνες και τα γράμματα των αρχαίων Ελλήνων . είναι και διαχρονική μάλιστα, πολύ ανώτερη δόξα και τιμή για τον Ελληνισμό:
α. Ο εκχριστιανισμός πολλών λαών από Έλληνες Ιεραποστόλους, με οικουμενικό πνεύμα, με σεβασμό στα ιδιαίτερα δεδομένα τους.
Β. Η θεολογία των Ελλήνων Πατέρων , οι ωραίοι αγώνες τους κατά των αιρέσεων , η ποιμαντική μέριμνα ‘‘υπέρ πασών των Εκκλησιών’’ και υπέρ του σύμπαντος κόσμου.
γ. Η χριστιανική Ελληνική φιλοσοφία των Χριστιανών Ελλήνων φιλοσόφων , που έχει περίοπτη θέσι δίπλα και πάνω από την θύραθεν αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, και η οποία με τον αληθινό φωτισμό του Πνεύματος διακρίνει, ερμηνεύει και προσφέρει την αποκαλυπτική αλήθεια για τον κόσμο, τον άνθρωπο, τον Όντος Θεό.
δ. Ο εκχριστιανισμός και εξανθρωπισμός των ηθών, της παιδείας , του δικαίου.
ε. η καταξίωση του από Χριστού σεβασμού στο ανθρώπινο πρόσωπο.
στ. Η κατάργηση της δουλείας, των φυλετικών διακρίσεων, της κοινωνικής αδικίας.
ζ. Η κοινωνική αποδοχή περί της ισότητος των δύο φύλων.
η. Η ωραία και αρμονική εν Χριστώ κοινοτική συμβίωσις και κύρια έκφρασι της τα πολλά και μεγάλα ελληνικά μοναστήρια, και τόσα άλλα κοινωνικά επιτεύγματα, κατορθώματα, αληθινή δόξα και του Ελληνισμού , δια των Χριστιανών Ελλήνων.
θ. Μετά την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, και στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας δοξάσθηκε ο Χριστιανικός Ελληνισμός. Με την άρσι του σταυρού του Χριστού και την δύναμι της Αναστάσεως, το υπόδουλο γένος χάριν της εις Χριστόν Πίστεως έδειξε μεγάλα αποθέματα αντοχής, και υπεροχής έναντι των βαρβάρων κατακτητών, πράγμα που το διετήρησε αλώβητο στο πέρασμα αιώνων δεινής σκλαβιάς και ατιμώσεων.
ι. Το Χριστιανικά κυρίας ελληνικά γράμματα, με τον απόδημο στην Εσπερία Ελληνισμό ανθούν και τρέφουν τις ψυχές των υποδούλων ,γ ια να θεριέψη μέσα στις ψυχές των Χριστιανών ‘‘ελεύθερων Πολιορκημένων ‘’ η ελπίδα στην εξέγερσι και την ελευθερία.
ια. Και η χριστιανική δύναμις της ελληνικής ψυχής γίνεται πάλι πόλος έλξεως πολλών ξένων , Φιλελλήνων ,και νέες δόξες και στεφάνια διεθνώς επιγράφονται στον Ελληνισμό με ‘‘το αθάνατο κρασί του ‘ 21’’, ‘‘για του Χριστού την Πίστη της αγία και της Πατρίδος την ελευθερία’’.
ιβ. Για να φθάσουμε στην Νεώτερη Ιστορία μας και στα έπη του ‘ 40, με τις εμφανίζεις της Παναγίας μας στους ήρωες της Πίνδου , και το παγκόσμιο αμίμητο λεχθέν , πως ‘‘οι ήρωες πολεμούν σαν τους έλληνες’’ (Ουίνστον Τσώρτσιλ) και στα αγνά Χριστιανικά λεβεντόπαιδα της ΕΟΚΑ της Κύπρου.
Όλα αυτά μένουν στην Ιστορία ως έπαινος πολλών ξένων διανοούμενων και θεολόγων και ιστορικών για τον Ελληνισμό, αφού τίμια τέκνα του τα κατόρθωσαν.
Ο Ελληνισμός « ‘‘ολοκληρώθηκε μέσα στην Εκκλησία’’ και με την νέα ταυτότητα του ως Ελληνοορθοδοξία- ή καλύτερα Ορθοδοξία- δοξάσθηκε και μεγαλούργησε στην κατοπινή του πορεία , ως ‘‘αιώνια κατηγορία (σ.σ.δηλ. χαρακτηριστικό) της χριστιανικής υπάρξεως’’» κατά την ομολογία του μεγάλου Ρώσσου θεολόγου , π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ.
Δεν είναι στεφάνια δόξης αμάραντα όλ’ αυτά για τον Ελληνισμό; Δεν είναι αιώνιος έπαινος των Χριστιανών Ελλήνων που προστίθενται σ’ εκείνο των αρχαίων προγόνων μας;
Η αποστασιοποίησις από τον αληθινό Θεό και η αγνωμοσύνη στα άγια αυτά και ιερά , με τα οποία δοξάσθηκε και μεγαλούργησε το έθνος, είναι και η κυριότερη αιτία για τις όποιες δύσκολες ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού. Παιδεία και πατριωτικός σωφρονισμός που αποβλέπει στην διόρθωσι και επιστροφή στην ορθή πορεία. «Υιέ μη ολιγόρει παιδείας Κυρίου, μηδ΄εκλύου υπ’ αυτού ελεγχόμενος. Ον γάρ αγαπά Κύριος παιδεύει , μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται»
Ας μη απατώμεθα. Αυτό το νόημα έχουν οι υποδουλώσεις , οι καταστροφές, οι τραγωδίες. Εδώ ευρίσκεται η απάντισις και για την σύγχρονη γεωγραφική και κοινωνικοπολιτική συρρίκνωσι του Ελληνισμού.

