Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Η ελληνική γλώσσα ως όχημα διάδοσης της χριστιανικής διδασκαλίας

 Ομιλία στην Ορθόδοξη Ακαδημίας Κρήτης, 10 Μαΐου 2008.
 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Διάλογοι καταλλαγής», αρ. φύλλ. 89, Απρ.-Μάιος-Ιούν. 2008
    Η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, μέσα στην ευρύτερη δραστηριότητά της, έχει και ιεραποστολικό χαρακτήρα, αφού με ποικίλες δράσεις της καλλιεργεί, ενισχύει, προβάλλει και διαδίδει την ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας. Δεν είναι τυχαίο ότι το παρεκκλήσι τής Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης είναι αφιερωμένο στους ιεραποστόλους Κύριλλο και Μεθόδιο. Με αφορμή το έργο των δύο μεγάλων ιεραποστόλων και το έτος (2008) τού Αποστόλου Παύλου θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς τον ρόλο τής γλώσσας σε σχέση με τις προσωπικότητες που αναφέραμε. Θέμα μου: «Η γλώσσα ως όχημα διάδοσης τής χριστιανικής διδασκαλίας».
    Σπάνια μια γλώσσα έχει συνδεθεί τόσο με μια θρησκεία όσο η ελληνική γλώσσα με τη χριστιανική διδασκαλία. Θα σταθώ σε μερικά σημεία-σταθμούς για τη σύνδεση τής ελληνικής γλώσσας με τη χριστιανική διδασκαλία και ευρύτερα με τη θρησκεία, με την Εκκλησία, με τη λατρεία, με την ιεραποστολή, με τον Ελληνισμό.
Γλώσσα και θρησκεία
    Επιτρέψτε μου, πρώτα, μερικές γενικές σκέψεις για το θέμα που συζητούμε. Δεν μπορείς να διδάξεις μια οποιαδήποτε θρησκεία, χωρίς να μιλήσεις ζωντανά, πειστικά, λογικά μαζί και βιωματικά, με πάθος, με έμπνευση, με ενθουσιασμό για την πίστη σου. Για να «κοινωνήσεις», όμως, την πίστη σου, πρέπει να επι-κοινωνήσεις με τους ανθρώπους, που θέλεις να καταστήσεις κοινωνούς τής πίστης σου. Πρέπει η πίστη να γίνει «κοινωνία». Η σκέψη να γίνει γλώσσα. Η διδασκαλία να γίνει επι-κοινωνία. Το συναίσθημα και το βαθύτερο βίωμα να γίνουν γλωσσική έκφραση. Πρέπει όλα να κατατείνουν σε μια συνάντηση με τον άλλον. Συνάντηση ουσίας, συνάντηση αγάπης, συνάντηση ζωής. Συνάντηση που θα ξεκινήσει, θα εστιασθεί και θα επιτευχθεί με τη γλώσσα. Το Ευαγγέλιο είναι –μη το ξεχνάμε– «η καλή αγγελία», «το καλό γλωσσικό μήνυμα», «η αγγελία που οδηγεί στη σωτηρία τού ανθρώπου» ως «νέα συμφωνία», ως «νέα καθοδήγηση τού ανθρώπου», ως «Καινή Διαθήκη». Είναι τόσο σημαντική η γλωσσική ανακοίνωση και επικοινώνηση τής χριστιανικής πίστης, ώστε –για να ξεπερασθούν τα εμπόδια που θέτει η γλωσσική επικοινωνία (οι διαφορετικές γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι)– δόθηκε άνωθεν ακόμη και το χάρισμα τής γλωσσολαλίας, τού να γίνεται δηλ. κατανοητός ο κηρύττων τη νέα πίστη, ο κηρύττων το μήνυμα τού Ευαγγελίου, από ανθρώπους που μιλούν άλλες γλώσσες αλλά που με το χάρισμα τής γλωσσολαλίας κατανοούν τα λεγόμενα σαν να λέγονται στη γλώσσα τους.
    Εν ολίγοις, κάθε μορφή διδασκαλίας τής πίστης, εν προκειμένω τής χριστιανικής πίστης, δεν κοινωνείται ερήμην τής γλώσσας, πραγματώνεται ως γλωσσική επικοινωνία, μέσα από την οποία περνούν η διδασκαλία και τα μηνύματα. Είναι δε τόσο σημαντική η γλωσσική διατύπωση των κειμένων, όπως παραδίδονται, ώστε ενίοτε ένα και, ένα ή (διαζευκτικό), μια αντωνυμία, ένα ρήμα, η θέση μιας λέξης, να καθορίζουν ερμηνευτικά, όπως είναι γνωστό, διαφορετικές δογματικές θέσεις, ακόμη και διαφορετικές ομολογίες. Όπου δε το ιερό κείμενο παίζει και τον ρόλο τού νόμου (Π. Διαθήκη, Κοράνι κ.ά.), η γλωσσική διατύπωση και ερμηνεία καθορίζουν και την ίδια τη ζωή των ανθρώπων, όχι απλώς τη θρησκευτική τους πίστη.
Χριστιανική θρησκεία και ελληνική γλώσσα
    Η σχέση αυτή πήρε πολλαπλές μορφές και προεκτάσεις. Η απλοποιημένη εξελικτική μορφή τής αρχαίας αττικής διαλέκτου αποτέλεσε ό,τι ονομάζεται Αλεξανδρινή Κοινή, γιατί διαμορφώθηκε στα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου και, μέσω των κατακτήσεων τού Αλεξάνδρου, αναδείχθηκε σε γλώσσα ευρύτερης χρήσης, από την Ελλάδα έως τις Ινδίες. Μιλήθηκε δηλ. κυρίως αλλά και γράφτηκε ως δεύτερη –ενίοτε και ως πρώτη– γλώσσα και από μη Έλληνες. Και γιατί υπήρξε προϊόν μακράς εξελίξεως και γιατί χρησιμοποιήθηκε από ομιλητές που δεν είχαν τα Ελληνικά ως μητρική γλώσσα, η Ελληνική ως Αλεξανδρινή Κοινή πήρε μια αρκετά απλουστευμένη μορφή στην προφορά τής γλώσσας πρώτα και πάνω απ’ όλα, αλλά και στη δομή –γραμματική και συντακτική– και, αναπόφευκτα, στο λεξιλόγιο. Σ’ αυτή τη γλώσσα γράφτηκαν τα κείμενα τής Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτή τη γλώσσα μεταφράστηκε (από τους Εβδομήκοντα) και η ίδια η Παλαιά Διαθήκη, σε μετάφραση που καθιερώθηκε περισσότερο και από το πρωτότυπο! Η μετάφραση δε αυτή έγινε, διότι οι «Ελληνιστές» (οι Εβραίοι δηλ. που μιλούσαν Ελληνικά) ήταν τόσο πολλοί που χρειάστηκε να έχουν την Παλαιά Διαθήκη στη γλώσσα που καταλάβαιναν και με την οποία επικοινωνούσαν. Η γλώσσα των κανονικών Ευαγγελίων τής Κ. Διαθήκης ποικίλλει, βεβαίως, υφολογικά από Ευαγγέλιο σε Ευαγγέλιο. Άλλοτε είναι πιο απλή, άλλοτε πιο λόγια. Πάντοτε όμως βρίσκεται εντός των ορίων τής Αλεξανδρινής Κοινής και, οπωσδήποτε, είναι έτσι γραμμένη, ώστε να είναι κατανοητή στους απλούς ανθρώπους, όπως ξέρουμε ότι ήταν και ο ίδιος ο λόγος τού Χριστού. Με παρομοιώσεις και παραδείγματα από την καθημερινή απλή, και μάλιστα αγροτική, ζωή. Με χρήση τού προφορικού λόγου και μάλιστα, πολύ συχνά, τού άμεσου λόγου –όχι τού έμμεσου, που είναι πιο επεξεργασμένος– και επίσης με ευρεία χρήση των ρηματικών προτάσεων, . στις οποίες κυριαρχεί το ζωντανό, προσωπικό, βιωματικό ύφος αντί τού περιγραφικού-διαπιστωτικού αποστασιοποιημένου ύφους των ονοματικών προτάσεων.