---




Κατ’ αρχάς πρέπει να δηλώσουμε το προφανές, ότι δηλαδή οι Χριστιανοί δεν είμαστε ρατσιστές και γι’ αυτό ούτε αντισημιτιστές (πως θα μπορούσαμε άλλωστε α είμαστε;).ο Εβραϊκός λαός είναι ανθρωπίνως συμπαθής σε εμάς, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου και μάλιστα επειδή μας προσέφερε τόσους Πατριάρχες, Δικαίους και Προφήτες της Πλ. Διαθήκης, ως και τους αγίους Αποστόλους και τους πρώτους Χριστιανούς στην εποχή της Καινής Διαθήκης, με κορωνίδα βέβαια την Πανάχραντο Κυρία Θεοτόκο, και πάνω από όλα τον Θεάνθρωπο Κύριο και Σωτήρα Ιησού Χριστό.
Ωστόσο η Πίστις μας δεν είναι ‘‘Ιουδαϊκή’’. Από πολύ ενωρίς στην ιστορία της Εκκλησίας έγινε σαφές και ρητώς εκφράσθηκε η ξεκάθαρη τοποθέτησις των αγίων Αποστόλων , ότι η εις Χριστόν πίστις είναι διάφορη του ιουδαϊσμού, αφού ο Κύριος ‘‘εξηγόρασεν ημάς της κατάρας του νόμου τω τιμίω Αυτού αίματι’’. Πλήν των σαφών παραπομπών της Καινής Διαθήκης (Πράξεις των Αποστόλων), όπου αναφέρονται στη ζωή των νέων Χριστιανών καταργήσεις παλαιών συνηθειών και τυπικών , παραθέτουμε και την μαρτυρία του Ιερομάρτυρος αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου, επισκόπου Αντιοχείας κατά την περίοδο 70-107μ.χ, ο οποίοςέγραφε σε επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Μαγνησίας: «Άτοπον εστίν, Χριστόν Ιησούν λαλείν, και ιουδαΐζειν. Ο γαρ Χριστιανισμός ούκ εις Ιουδαϊσμόν επίστευσεν, αλά Ιουδαϊσμός εις Χριστιανισμόν, ως πάσα γλώσσα πιστεύσασα εις Θεόν συνήχθη».

Η Παλαιά Διαθήκη είναι η ιερά βίβλος των πρώτων Χριστιανών, ιδίως πρίν η Εκκλησία αποφανθή για τον Κανόνα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Οι άγιοι Απόστολοι και οι πρώτοι πιστοί στον Χριστό δεν διανοήθηκαν κάν να την θεωρήσουν ‘‘ιουδαϊκή’’, η απλώς ως μία συλλογή της Εβραϊκής Ιστορίας, αλλά αντιθέτως από πολύ ενωρίς την ένοιωθαν ως ‘‘Λόγον Θεού’’, την περιέβαλλαν με πολύ σεβασμό κα κύρος, και τα αναγνώσματα της ήσαν και είναι ιδιαίτερα προσφιλή και ενισχυτικά στον πνευματικό αγώνα όλων των Χριστιανών.
Ανάλογη είναι και η επίδραση της Παλαιάς Διαθήκης στην χριστιανική εικονογραφία. Συχνά τα θέματα των Χριστιανών εικονογράφων προέρχονται από παλαιοδιθηκηκά γεγονότα , τα οποία προτυπώνουν ή συμβολίζουν γεγονότα της Καινής Διαθήκης, από την ζωή του Χριστού. Π.Χ ο Προφήτης Ιωνάς στην κοιλιά του κήτους, που προτυπώνει την Ανάστασι του Κυρίου.
Οι σοφοί Χριστιανοί Έλληνες Πατέρες πάντοτε στην Παλαιά Διαθήκη είχαν τις αναφορές του και τα συγγράματ ά τους γέμουν από παραπομπές σ’’ αυτήν. Δεν γνωρίζαν αυτοί τότε τα πράγματα καλλίτερα , να φυλαχθούν (αν υπήρχε λόγος υπονοίας) από κάποια υποτιθέμενη εβραϊκή δολιότητα και ψεύδος; Ήσαν αυτοί λιγώτερο Έλληνες από τους άλλους Έλληνες που παρέμειναν δέσμιοι της ειδωλολατρίας;
Πλήν των άλλων η Παλαιά Διαθήκη μας ομιλεί και για τους ‘‘ανθρώπους του Θεού’’, τους Προπάτορες του Κυρίου, κατά το ανθρώπινο, φανερώνοντας έτσι την άρρηκτη συνέχειά της με την βίβλο της εποχής της Χάριτος. Η Παλαιά Διαθήκη είναι η βάσις για την Καινή. Είναι η προετοιμασία για την έλευσι του Θεανθρώπου Θεού.