    Αξίζει να σημειωθεί ότι οσάκις μιλούμε για το ποια ήταν η μορφή και η δομή τής Αλεξανδρινής Κοινής, η γλώσσα τού Ευαγγελίου είναι εκείνη που θεωρείται ως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα. Βέβαια, από τον 1ο αιώνα π.Χ. είχε αρχίσει να έχει απήχηση στους λογίους και γενικότερα στους μορφωμένους το κίνημα τού Αττικισμού. Με την εμφάνισή του μάλιστα διαμορφώθηκε, όπως είναι γνωστό, μια διπλή παράδοση στη χρήση τής Ελληνικής: Αφ’ ενός μεν χρησιμοποιήθηκε η «αττικιστική» μορφή, που εμιμείτο την αρχαία αττική διάλεκτο και αποτέλεσε τη γραπτή γλώσσα, την ονομαζόμενη λόγια παράδοση η οποία εξελίχθηκε σε ό,τι είναι γνωστό ως καθαρεύουσα. Παράλληλα όμως συνέχισε να χρησιμοποιείται, διαρκώς εξελισσόμενη προς απλούστερες μορφές, η Αλεξανδρινή Κοινή ή Κοινή τού Ευαγγελίου, που αποτέλεσε την προφορική Ελληνική και μετεξελίχθηκε σε ό,τι ονομάζουμε δημοτική. Την περίοδο που αναδεικνύεται ο Χριστιανισμός σε επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλ. τού Βυζαντίου, εννοώ τον 4ο μ.Χ. αιώνα, οι Μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας μας, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης, υιοθετούν στον λόγο τους την αττικιστική παράδοση, δηλ. απομακρύνονται από την απλή γλώσσα τού Ευαγγελίου, από την Κοινή, διαμορφώνοντας έτσι την επίσημη μορφή λόγου των πατερικών κειμένων και τής Εκκλησίας μας γενικότερα. Τολμώ να υποστηρίξω πως, αν οι τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες μας είχαν υιοθετήσει την Κοινή τού Ευαγγελίου, τότε πιθανότατα –με τη δύναμη τού παραδείγματός τους και τού λόγου τής Εκκλησίας– θα είχε γενικευθεί η Κοινή και δεν θα υπήρχε στην Ελληνική πρόβλημα γλωσσικής διμορφίας. Οπωσδήποτε, οι Μεγάλοι Πατέρες προτίμησαν τη λόγια γλώσσα τής εποχής τους, την αττικιστική, για συγκεκριμένους λόγους : για να μιλήσουν για τη νέα θρησκεία με μια καλλιεργημένη ήδη γλώσσα που παρείχε λεπτές γλωσσικές διακρίσεις καίριων εννοιών• για να χρησιμοποιήσουν τη μορφή γλώσσας που επικρατούσε μεταξύ των μορφωμένων τής εποχής και μάλιστα των ελληνικής μορφώσεως, που υποτιμούσαν τους Χριστιανούς ως απαίδευτους• για να αντιμετωπίσουν με γλωσσική επάρκεια τα προβλήματα των πολλών αιρέσεων που τις περισσότερες φορές ακροβατούσαν στη λέξη.
    Τη λόγια μορφή τής εκκλησιαστικής γλώσσας ενίσχυσε καθοριστικά η γλώσσα τής λατρείας. Η γλώσσα τής Θ. Λειτουργίας τού Ιωάννη τού Χρυσοστόμου και τής Θ. Λειτουργίας τού Μ. Βασιλείου έπαιξε σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Το ίδιο και η γλώσσα των Ύμνων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τής Υμνολογίας όλων των χρόνων τού Βυζαντίου με τους μεγάλους Βυζαντινούς ορθόδοξους υμνογράφους.
Έτσι, η ελληνική γλώσσα όχι μόνο συνδέθηκε με την ορθόδοξη πίστη και την ορθόδοξη λατρεία, αλλά ανατροφοδότησε γλωσσικά την Ελληνική, αφού οι λέξεις τής λόγιας παράδοσης γίνονταν κτήμα και τού απλού λαού και επηρέαζαν τη γλωσσική του έκφραση. Ένα πλήθος εκκλησιαστικών φράσεων από το Ευαγγέλιο, τη Θ. Λειτουργία και την Υμνογραφία (ιδίως τής Μ. Εβδομάδος) έχουν περάσει στην καθημερινή γλώσσα τού λαού.(Μερικά παραδείγματα : αγρόν ηγόρασε, αντί τού μάννα χολήν, άξιος ο μισθός του, από καταβολής κόσμου, από τον Άννα στον Καïάφα, άρον-άρον, άρρητα ρήματα, ας όψεται, άσωτος υιός, διά το θεαθήναι τοις ανθρώποις, διά τον φόβον των Ιουδαίων, δόξα σοι ο Θεός, είπα και ελάλησα,εκ τού πονηρού, επί ξύλου κρεμάμενος, να θέσω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων, ζωή χαρισάμενη κ.λπ.) Για πολλούς αιώνες, μέχρι τις αρχές τού 19ου αιώνα, η διπλή γλωσσική παράδοση ήταν ευρύτερα αποδεκτή και μόλις περί το 1800, με τη διαμάχη τού Ευγένιου Βούλγαρι με τον Ιώσηπο Μοισιόδακα και τους υποστηρικτές τής μιας και τής άλλης πλευράς, ανακύπτει το γνωστό γλωσσικό ζήτημα. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι όταν χρειάστηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίσει το κύμα τού προσηλυτισμού που πήγε να περάσει στον λαό από ιερωμένους άλλων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη δημοτική για να προσελκύσουν απλούς λαϊκούς ανθρώπους, τότε και οι Ορθόδοξοι ιερωμένοι άρχισαν να χρησιμοποιούν την απλούστερη Ελληνική, τη δημοτική γλώσσα, για να στηρίξουν τον λαό στην ορθόδοξη πίστη του με το κήρυγμά τους, εισάγοντας μια μορφή γλώσσας που έχει χαρακτηρισθεί ως εκκλησιαστικός δημοτικισμός. Ας μη ξεχνάμε ότι στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, σ’ αυτό το εθνικο-πνευματικό κίνημα παιδείας που προετοίμασε ιδεολογικά την Ελληνική Επανάσταση τού ’21, οι ορθόδοξοι ιερωμένοι (από απλοί διάκονοι έως διακεκριμένοι επίσκοποι) είναι αυτοί που χρησιμοποίησαν την απλή ελληνική γλώσσα για να μεταφράσουν και να σχολιάσουν τα αρχαία κείμενα, αυτά που χρησίμευσαν ως βάση για την τόνωση τού εθνικού φρονήματος τού υπόδουλου Ελληνισμού.
Κύριλλος και Μεθόδιος: Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων
    Η κορύφωση τής αξιοποίησης τής γλώσσας στην ιεραποστολή είναι έκγλυφη στην περίπτωση τού ιεραποστολικού έργου των αδελφών Κωνσταντίνου (μετέπειτα Κυρίλλου, όταν εκάρη μοναχός στα τέλη τού βίου του) και Μεθοδίου, που κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη. Λόγιος ο Κωνσταντίνος/Κύριλλος, σπουδασμένος, καθηγητής, προστατευόμενος τού διαπρεπούς λογίου Πατριάρχη Φωτίου. Μοναχός από νωρίς ο Μεθόδιος, οργανωτικός, δημιουργικός, στα βήματα τού Κυρίλλου, με συμπληρωματικό ρόλο, επίσης προστατευόμενος από τον Φώτιο.
Κύριλλος και Μεθόδιος είναι αυτοί που εκχριστιάνισαν τη Μοραβία (σημερ. Τσεχία και Σλοβακία) και μετέπειτα την Παννονία (σημερ. Ουγγαρία). Έλληνες και Σλάβοι μαθητές τους συνέχισαν το έργο τους αργότερα στη Βουλγαρία και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων, φθάνοντας μέχρι την Πολωνία και αργότερα μέχρι τη Ρωσία.
    Οι δύο Βυζαντινοί ιεραπόστολοι τού 9ου αιώνα βρέθηκαν σε λαούς που θρησκευτικά δεν είχαν σχέση με τον Χριστιανισμό και γλωσσικά διέθεταν μόνο προφορικό λόγο. Δεν είχαν γραφή. Έτσι οι δύο ιεραπόστολοι, με προεξάρχοντα τον λόγιο Κύριλλο (Κωνσταντίνο τότε ακόμη), χρειάστηκε πρώτα απ’ όλα να δημιουργήσουν, να εφαρμόσουν και να διδάξουν ένα σύστημα γραφής στο οποίο θα έγραφαν μεταφρασμένη τη χριστιανική διδασκαλία τού Ευαγγελίου (αρχικά τα αποσπάσματα που διαβάζονταν στη Θ. Λειτουργία) και την ίδια τη Θ. Λειτουργία. Αυτό που έκαναν στη πράξη –σαν να ήταν γλωσσολόγοι και όχι απλοί ιεραπόστολοι– ήταν να παραστήσουν με γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου τις φωνητικές αξίες των φθόγγων τής Σλαβικής, γεγονός που απαιτούσε γνώσεις και φαντασία. Έτσι δημιούργησαν αρχικά το γλαγολιτικό αλφάβητο, το οποίο αργότερα χρειάστηκε να απλοποιηθεί αρκετά και να αποτελέσει το σημερινό κυριλλικό αλφάβητο (από το όνομα τού Κυρίλλου που τού έδωσε την πρώτη μορφή, μολονότι αργότερα απλοποιήθηκε σημαντικά από τον Μεθόδιο). Ας θυμίσουμε εδώ ότι αυτό ήταν το δεύτερο αλφάβητο, που προήλθε από το αλφάβητο τής Ελληνικής, επαυξημένο με έναν αριθμό παραγώγων γραμμάτων, για να αποδώσει τους φθόγγους τής Σλαβικής (γλώσσα η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία ουρανικών συμφώνων). Το πρώτο αλφάβητο που προήλθε από την Ελληνική είναι, ως γνωστόν, το λατινικό αλφάβητο, δηλ. το ελληνικό δυτικό (όπως λεγόταν) αλφάβητο τής Εύβοιας (Χαλκίδος), που μεταφέρθηκε από τους Έλληνες εποίκους στην Κάτω Ιταλία (Μεγάλη Ελλάδα) απ’ όπου και γενικεύθηκε στον αρχαίο ιταλικό χώρο.
    Αξίζει να τονισθεί ότι με τη δημιουργία –μέσω τού κυριλλικού αλφαβήτου– γραπτού λόγου τής αρχαίας Σλαβικής (τής λεγόμενης Σλαβονικής) όχι μόνο διαδόθηκαν μέσω αυτής τα κείμενα τής Θ. Λειτουργίας, τα αναγνώσματα τού Ιερού Ευαγγελίου και ολόκληρη η Κ. Διαθήκη (μεταφράστηκε από τον Μεθόδιο και τους μαθητές του) καθώς και κείμενα των Πατέρων, αλλά η απόκτηση γραφής και η δημιουργία γραπτού λόγου έκαναν ώστε να αναπτυχθεί και σλαβονική φιλολογική γλώσσα που επέδρασε γενικότερα στην πολιτιστική ανάπτυξη των Σλάβων. Με το εξελιγμένο και εξειδικευμένο για τη γλώσσα τους αλφάβητο οι Σλάβοι εκφράστηκαν γραπτώς και δημιούργησαν αργότερα μεγάλα κείμενα λογοτεχνίας αλλά και ορθόδοξης θεολογίας.. Εις αναγνώριση αυτού τού σημαντικού έργου για τον Χριστιανισμό και τής περαιτέρω προσφοράς τους στην πολιτιστική ανάπτυξη των νέων σλαβικών λαών, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ στα νεότερα χρόνια (το 1981) ανακήρυξε τους Θεσσαλονικείς ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο «αγίους προστάτες τής Ευρώπης»..