Είναι επίσης πασίδηλος ο παγκόσμιος χαρακτήρας και η προοπτική της για την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Τούτο φαίνεται εμφανέστατα στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο ιστορικός Ευσέβιος κάνει μια ωραία όσο και αναλυτικώτατη μελέτη για το ότι πράγματι τα περί της Παλαιάς Διαθήκης δεν αναφέρονται αποκλειστικά στους Εβραίους, αλλά αφορούν την σωτηρία όλου του κόσμου, προς καταισχύνη μάλιστα αυτών που αδιαφόρησαν και απέρριψαν την ευσέβεια προς τον μόνο αληθή Θεό, και δεν εκαρπώθησαν τελικά τις ευλογίες του. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ότι μη ως έτυχεν μήδε μάτην τας παρ’ Εβραίοις προφητικάς βίβλους διά πάσης σπουδής περιέπομεν…Όπως τα χρηστότερα περί ημών των αλλοφύλων εθνών προλαβόντες οι παρ’ αυτοίς προφήται εκήρυττον».
Δηλαδή : «Όχι χωρίς λόγο, κι ούτε μάταια , τιμούμε και σεβόμαστε με πόθο τα προφητικά βιβλία των Εβραίων , αφού τα λίαν επωφελή και ευεργετικά για εμάς τους Έλληνες και τα λοιπά ξένα προς αυτούς έθνη, οι Προφήτες τους προανήγγειλλαν».
Και μάλιστα οι Προφήτες ατοί , για την παρουσία του Χριστού προετοίμαζαν με τις διδασκαλίες τους όλα τα έθνη, ώστε να αποκτήσουν την γνώσι και ευσέβεια του αληθινού Θεού, ο Οποίος μόνος εγνωρίζετο παλαιά από τους Εβραίους.
Οι άγιοι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης με τις προφητείες τους αποδεικνύουν , πως οι πολλές υποσχέσεις(επαγγελίες) του Θεού προεμήνυαν την ευλογία και την σωτηρία των εθνών ( σε αντιδιαστολή με το Ιουδαϊκό έθνος), και έλεγαν ότι δεν επρόκειτο να εκπληρωθούν οι υποσχέσεις Του παρά μόνο με την παρουσία του Χριστού. Σε εμάς δε τους πρώην ειδωλολάτρες (τα έθνη) αρμόζει να λέγεται η προσδοκία (γλυκειά προσμονή) για τον Λόγο του Θεού. Αποδεικνύεται δε ισόρροπη (ισοδύναμη) η ελπίδα για τις επαγγελίες του Θεού, ώστε κατά τούτο καθόλου να μη υστερούν από τους Ιουδαίους , όσοι προέρχονται από τα λοιπά έθνη, και οι οποίοι θα σωθούμε με την Χάρι του Χριστού.

(…)