    Ας σημειωθεί, τέλος, ότι οι δύο ιεραπόστολοι ήταν γλωσσομαθείς, γνώριζαν δε τη Σλαβική από την εποχή που ο πατέρας τους ως δρουγγάριος τού Θέματος τής Θεσσαλονίκης είχε αρμοδιότητα και επί των Σλάβων. Ο Κύριλλος μάλιστα γνώριζε επιπλέον Αραβικά και Εβραϊκά. Η επιμονή των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων να τελείται η Λειτουργία στη Σλαβονική –και όχι στη Λατινική, όπως υποστήριζαν οι δυτικοί ιερείς– εδραίωσε τη σλαβική γλώσσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία των διαφόρων σλαβικών χωρών και απέτρεψε τη διά τής Λατινικής κατίσχυση τής Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής ομολογίας.
Γλωσσολογία και μετάφραση τής Αγίας Γραφής
    Το πρόβλημα που αντιμετώπισαν εξ αρχής οι ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος –εκτός των άλλων– ήταν το οξύ πρόβλημα τής γλώσσας στην οποία θα διδασκόταν το Ευαγγέλιο και τα κείμενα τής Θ. Λειτουργίας εν συνεχεία και τα πατερικά, ώστε να γίνουν κατανοητά από τους Σλάβους και να πιστέψουν στη διδασκαλία τού Ευαγγελίου. Ορθώθηκε, λοιπόν, και πάλι το εμπόδιο κάθε ιεραποστολικής προσπάθειας, το εμπόδιο τής γλώσσας. Στην περίπτωση μάλιστα των Σλάβων, που δεν είχαν γραφή, το εμπόδιο ήταν ακόμη μεγαλύτερο, γιατί για να υπάρξει μετάφραση τού Ευαγγελίου και τής Θ. Λειτουργίας, ώστε να διαβάζονται οι αρχές τής διδασκαλίας τού Χριστού και να τελείται η Θ. Λειτουργία, έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί ένα σύστημα γραφής και να διδαχθεί η γραφή αυτή στους νεήλυδες στη χριστιανική πίστη. Αυτό και έγινε, όπως είδαμε, με την επινόηση τού κυριλλικού αλφαβήτου, τροποποίηση και προσαρμογή τού ελληνικού αλφαβήτου στις ανάγκες παράστασης τής σλαβικής γλώσσας.
    Με την ευκαιρία αυτή συνειδητοποιούμε ότι το έργο τής ιεραποστολής σε νεοφώτιστους Χριστιανούς οι οποίοι δεν διαθέτουν γραφή (συνέβη, στην πράξη, με την ιεραποστολή σε Αφρικανούς και σε διάφορες φυλές τού Ειρηνικού και τής Ασίας) περιλαμβάνει δύο γλωσσικά στάδια: α) τη δημιουργία γραφής και β) τη μετάφραση τού Ευαγγελίου στη γλώσσα των προσερχομένων στη χριστιανική πίστη. Βεβαίως, προϋποτίθεται ένα προγενέστερο ακόμη στάδιο: η εκμάθηση τής γλώσσας των προσηλυτιζομένων από τον ασκούντα το ιεραποστολικό έργο. Για να διδάξεις το Ευαγγέλιο τής νέας θρησκείας, πρέπει πρώτα να μάθεις ο ίδιος τη γλώσσα των μελλοντικών πιστών.
    Η ανάγκη αυτή απασχόλησε τη γλωσσική επιστήμη και οδήγησε σε σημαντικές αρχές ανάλυσης και μετάφρασης σε διάφορες γλώσσες. Από τους πιο γνωστούς γλωσσολόγους που ασχολήθηκαν με τη μετάφραση είναι ο Kenneth Pike, Αμερικανός στρουκτουραλιστής γλωσσολόγος, πρωτοπόρος σε θέματα φωνολογικής και μορφολογικής (γραμματικής) ανάλυσης.
    Ειδικότερα ως προς τη μετάφραση (όταν είχε λυθεί το πρόβλημα τής γραφής), προέκυψε το μείζον θέμα πώς μεταφράζεις το Ευαγγέλιο σε πολιτισμούς τελείως διαφορετικούς και σε γλώσσες επίσης τελείως διαφορετικές ως δομή από τις ινδοευρωπαϊκές. Ό,τι προκρίθηκε γενικότερα ήταν η ελεύθερη νοηματική μετάφραση (αντί τής πιστής κατά λέξιν μεταφράσεως που συχνά ήταν αδύνατη έως κωμική!) Προκρίθηκε δηλ. η μετάφραση που απέδιδε τα νοήματα τής διδασκαλίας τού Ευαγγελίου, ξεπερνώντας τη δυσκολία από την έλλειψη λέξεων που θα απέδιδαν τις έννοιες τής χριστιανικής διδασκαλίας –ιδίως σε δογματικό επίπεδο– με τη χρήση περιφραστικών δηλώσεων και με τη δημιουργία νεολογισμών, όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη ετυμολογική διαφάνεια. Ανάλογα προβλήματα ξεπεράστηκαν και στον τομέα τής Γραμματικής (χρόνοι και ποιόν ενεργείας ρημάτων, αντωνυμίες προσωπικές, μετοχές κ.ά.) και, βεβαίως, τής Σύνταξης.
    Τελικά, αναπτύχθηκε μια ολόκληρη θεωρία και τεχνική τής μετάφρασης για ιεραποστολικούς σκοπούς που χρησιμοποίησε κυρίως η προτεσταντική και η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ορισμένες μάλιστα τεχνικές ανάλυσης τής γλώσσας (σε φωνήματα, μορφήματα κ.λπ.) βοήθησαν στην ανάπτυξη τού αμερικανικού στρουκτουραλισμού, τής Σχολής που επικράτησε στην Αμερική πριν από τη Γενετική – Μετασχηματιστική γλωσσολογία τού Noam Chomsky.
    Επ’ ευκαιρία θα ήθελα να αναφερθώ, δι’ ελαχίστων μόνο, στο θέμα τής γλώσσας τελέσεως τής Θ. Λειτουργίας στις Ορθόδοξες Εκκλησίες που λειτουργούν σε ξένες χώρες (Αμερική, Αυστραλία, Καναδά, Ευρώπη κ.ά.).Το πρόβλημα που αναφύεται μονίμως είναι κατά πόσον πρέπει η Θ. Λειτουργία να τελείται στην ξένη γλώσσα (δηλ. από μετάφραση) ή στην Ελληνική τού πρωτοτύπου; Και οι δύο πρακτικές ακολουθούνται. Ωστόσο, θεωρώ προσωπικά ότι η Θ. Λειτουργία, εκ τής φύσεώς της, έχει τελετουργικό χαρακτήρα (δεσπόζει ο ευχαριστιακός χαρακτήρας, η τέλεση τού μυστηρίου τής Θ. Ευχαριστίας), γι’ αυτό και πρέπει να τελείται στη γλώσσα τού πρωτοτύπου, ο δε πιστός να παρακολουθεί τα δρώμενα με εγκόλπιο που θα περιέχει αντικρυστά πρωτότυπο και μετάφραση (και μάλιστα σε μετάφραση ενισχυμένη με λίγα επεξηγηματικά σχόλια ως προς τα στάδια τής τέλεσης τού μυστηρίου). Το κήρυγμα μπορεί να γίνεται στην ξένη γλώσσα, όπως και ορισμένες ευχές ή και ύμνοι μπορεί να εκφωνούνται και στην ξένη γλώσσα, που για τους περισσότερους Ομογενείς (τρίτης και πλέον γενιάς) είναι και η μητρική τους γλώσσα. Όμως η ελληνική γλώσσα τού πρωτοτύπου, με το τελετουργικό της ύφος και περιεχόμενο, δεν πρέπει να υποκαθίσταται εξ ολοκλήρου από μετάφραση, γιατί οι λέξεις στο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη γλώσσα χάνουν σε σημαντικό βαθμό το σημασιολογικό τους περιεχόμενο και το βιωματικό τους φορτίο, στοιχεία απαραίτητα στον μυστηριακό χαρακτήρα τής Θ. Λειτουργίας.
    Άλλο είναι, νομίζω, το εγχείρημα που έγινε στην Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία επί τού μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, μετά το Ευαγγέλιο στο πρωτότυπο, να αναγιγνώσκεται και η απόδοσή του σε έγκυρη νεοελληνική μετάφραση, για να γίνεται περισσότερο κατανοητό και από πιστούς που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν εύκολα έστω και την απλή (αλλά πάντως αρχαία) γλώσσα τού Ευαγγελίου. Στο κάτω-κάτω η διπλή προσέγγιση (όταν δηλ. συνυπάρχει η ανάγνωση τού πρωτοτύπου κειμένου) εντυπώνεται καλύτερα στη μνήμη κάθε πιστού. Προσωπικά, πιστεύω ότι μια τέτοια δεύτερη ανάγνωση θα ωφελούσε ευρύτερα, δοθέντος ότι στις 2.000 χρόνια που μάς χωρίζουν από την αρχική διατύπωση τού Ευαγγελίου σημειώθηκαν και γλωσσικές μεταβολές, έτσι ώστε κάποια χωρία τού Ευαγγελίου, ιδίως δε των επιστολών τού Παύλου, να γεννούν –όπως είναι φυσικό– περιορισμένης εκτάσεως δυσκολίες στην κατανόηση, λόγω κυρίως τής αλλαγής των σημασιών ή τής αχρησίας λέξεων που χρησιμοποιούνταν στην Ελληνική των χρόνων τού Χριστού αλλά και λόγω τής μειωμένης επαφής των μαθητών μας στο Σχολείο με «τα παλιότερα Ελληνικά» μας (τον αρχαίο λόγο και τη λόγια παράδοση).
Η γλώσσα τού Αποστόλου Παύλου
    Η τελευταία παρατήρηση μάς φέρνει στη μεγαλύτερη μορφή τής πρώιμης χριστιανικής ιεραποστολής, στον Απόστολο των Εθνών Παύλο, στη μνήμη τού οποίου είναι αφιερωμένο το τρέχον έτος 2008.
    Στις λίγες σκέψεις που θα θέσω υπό την κρίση σας θα ήθελα να αρχίσω με την παρατήρηση ότι «τύχη αγαθή» το έτος 2008 έχει ανακηρυχθεί και έτος διαπολιτισμικού διαλόγου και έτος τού Παύλου. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, μήπως η ιεραποστολή τού Παύλου, αν την δει κανείς στην ευρύτερή της έννοια, ήταν μαζί και η διάδοση μιας νέας μορφής πολιτισμού, αυτής που υπαγόρευε ο Χριστιανισμός και που έφερνε ο Παύλος να συναντήσει άλλους μεγάλους πολιτισμούς, άλλα δηλ. συστήματα αξιών, όπως ο ελληνικός πολιτισμός, ο ιουδαϊκός, ο ρωμαϊκός, ο ανατολικός. Έργο τού Παύλου ήταν να μυήσει ανθρώπους που προέρχονταν από πολιτισμούς που είχαν άλλη σύλληψη τής ζωής και άλλη θέση σ’ αυτή για τον άνθρωπο και για ό,τι υπάρχει –αν δέχονταν ότι υπάρχει– πέρα από τον άνθρωπο και την επίγεια ζωή του. Με τον Παύλο πραγματώνεται –σε σμικρογραφία αρχικά για να γιγαντωθεί αργότερα– μια συνάντηση πολιτισμών και ίσως, αν το δει κανείς διαφορετικά, και μια «σύγκρουση πολιτισμών», αιώνες πριν διατυπωθεί ως θεωρία στον αιώνα μας από τον Hattington! Βέβαια, ο Παύλος θα πει εδώ, στον δικό μας τόπο, στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Πνύκα των Αθηνών μπροστά στον βωμόν «τω αγνώστω θεώ» ότι η διδασκαλία τού Χριστού έρχεται να συμπληρώσει και να δείξει ποιος είναι αυτός ο άγνωστος Θεός. Δεν προβάλλει δηλ. τη σύγκρουση, αλλά τη συμπληρωματικότητα των θρησκευτικών αξιών που συνιστούσαν, εν προκειμένω, τους δύο πολιτισμούς. Άλλωστε, η βαθιά ελληνική μόρφωση τού Παύλου, η γνώση τής ελληνικής γλώσσας, κοινής τότε γλώσσας των μορφωμένων –και όχι μόνον–, τού επέτρεπε να κάνει τέτοιες συγκρίσεις και συνδέσεις. Ακόμη – μη το ξεχνάμε – η Ταρσός τής Κιλικίας, όπου γεννήθηκε και μορφώθηκε ο Παύλος κατά τη μαρτυρία τού Στράβωνος «υπερβέβληται και Αθήνας και Αλεξάνδρειαν».
    Θα ήμουν πολύ θρασύς –και ανάξιος συνάμα– να επιχειρήσω να αποτιμήσω εγώ –ένας μη θεολόγος– το έργο και την προσφορά τού Παύλου, τής μεγαλύτερης ίσως μεταχριστιανικής προσωπικότητας που γνώρισε ο Χριστιανισμός και που οδήγησε σταθερά τα βήματα τής ορθόδοξης πατερικής θεολογίας. Δεν θα το αποτολμήσω. Επιτρέψτε μου μόνο να εκφράσω μερικές σκέψεις για μια διάσταση τού Παύλου που ίσως μπορώ κι εγώ –ως γλωσσολόγος– να εκτιμήσω: για τη γλώσσα των επιστολών τού Παύλου.