Η Πίστις μας δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Η ευσέβεια μας δεν είναι υπόθεσις των Εβραίων (άλλωστε αυτοί την κατεφρόνησαν). Δεν είναι μόνο για τούτο ή το άλλο έθνος. Είναι πανανθρώπινη , αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, σώζει όλον τον άνθρωπο, και κατέχει την πληρότητα και ολότητα της αληθείας. Γι’ αυτό λέγεται ‘‘Καθολική ‘’, όπως ομολογούμε στο ‘‘Πιστεύω’’: «…εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν…»
Έτσι κι εμείς οι πρώην εθνικοί , ειδωλολάτρες, Έλληνες δεχθήκαμε και σεβόμαστε την Παλαιά Διαθήκην, διότι έχει ως σκοπό και προοπτική της την πανανθρώπινη, την παγκόσμιο σωτηρία. Γι’ αυτό κατά Θεία Οικονομία μεταφράσθηκε ενωρίς (προ Χριστού) στην ελληνική γλώσσα η Παλαιά Διαθήκη από ελληνιστές; Ιουδάιους. Είναι η γνωστή Μετάφρασις των Εβδομήκοντα, που επέχει πλέον θέσιν πρωτοτύπου σήμερα και περιποιεί και ιδιαίτερη τιμή στα ελληνικά γράμματα και τον Οικουμενικό Ελληνισμό.
Με την αποδοχή λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης (έχοντας την ως στερεά βάσι), δεν απορρίψαμε τον Ναζωραίο ή Γαλιλαίο (όπως ειρωνικά ή υποτιμητικά Τον αποκαλούν ) Ιησούν, τον Θεάνθρωπο Κύριο, αλλά Τον πιστεύσαμεν , Τον ανεγνωρίσαμε ως Κύριο και αγαθό Δημιουργό του σύμπαντος.
Τον ακολουθήσαμε με ταπείνωση αλλά και σοφία, «αφέντες άπαντα»(τα είδωλα και τςι ανούσιες και σκιώδεις δοξασίες), όπως οι Απόστολοι.
Μείμανε μαζί Του.
Φάγαμε τον άρτο τον ηδύ που μένει εις τον αιώνα.
Και ήπιαμε την γλυκυτάτη πόσι και μεθύσαμε την νηφάλιο μέθη των Αγίων.
Και εξέστημεν και είπαμε:
«Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις.
Και μείναμε και γίναμε μαθητές Του και Τον διακονήσαμε, για την σωτηρία μας και για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου.
Και έτσι μαζί με τους Πάρθους και τους Μήδους και τους Ελαμίτες και τους κατοικούντας την Μεσοποταμίαν και την Ιουδαίαν… και την Ασίαν…και τα μέρη της Λιβύης, και μαζί με τους Ρωμαίος…και τους Άραβες…από την ημέρα της Πεντηκοστής, όλοι εμείς οι πρώην ειδωλολάτρες γίναμε ο νέος εκλεκτός λαός Του, ο νέος Ισραήλ της Χάριτος.
Αυτή είναι η καταξίωσίς μας.
Ο Ελληνισμός δεν φοβήθηκε την μωρία του κηρύγματος του Ευαγγελίου, δεν πτοήθηκε την αισχύνη του Σταυρού, αλλά προχώρησε και εξήλθε έξω της παρεμβολής, ακολούθησε τον Χριστό, φέροντας τον ονειδισμόν Αυτού, ειρωνείες, διωγμούς, μαρτύρια. Και μετά το βάπτισμα του στον Χριστό, γέννησε διακόνους της Χάριτός Του: Μάρτυρες, Ιεράρχες, Οσίους, Ομολογητές και Απολογητές, που μαζί με τους παλαιούς Δικαίους και Πατριάρχες και Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης συνιστούν την χορεία των φίλων του Θεού. Ο ειλικρινής προβληματισμός, η καλή ανησυχία υπήρχε. Και ο σπόρος έπεσε ‘‘επί την γήν την καλήν’’. Και καρποφόρησε καρπόν τριάκοντα και εξήκοντα και εκατόν.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Απο το βίο του Οσίου Ανδρέα τον δια Χριστώ σαλό.

Ο μάγος Βιργίνιος

Το θύμα του

Μια γυναίκα πολύ ευλαβής και θεοφοβούμενη, που κατοικούσε στο Νεώριο (Ναύσταθμο), είχε άνδρα πολύ σκληρό και φιλήδονο. Σύχναζε στα πορνοκαπηλεία και σπαταλούσε εκεί την περιουσία του.

Η γυναίκα του ήταν πολύ λυπημένη και ανήσυχη. Δεν ήξερε με τι τρόπο θα τον κάνει να σταματήσει την αμαρτωλή του συνήθεια. Τέλος σκέφθηκε να βρεί κάποιον άνθρωπο του Θεού…κάποια γυναίκα της υπέδειξε τον Βιργίνιο.
-Ο άνδρας μου έχει παραδοθεί στην αμαρτία. Γυρίζει από καταγώγιο σε καταγώγιο. Σαν να μην έφθανε αυτό ,μου έφερε τώρα τελευταία στο σπίτι και μια άσεμνη νέα. Ήρθα σ’ εσένα , γιατί έμαθα πως είσαι θεοφοβούμενος και έχει σώσει πολλούς που κινδύνευαν. Βοήθησέ με αν μπορείς, κι εγώ θα σε ανταμείψω όσο γίνεται καλύτερα.
-Ότι ζητήσεις , θα το λάβεις, της είπε εκείνος. Μπορώ , αν θέλεις, να μαράνω την επιθυμία του για τις γυναίκες. Μπορώ να τον οδηγήσω και στον θάνατο, μπορώ να τον παραδώσω σε πονηρό πνεύμα. Διάλεξε τι θέλεις απ’ όλα και πες μου.
Τίποτε άλλο δεν επιθυμώ, κύριέ μου, παρά μόνο να εγκαταλείψει τις άλλες γυναίκες και να αγαπά μόνο εμένα.
-Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, υποσχέθηκε εκείνος.
Έπειτα της φανέρωσε όλες τις αμαρτίες, που είχε κάνει απ’ τη νεαρή της ηλικία. Η γυναίκα τα έχασε και μαζεύτηκε ταραγμένη στη θέση της.
-Tώρα σήκω, της είπε εκείνος, πήγαινε στο σπίτι σου και ετοίμασε μου καντήλι, νερό ,λάδι, λαμπάδα, μια ζώνη και φωτιά. Την Τετάρτη να με περιμένεις.
Πραγματικά την Τετάρτη την επισκέφθηκε ο Βιργίνιος. Ζήτησε το λάδι και το νερό, και τα έβαλε στο καντήλι. Πήρε τη λαμπάδα, άναψε μ’ αυτή το καντήλι και το έβαλε μπροστά στις εικόνες. Τέλος πήρε τη ζώνη, ψιθύρισε κάτι, έκανε τέσσερις κόμπους και την έδωσε στη γυναίκα να τη ζωστεί κατάσαρκα.
-Δώσε μου τώρα, της λέει ,ένα χρυσό νόμισμα να το μοιράσω στους φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής σου.