    Τα κείμενα τού Παύλου συνιστούν ένα γλωσσικό συνεχές (continuum) στο οποίο αξιοποιείται μια σειρά εκφραστικών μέσων : από το λογικό επιχείρημα ώς την προσωπική μαρτυρία και τη βιωματική προσέγγιση. Με το λογικό επιχείρημα αποσκοπεί στην πειθώ για την αλήθεια τής διδασκαλίας τού Χριστού και στο να δείξει το βαθύτερο νόημα τής θείας οικονομίας που επιτελείται με την παρουσία τού Υιού τού Θεού επί τής γης ως σωτήρος τού γένους των ανθρώπων. Μεταφέρει το μήνυμα τής βασιλείας τού Θεού και τής πίστης στον τριαδικό Θεό. Με τη «βιωματική έκρηξη» («ζω δε ουκέτι εγώ• ζη δ’ εν εμοί ο Χριστός»), εκφράζοντας την αγωνία και τον αγώνα της αναζήτησης του Θεού, της «θέωσης», ο Παύλος συνεπαίρνει τον αναγνώστη όχι πια σε λογικό αλλά σε βιωματικό-συγκινησιακό επίπεδο. Η αναφορά στην αγάπη, στην απόλυτη αγάπη (το κατ’ εξοχήν μήνυμα τού Χριστού) σε συνδυασμό με την πίστη και την ελπίδα, αλλά με την αγάπη –στον γνωστό «Ύμνο τής αγάπης»– να υπερέχει («νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη τα τρία ταύτα• μείζων δε τούτων η αγάπη») και το μήνυμα ότι είναι ένας ο Χριστός και μία η σωτηρία για κάθε άνθρωπο τής γης πέρα από διακρίσεις εθνικότητας, κοινωνικής θέσης ή φύλου («ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην• ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος• ουκ ένι άρσεν ή θήλυ• πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ»), η περίφημη οικουμενικότητα τής παύλειας χριστιανικής διδασκαλίας, όλα έχουν την έκφραση και την απήχησή τους στη γλώσσα τού Παύλου. Γλώσσα δυναμική, πειστική, ελκυστική, επαναστατική, κριτική, λογική αλλά και συναισθηματική, με δυο λόγια γλώσσα συναρπαστική. Στο κείμενο τού Παύλου, όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα κείμενα μεγάλων διανοητών, βιώνεις την εκφραστική δύναμη, την ένταση που μπορεί να σηκώσει η ελληνική γλώσσα όταν η έκφραση ακολουθεί τα πετάγματα τής σκέψης και τον εσωτερικό παλμό που την δονεί. Στο κείμενο των Επιστολών αξιοποιούνται όλες οι επιλογές που παρέχει η γλώσσα γενικά και η καλλιεργημένη ελληνική γλώσσα ειδικότερα, ώστε να χτίζεται δημιουργικά από «μάστορες» τού λόγου όπως ο Παύλος το οικοδόμημα ενός δυνατού και επιβλητικού γραπτού κειμένου. Αναφέρομαι στις επιλογές που παρέχουν το λεξιλόγιο, η γραμματική, η σύνταξη, η θέση των λέξεων, οι νεολογισμοί, οι συνειρμικές συνδέσεις, οι αντιθέσεις, τα μέρη τού λόγου, οι παραλληλισμοί (παρηχήσεις, λεξιλογικές επαναλήψεις και, κυρίως, όμοιες συμμετρικές συντακτικές και γραμματικές δομές), γιατί βέβαια ένα μεγάλο κείμενο είναι «μεγάλο» ανάλογα με το πόσο αξιοποιεί τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα. Ειδικότερα, η γλώσσα τού Παύλου έχει τον δυναμισμό τής πειθούς και τη συγκίνηση τής αγωνίας για το πόσο θα καταφέρει να βοηθήσει τον αναγνώστη με τον λόγο του. Έχεις συχνά την αίσθηση –που αναδύεται μέσα από τη γραφή του– ότι τη γραφή του Παύλου την βασανίζει η αίσθηση της προσωπικής ευθύνης και ο φόβος μήπως δεν μπορέσει να «αναπαύσει» τον αναγνώστη. Κάτι ακόμη. Ενώ η γλώσσα των Ευαγγελίων είναι συγκριτικά απλή, περιγραφική τής διδασκαλίας των λόγων, των θαυμάτων και τού όλου έργου τού Χριστού συμπεριλαμβανομένων τής θυσίας και τού πάθους Του (με εξαίρεση το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη που επιμένει στα πνευματικά θέματα τής διδασκαλίας τού Χριστού), η γλώσσα τού Παύλου έχει τελείως διαφορετικό ύφος: Φέρει το βάρος τής προσωπικής μαρτυρίας, αναλύει την ουσία και το μήνυμα τής διδασκαλίας τού Χριστού, κρίνει, σχολιάζει, εμπνέει, διδάσκει, ψέγει, ανοίγει την καρδιά του, παραπονείται, κατανοεί, συγχωρεί, συμβουλεύει, πάσχει και συμπάσχει, πονάει και συμπονεί, αγαπάει. Ως ύφος και ως πρόθεση οι Επιστολές τού Παύλου επιτελούν διαφορετικό ρόλο, αυτόν τής ιεραποστολής και τής προσωπικής μαρτυρίας, και φυσικά υπαγορεύουν διαφορετική χρήση τής γλώσσας.
    Το βέβαιο είναι ότι, όπως συμβαίνει με τα μεγάλα πνεύματα, η γλώσσα τού Παύλου ακολούθησε το σπάνιο πνεύμα του, πέταξε εξίσου ψηλά με τη σκέψη του, την αποκάλυψε, μάς τη φανέρωσε. Έτσι μάς συγκινεί, μάς πείθει, μάς συνεπαίρνει. Θα μπορούσε, αλήθεια, να σκεφθεί κανείς μεγαλύτερη αξιοποίηση τού προνομίου τής ελληνικής γλώσσας από το να γίνει το όχημα μετάδοσης τής σκέψης τού Παύλου και μαζί το όχημα διάδοσης τής χριστιανικής διδασκαλίας με την οικουμενική διάσταση που πήρε ;
    Προσπάθησα να δώσω μερικές πτυχές τού θέματος τής γλώσσας στην ευρύτερη λειτουργία τής ιεραποστολής. Ελπίζω να μπόρεσα να δείξω έστω και αμυδρά τη στενότερη ιστορική σχέση που συνδέει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική γραφή με τη χριστιανική διδασκαλία και τη χριστιανική ιεραποστολή. Μη ξεχνάμε ποτέ ότι το όνομα του Χριστού που σηματοδοτεί την πίστη και τη θρησκεία μας και οι λέξεις-έννοιες που χρησιμοποιούνται καθολικά για να δηλώσουν την Εκκλησία είναι ελληνικές : Christ και christian και église ή church ή Kirche αλλά και apostle και bishop και clergy και clerical είναι διεθνείς ελληνικές λέξεις και έννοιες. ΄Όλα αυτά δεν σηματοδοτούν μια ιδιαίτερη σχέση που αξίζει να την νιώσουμε πρώτοι εμείς και να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία τους ;



www.babiniotis.gr

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Εφραίμ του Σύρου- Ασκητικά

Εφραίμ του Σύρου- Ασκητικά

Του οσίου πατρός μας Εφραίμ επιστολή προς Ιωάννη μοναχό, σχετικά με την υπομονή, και περί του να μη απατάται κανείς από τους λογισμούς με πρόφαση δικαιολογίες, και να λέγει , ότι ως βοσκός πορεύομαι. Και περί σωφροσύνης.

Υπομνηστικό δηλαδή επιστολή.

Κάθε ώρα έχω στο νου μου, αδελφέ, την οπτασία που μου διηγήθηκες∙ γι’ αυτό αγωνίσου να ζεις άξια του προορισμού σου, για να αρέσεις στον Χριστό, ο οποίος σε στρατολόγησε. Διότι γνωρίζω την προθυμία και τον ζήλο σού προς τον Θεό∙ , έτσι , επειδή έχεις σκοπό να σωθείς, είσαι όμως άπειρος στη ενάρετη ζωή, σε συμβουλεύω να ακολουθείς τα ίχνη των αγίων και τελείων αδελφών και πατέρων, και να μαθαίνεις απ’ αυτούς πως πρέπει να φέρεται ο δούλος του Θεού, το οποίο και πάντοτε σου έλεγα, για να θεωρείς την διαγωγή του καθενός και να μιμείσαι την πολιτεία του, πως δηλαδή ο καθένας οπλισμένος με την ευσέβειά, βιάζεται να λάβει το βραβείο του επουράνιου προορισμού του∙ και να παρατηρείς ακριβώς , άλλου την ελπίδα στο Θεό, άλλου την διπλή αγάπη, δηλαδή προς τον Κύριο και τον πλησίον, και πως άλλος για το φόβο του Θεού φρουρεί την ψυχή του, και φυλάσσεται από κάθε πονηρό πράγμα∙ ζώντας βίο άμεμπτο και ακατηγόρητο, περισσότερο όμως και επαινούμενος από όλους για την αγιότητα του βίου του∙ διότι είναι πολλοί τέτοιοι, για τους οποίους σου έλεγα, σε εκείνους να προσέχεις, και όχι σ’ εμένα τον οκνηρό. Λοιπόν γίνε μιμητής αυτών , οι οποίοι είναι ως φωστήρες ανάμεσά μας, και βλέπε πως καθένας πολεμούμενος από τον εχθρό με ποικίλα πάθη , προσφεύγει με την προσευχή προς τον Θεό, και αφού προσκολληθεί σ’ αυτόν με κατάνυξη και πόθο, λαμβάνει την βοήθεια της χάριτος, απομακρύνει τους άτοπους και ακάθαρτους λογισμούς, μετανοεί για τα όσα έπραξε με κλάμα και δάκρυα και στεναγμούς, πενθώντας με κατήφεια τις αμαρτίες του, και εξομολογούμενος με προσευχές και αγρυπνίες∙ κακοπαθώντας με νηστεία και εγκράτεια και θλίψη, και αγωνιζόμενος να σωθεί με αυτά τα όπλα.


Λοιπόν αγωνίσου και εσύ να πολεμήσεις μέχρι θανάτου, ως αληθινός στρατιώτης ∙ διότι η άσκηση, παιδί μου, δεν είναι παιχνίδι, αλλά απαιτείται καρτερία και πολλή ακρίβεια για να κατορθωθεί η σωτηρία της ψυχής. Γι’ αυτό δεν παρέλειψα να φανερώσω εγγράφως καμία από τις αρετές, για να μην πεις ότι δεν γνώριζα τι να κάνω. Έτσι λοιπόν αγωνίσου με κάθε σεμνότητα και συνετή διαγωγή, για να αρέσεις και στον Θεό και στους ανθρώπους. Διότι ,αν με τέτοιο τρόπο κυβερνήσεις τον εαυτό σου, παρατηρώντας με προσοχή την τέλεια αποχή του καθενός από τα γήϊνα, και την ενάρετη πολιτεία προς τον Θεό, εύκολα και συ θα μπορέσεις να ελκύσεις τον εαυτό σου στο ύψος των αρετών∙ και αυτό το κατορθώνεις βλέποντας πως άλλος άφησε τα πάντα και ενώ έγινε ακτήμονας αγωνίζεται με κάθε τρόπο να καταστήσει το νου του αμέριμνο, για να προσεύχεται με ησυχία, και να μην έχει λογισμό ή φροντίδα η οποία τον εμποδίζει να προσεύχεται, ή τα δάκρυα, ή την προς τον Θεό θερμή και τέλεια αγάπη. Διότι και συ γνωρίζεις , αγαπητέ, ότι εάν κάποιος με πόθο και δάκρυα προσεύχεται με καθαρή καρδιά, αυτόν ο Θεός τον θεωρεί στη διάνοιά του, σαν σε καθρέπτη. Γι’ αυτό με πολλή φτώχεια και πείνα και πολλή στενοχώρια τρέχει ο καθένας προς τα αγαθά, που έχουν υποσχεθεί στους δίκαιους∙ διότι είναι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός, η οποία οδηγεί στη ζωή. Γι’ αυτό σου υποδεικνύω την οδό αυτή, στην οποία ακόμη εγώ δεν μπήκα, για να προσέξεις και να μιμηθείς την διαγωγή των αγίων∙ άλλου την ευλάβεια , και άλλου την αρετή, άλλου την ευσχημοσύνη και την τάξη στη θρησκεία, και άλλου την κατάσταση, άλλου την ταπεινοφροσύνη, και άλλου την τιμή∙ και άλλος απ’ αυτούς κατηγορείται από μόνος, και άλλος εξουθενώνεται και εξευτελίζεται ίδιος∙ βλέπε αυτού την επειμέλεια και εκείνου την ησυχία∙ άλλου την πραότητα, και άλλου την μακροθυμία, και άλλου την ανεξικακία, άλλου το ειρηνικό , άλλου το προσφιλές, άλλου την ομόνοια, άλλου την συμφωνία, άλλου την σύνεση , άλλου την φρόνηση , άλλου την εγκράτεια, άλλου τη σοφία, άλλου την ευκολία στη συμβουλή.