Εκείνη το έδωσε και υποσχέθηκε να του δώσει και άλλα, αν εξεπλήρωνε την επιθυμία της. Πραγματικά ο άνδρας της από την ώρα εκείνη σταμάτησε τις παράνομες σχέσεις. Αγαπούμε μόνο τη γυναίκα του και φρόντιζε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Δαιμονικές ερωτοτροπίες.


Μετά από έξι ημέρες βλέπει η γυναίκα στον ύπνο της πως βρισκόταν σε μια πεδιάδα μόνη. Την πλησίασε τότε ένας γέρος αράπης και άρχισε να αστειεύεται , να την αγκαλιάζει και να τη φιλάει.
-Καλώς σε βρήκα , κυρία μου! Της έλεγε. Έλα αγάπη μου α κοιμηθούμε μαζί , μια και είμαστε νεόνυμφοι. Πολύ σ’ επιθυμούσα και ζητούσα ευκαιρία για να σε πάρω. Τώρα λοιπόν, ωραία μου συμβία, έλα να πλαγιάσουμε μαζί , ώστε κι εσύ να με απολύσεις, αλλά κι εγώ να χορτάσω την ομορφιά σου.

Εκείνη η δυστυχισμένη βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και μέσα στον τρόμο της άρχισε να τον καταριέται και να τον εξορκίζει.
-Φύγε από κοντά μου, εγώ έχω δικό μυ άνδρα, δεν συνέρχομαι με άλλον!
Πάνω σ’ αυτή την πάλη και την αγωνία ξύπνησε. Ένοιωθε τρομερά κουρασμένη και συνήλθε με δυσκολία. Έφερε τότε στον νού της το όνειρο και προσπάθησε να το εξηγήσει. Κατάλαβε βέβαια ότι εκείνος ο αράπης ήταν ο πονηρός δαίμονας. Πως όμως απέκτησε τόσο θάρρος μαζί της;
Ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις, την πήρε πάλι ο ύπνος. Και να! Ένας μεγάλος σκύλος μαύρος και αδιάντροπο της αγκάλιασε και τη φιλούσε σαν άνθρωπος. Ξύπνησε τρομαγμένη και είπε:
-Αλλοίμονο σ’ εμένα την ταλαίπωρη , την αμαρτωλή! Με ερωτεύθηκε ο διάβολος και δεν ξεκολλάει από πάνω μου. Τι να κάνω1 πως έπαθα τέτοια συμφορά;
Άλλη νύχτα είδε ότι βρισκόταν στον ιππόδρομο. Εκεί ασπαζόταν τα αγάλματα παρακινημένη από την πορνική επιθυμία να συνέλθει μαζί τους. Άλλοτε είδε ένα σκύλο να την αρπάζει και να φεύγει, ενώ άλλοτε είδε πως έτρωγε βάτραχο ή φίδι, ερπετά και άλλα πιο αηδιαστικά. Έτσι βασανιζόταν η καημένη και δεν έκανε ποτέ γλυκόν ύπνο. Τέλος απελπισμένη άρχισε να προσεύχεται και να νηστεύει , για να της φανερώσει ο Θεός την αιτία της συμφοράς και τι οφείλει να κάνει για να απαλλαγεί από τα όνειρα.

Βλέπει λοιπόν στον ύπνο της σαν να ήσαν οι εικόνες της στραμμένες προς τη δύση . ήταν κι αυτή στραμμένη προς την ίδια κατεύθυνση και προσευχόταν σαν επιληπτική και παράλυτη. Την πλησιάζει τότε ένας νέος και της λέει:
-Επειδή με εξιλέωσες με τη νηστεία , ήρθα να σου πως για ποιο λογο τα έπαθες αυτά.
Και δείχνοντας της τις εικόνες συνέχισε:
-Κοίτα τι σου έκανε εκείνος ο καταραμένος μάγος
Η γυναίκα πρόσεξε τις εικόνες και είδε πως ήσαν ολόκληρες αλειμμένες με ανθρώπινες ακαθαρσίες και ανέδιδαν ανυπόφορη δυσωδία. Μπροστά σ’ αυτό το θέμα τα έχασε. Γυρίζει προς τον νέο και του λέει:
Πες μου , σε παρακαλώ, ποιός τα έκανε αυτά;
Ο Βιργίνιος, απάντησε εκείνος , ο φαρμακός και μάγος, ο καταραμένος και αποξενωμένος από τον Θεό. Τα έκανε αυτά ,γιατί εσύ του έδωσε το δικαίωμα. Τώρα δεν υπάρχει πάνω στις εικόνες σου άλλο, παρά χρώματα και ακαθαρσίες, ξύλα και δαιμονικά σχήματα. Η χάρη του Θεού δεν μπορούσε να υποφέρει τη δυσωδία και τον εξευτελισμό και έφυγε.
Ενώ μιλούσε ο νέος, βλέπει η γυναίκα το καντήλι γεμάτο από ούρα σκύλου . Βλέπει επίσης πάνω στη λαμπάδα γραμμένο το όνομα του αντίχριστου και πάνω απ’ αυτό, στον αέρα ,τις λέξεις: «θυσία δαιμόνων». Εκείνη τη στιγμή ο νέος εξαφανίστηκε και η γυναίκα ξύπνησε. Σκεπτόταν σαστισμένη το όνειρα και κατηγορούσε μ’ αυτά τα λόγια τον εαυτό της.
-Αλλοίμονο μου τι έπαθα η αμαρτωλή! Νόμιζα ότι πήγαινα σε ποιμένα , αλλά έπεσα σε λύκο. Νόμιζα ότι θα βρώ τη σωτηρία , αλλά βρήκα την καταστροφή. Μέσα στον θρήνο της προβληματιζόταν ακόμη τι να κάνει με τις μολυσμένες εικόνες· να τις κρατήσει ή να τις πετάξει; Πάνω στην αμηχανία της θυμήθηκε τον Επιφάνειο και αποφάσισε να του εμπιστευτεί το πρόβλημα της.




Πως ενεργούν τα μάγια


Το σπίτι του Επιφάνειου ήταν κοντά στο δικό της και γνώριζε καλά την αρετή του νέου. Παραφύλαξε λοιπόν και , την ώρα που έβγαινε από τον ναό της αγίας Σοφίας, τον πλησίασε εκεί στην πύλη , έπεσε στα πόδια του και του εξιστόρησε με κάθε λεπτομέρεια τη συμφορά της. Ο Επιφάνειος αναστέναξε βαθιά και δάκρυσε.
-Ανάθεμά σε διάβολε, μουρμούρισε. Δεν παύει να επιβουλεύεσαι τους ανθρώπους!
Συλλογίσθηκε κατόπιν την περίπτωση και είπε στη γυναίκα :
-Πήγαινε και κάψε καλά τη ζώνη. Το καντήλι και τη λαμπάδα να τα καταστρέψεις. Τις εικόνες να τις φέρεις σ’ εμένα και ο Θεός βοηθός. Ξέρω ότι ο δαίμονας επάνω μου θα ξεσπάσει, αλλά δεν τον φοβάμαι. Έχω βοηθό μου τον Χριστό , και σκέπη την ευχή του πνευματικού μου οδηγού. «Ου φοβηθήσομαι κακά, ότι αυτός μετ, έμου εστί».
Η γυναίκα έκανε όμως της είπε· του έδωσε και τις εικόνες. Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο της ότι ήρθε στην πόρτα της ένας γυμνός αράπης κατακαμμένος, αλλά δεν τολμούσε να περάσει μέσα. Στεκόταν έξω και έκλαιγε σπαρακτικά. Κάποιος άλλος αράπης, που περνούσε απ’ εκεί, βλέποντας τον έτσι ρώτησε πως έπαθε αυτά τα εγκαύματα.
-Ο πονηρός Επιφάνειος , αποκρίθηκε εκείνος, αυτός είπε σ’ εκείνη την ταλαίπωρη πώς να με κάψει καλύτερα και τώρα δεν υποφέρω τους πόνους. Ήμουν δεμένος στη ζώνη της με τέσσερις κόμπους και είχα εντολή από τον Βιργίνιο να μη φύγω. Τώρα όμως κάηκε η ζώνη, λύθηκα και αναγκάσθηκα να φύγω. Τώρα λοιπόν δεν ξέρω πώς να εκδικηθώ τον πονηρό Επιφάνειο, που μου έκανε τέτοιο κακό κα με χώρισε από τη σύζυγό μου. Αλλοίμονό σου Επιφάνιε! Θα σε πολεμήσω! Πάνω σου θα ξεχύσω το αλμυρό ποτήριο της οργής μου!
Το πρωί η γυναίκα ανέφερε στον νέο αυτά που είδε. Εκείνος χαμογέλασε και είπε:

-Καλά , καλά, ας τολμήσει ο κλέφτης να πάει στο αμπέλι του Κυρίου για σταφύλια και θα δει τι έχει να πάθει από τον δραγάτη: θα τον πιάσει και θα τον ρίξει στη φυλακή . ξέρω καλά τη δύναμη του προστάτου μου.
Εκείνη τη νύχτα, γύρα στα μεσάνυχτα, παίρνει ο διάβολος μαζί του – κατά παραχώρηση Θεού- πολλούς απ’ τους κοκκινωπούς δαίμονες της πορνείας και κάνει επίθεση στον Επιφάνειο. Ο Θεός άνοιξε την ακοή του δούλου του και έτσι άκουσε την οχλαγωγία τους. Δεν φοβήθηκε όμως, γιατί είχε ακράδαντη πίστη. Άρχισαν λοιπόν οι δαίμονες να του βάζουν αισχρούς λογισμούς και να τον καταφλέγουν με τη σαρκική πύρωση. Εκείνος όμως ο σεμνός έκανε υπομονή ,περιμένοντας την επίσκεψη του Κυρίου. Οι αλητήριοι τον φοβέριζαν μεταμορφωμένοι σε θηρία και δράκοντες , σε οχιές και σκορπιούς και ορμούσαν να τον κατασπαράξουν. Είχαν βάλει όλη τους τη δύναμη να τον τρομοκρατήσουν. Ο Επιφάνειος παρατηρώντας την αναίδειά σου είπε:
-Μάταια κοπιάζετε και με πολεμάτε. Να , αρπάζω κι εγώ το ξίφος που μου χάρισε ο Χριστός και ορμώ εναντίον σας!
Κι αμέσως σηκώνει τα χέρια σε σχήμα σταυρού και αρχίζει να δάκρυα ν’ απαγγέλει τον ένατο ψαλμό. Όταν έφθασε στους στίχους: «Επετίμησας έθνεσι και απώλετο ο ασεβής· το όνομα αυτού εξήλειψας εις τέλος… Απώλετο το μνημόσυνον αυτού μετ’ ήχου», ακούσθηκε ξαφνικά από τον ουρανό βροντή. Αμέσως παρουσιάσθηκε ένα δίχτυ σαν αστραπή , που ανάγκασε όλους τους δαίμονες να σκορπιστούν φωνάζοντας «Αλλοίμονο». Έτσι ελευθερώθηκε ο Επιφάνειος και δόξασε τον Θεό που δεν τον εγκατέλειψε.

Το πρωΐ βγήκε ο νέος αναζητώντας τον όσιο. Τον συνάντησε τότε εκείνη η γυναίκα και του λέει:
-Τώρα κατάλαβα ότι ο Θεός εσένα χρησιμοποίησε και εξαφάνισε τους εχθρούς μου.
Και του φανέρωσε όσα είχε δει τη νύχτα.
-Αυτή την ευλογία σου τη χορήγησε η πίστη σου η αγαθή , απάντησε ο νέος. Εμείς είμαστε άνθρωποι αμαρτωλοί κι έχουμε ανάγκη από το έλεος του Κυρίου.
Αυτά είπε και έφυγε. Μπροστά στα «χαλκοπρατεία» συναντά τον μακάριο Ανδρέα να παίζει και να κλωτσάει. Μόλις είδε τον νέο , τον πλησίασε και του χαρούμενος.
-Είδες , του είπε , πως φυλάει ο δραγάτης το αμπέλι του Κυρίου και πως διώχνει τις κουρούνες και τους κόρακες;
-Είδα, πάτερ, και φοβήθηκα. Είδες όμως κι εσύ την πύρωση και τα δεινά που μου προξένησαν τα νοητά θηρία;
-Τα περισσότερα απ’ αυτά τα λιγόστεψε ο Κύριος είπε ο μακάριος. Αν δεν γινόταν έτσι, πως θα ελευθερωνόταν η γυναίκα από τη συμφορά της; Πως θα νεκρώνονταν οι κουρούνες και τα ερπετά; Πως θα εκμηδενιζόταν ο αράπης; Έγινε ακόμη αυτό , και για να μάθεις τι σημαίνει το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. στ΄2).
-Πες μου σε παρακαλώ, επειδή όλα τα γνωρίζεις, τι ήταν το καντήλι και η ζώνη με τους τέσσερις κόμπους της; Ρώτησε ο νέος. Τι ήταν το νερό, το λάδι και η λαμπάδα; Και γιατί ο διάβολος χρησιμοποίησε αυτά τα μέσα και τον μάγο, για να επιδράσει πάνω στη γυναίκα;
- Αφού με ρωτάς, άκουσε λοιπόν, είπε ο όσιος. Θα σου τα εξηγήσω όλα με λεπτομέρεια: Ο διάβολος έχει τη συνήθεια πρώτα να διώχνει τη χάρη του Θεού από τους ανθρώπους και ύστερα να μπαίνει μέσα τους ανεμπόδιστα. Η χάρη όμως δεν φεύγει , επειδή φοβάται τον διάβολο, αλλά επειδή αποστρέφεται και σιχαίνεται τη δυσωδία της αμαρτίας. Αλλά και ο δαίμονας δεν οδηγεί τον άνθρωπο στην αμαρτία τυραννικά. Ο άνθρωπος αμαρτάνει αυτοπροαίρετα. Ο σατανάς απλώς τον πειράζει , τον ερεθίζει και του φέρνει πονηρούς λογισμούς. Αν ο άνθρωπος δεν υποφέρει την ενόχληση , τότε γλιστρά στην αμαρτία, οπότε δίνει στον διάβολο το δικαίωμα να τον κατηγορήσει δικαιολογημένα ότι αμαρτάνει με τη θέλησή του . με αυτόν τον τρόπο φεύγει η χάρη του Θεού.
Το ίδιο έκανε ο εχθρός και στην περίπτωση της γυναίκας. Την έβλεπε πάντοτε να αγαπά ολόψυχα τον Θεό, αλλά δεν εύρισκε τρόπο να τη βλάψει. Χρησιμοποίησε λοιπόν την ασωτία του συζύγου της και την τύλιξε με τα μάγια, όταν με τη θέλησή της πρόστρεξε σ’ εκείνον τον απατεώνα. Η γυναίκα ζητά από τον μάγο να εκπληρωθεί ο πόθος της και χάνει την ψυχή της. Πρόσεξε τώρα: για να μπορέσει ο διάβολος να καταστρέψει την ψυχή της και να κατοικήσει μέσα της , την κατάφερε, ώστε να του δώσει η ίδια με τη θέλησή της τα απαραίτητα για τη μαγεία. «Ετοίμασέ μου, της είπε ο μάγος, καντήλι, λάδι, λαμπάδα, ζώνη και φωτιά». Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να απομακρύνει από πάνω της τη χάρη του αγίου βαπτίσματος. Χρησιμοποίησε λοιπόν το καντήλι αντί για την κολυμβήθρα, το νερό αντί για το αγιασμένο εκείνο νερό, το λάδι αντί για το άγιο μύρο, ενώ τη λαμπάδα και τη φωτιά αντί για τα κεριά που ήσαν αναμμένα στη βάπτιση της. Τη ζώνη τέλος τη χρησιμοποίησε αντί για τη ζώνη που είχε ζωστεί την ώρα του μυστηρίου. Παίρνοντας αυτά ο μάγος με δόλιο τρόπο, τη γύμνωσε από το σωτήριο βάπτισμα. Γι’ αυτό της έλεγε ο αράπης ότι ήταν δική του γυναίκα, ότι δεν ανήκε στον Χριστό.
Το ίδιο συνέβη και με τις εικόνες. Έδιωξε απ’ αυτές τη χάρη αλείβοντάς τες με ξερές ακαθαρσίες , που έριξε κατόπιν κρυφά μέσα στο καντήλι. Έτσι λοιπόν αφιέρωσε αυτά στον σατανά σαν δική της προσφορά για θυσία. Όσο για τους τέσσερις κόμπους της ζώνης, ήταν εκεί δεμένος ο σατανάς και δεν μπορούσε να φύγει μέχρι που κάηκε η ζώνη. Την πρόσταξε μάλιστα να τη φορά κατάσαρκα, για να έχει τον σατανά τυλιγμένο στη μέση της.
-Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού που όλα σου τα φανέρωσε , είπε ο Επιφάνειος. Τίποτε δεν ξέφυγε την προσοχή σου . πως όμως γνώριζε ο μάγος τις αμαρτίες που από νέα είχε κάνει;
- Δεν ξέρεις, αποκρίθηκε ο όσιος, ότι οι δαίμονες παρακολουθούν όλους τους χριστιανούς; Γι’ αυτό ακριβώς γνωρίζουν και τα έργα τους. Όταν κάποιος πάει σε μάγο, ρωτάει ο μάγος τν δαίμονα που ακολουθεί τον άνθρωπο: «Πες μου , τι έχει κάνει από την παιδική του ηλικία μέχρι τώρα;». τότε εκείνος, σαν αχώριστος ακόλουθος που είναι, τα φανερώνει όλα. Όπως οι άγγελοι αποκαλύπτουν σ’ εμάς πολλά μυστήρια του Θεού , έτσι και οι δαίμονες όσα γνωρίζουν , τα λένε στους μάγους.
Ο Επιφάνειος τα άκουσε αυτά με θαυμασμό και δόξασε τον Θεό. Ύστερα ασπάσθηκε τον όσιο και έφυγε.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...