∙ άλλου την διάκριση, άλλου την μυστικότητα, άλλου την ιλαρότητα, άλλου το χαριτωμένο, άλλου το ευπροσήγορο, άλλο το ευδιάλλακτο, άλλου το συγκαταβατικό, άλλου το συγχωρητικό, άλλου την ανδρεία και το θάρρος στις κακουχίες∙ άλλου τους αγώνες, άλλου την υπακοή, άλλου την εργασία, άλλου τον έπαινο, άλλου την προθυμία, άλλου την διακονία στους αδελφούς, άλλου τον ζήλο, άλλου την θερμότητα, άλλου την υποταγή, άλλου την παντελή καταφρόνηση της ζωής που να πεθαίνει κάθε μέρα όπως ο εσταυρωμένος μας Χριστός∙ άλλου την υπομονή, άλλου το καρτερικό∙ άλλου την αλήθεια, άλλου την παρρησία, άλλου τον έλεγχο, άλλου τον λαμπρό και σε όλους φανερό βίο, άλλου την ακρίβεια, την επιτηδειότητα, την παιδία, την σωφροσύνη, την αγιότητα, την αγνότητα, την πνευματικότητα. Και του ενός παρατήρησε την ελεημοσύνη, και εκείνου το βοηθητικό, άλλου την χρηστότητα, άλλου την αγαθότητα, άλλου την ευσπλαχνία άλλου τον οικτιρμό, άλλου την φιλαδελφία, άλλου το χαρακτηριστικό, άλλου την ισότητα, άλλου την δικαιοκρισία, άλλου την συγγνώμη, άλλου την συμπάθεια, άλλου την φιλοξενία, άλλου την αφέλεια, άλλου την ακακία, την απάθεια, την ακεραιότητα, την αυτάρκεια, την συμμετρία, την ευχαριστία, την απλότητα, την παράκληση, την προθυμία, την επίσκεψη στους ασθενείς, την ευθύτητα και το προτρεπτικό∙ και άλλων τέλος την ανελλιπή προσευχή και ψαλμωδία, και τα αυλάκια των δακρύων , και γενικά την ένθεη πολιτεία όλων. Ενώ κατοικείς εν μέσω τόσου θησαυρού, φρόντισε να πλουτήσεις και να συζήσεις μετά των φρονίμων παρθένων, και να μην συγκαταριθμηθείς με τις μωρές. Έχεις τόσους φωστήρες, ο οποίοι καταφωτίζουν τους οφθαλμούς σου κάθε ημέρα και νύκτα, πορεύσου στο φως τους, και ακολούθησε τα ίχνη τους, δια να μπεις μαζί τους στις αιώνιες σκηνές. Με ταχύτητα περπάτησε στα βήματά τους, για να μπορέσεις να φτάσεις κάποιους από αυτούς. Γιατί γνωρίζω αν θέλεις μπορείς. 

Λοιπόν περίζωσε τη μέση σου , και άναψε τη λαμπάδα της δικαιοσύνης, και πρόσμενε τον Κύριο σου, για να βρεθείς έτοιμος στη συνάντηση μαζί του. Δεν θα παύσω να σου γράφω για τέτοια πράγματα∙ διότι γνωρίζω, ότι με ακούς προσεκτικά∙ αλλά πρόσεχε, και προσπάθησε να προφυλαχτείς μέχρι θανάτου, για να προϋπαντήσεις τον αθάνατο Νυμφίο με θάρρος και χαρά. Τίμα την παρθενία, και αυτή θα σε οδηγήσει στον ουράνιο νυμφικό θάλαμο. Γι’ αυτό είπε ο Απόστολος Παύλος∙ σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σας παραστήσω στο Χριστό ως αγνή παρθένος. Τώρα λοιπόν αγαπητέ μου, σου έγραψα τις αρετές των αγίων ανδρών, και τις ενέδρες του Εχθρού, για ν’ απαλλαγείς από τις παγίδες εκείνου, και να μπορέσεις να σώσεις την ψυχή σου. Γιατί μη πεις, ότι εισήλθα σε μοναστήρια, και φόρεσα το αγγελικό σχήμα, κα σώθηκα∙ διότι όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και αυτός ο Θεός δεν ευχαριστούνται στο εξωτερικό, αλλά επιζητούν τους καρπούς των αγαθών πράξεων. Στάσου λοιπόν, ως δέντρο ευθαλές, φυλάσσοντας τους καρπούς των αρετών σου, μήπως έλθει το σκουλήκι της υπερηφάνειας και σου διαφθείρει τον καρπό της ταπεινοφροσύνης∙ μήπως το ψεύδος σου κλέψει την αλήθεια∙ μήπως η κενοδοξία σκεπάσει την ευλάβειά σου∙ μήπως η οργή σου αρπάξει την πραότητα∙ μήπως ο θυμός σου αδειάσει τη μακροθυμία∙ μήπως η μάχη σου καταστρέψει την ειρήνη∙ μήπως η έχθρα σου εμποδίσει τη φιλία∙ μήπως η μνησικακία αποκόψει την συνδιαλλαγή της αγάπης∙ μήπως η καταισχύνη απομακρύνει την τιμή∙ μήπως η φιλονικία χωρίσει την αρμονία∙ μήπως η ταραχή διώξει την ησυχία∙ μήπως η γαστριμαργία εμποδίσει τη νηστεία∙ μήπως η αδηφαγία αποκόψει την εγκράτεια∙ μήπως η αμέλεια υποσκελίσει τη δραστηριότητα∙ μήπως ο ύπνος κοιμίσει την αγρυπνία∙ μήπως η αφροντησία καταβαρύνει την προθυμία∙ μήπως η οκνηρία διακωλύσει τη διακονία∙ μήπως η παρακοή αποκλείσει την υπακοή∙ μήπως η αργολογία νικήσει την ψαλμωδία∙ μήπως η αστειότητα υπερισχύσει της δοξολογίας∙ μήπως το γέλιο κατισχύσει το πένθος∙ μήπως η αυστηρότητα εξαχρειώσει τη συγκατάβαση∙ μήπως η πορνεία διαφθείρει τη σωφροσύνη∙ μήπως η απιστία καταργήσει την πίστη∙ μήπως η φιλαργυρία προτιμηθεί της ακτημοσύνης∙ μήπως ο κόσμος σου γίνει αρεστότερος της βασιλείας των ουρανών∙ μήπως ο πλούτος σου ονειδίσει τη φτώχεια∙ μήπως η καταλαλιά σου ερεθίσει τη γλώσσα∙ μήπως η διαβολή σε καταστήσει αδελφοκτόνο∙ μήπως ο ψυθιρισμός σου μολύνει τη ψυχή∙ μήπως ο φθόνος σε καταβαρύνει εναντίον κάποιου∙ μήπως ο δόλος σου μιάνει την καθαρότητα της καρδιάς∙ μήπως η υποκρισία σου στερήσει των ουρανίων αγαθών∙ μήπως η συκοφαντία σε παραστήσει προδότη∙ μήπως η ψευδομαρτυρία σου προξενήσει τιμωρία∙ μήπως η κλοπή σε αποξενώσει της βασιλείας∙ μήπως η αφροντισά σου αποκλείσει τον παράδεισο∙ μήπως η ανθρωπαρέκεια σου διασκορπίσει τα οστά∙ μήπως η προσωποληψία σου αποκόψει την θάρρος∙ μήπως η φιληδονία σε κατασύρει από τη φιλοθεΐα∙ μήπως η επιθυμία σου τυφλώσει την κατάνυξη∙ μήπως η ηδονή σκοτίσει τον πόθο σου για το Θεό∙ μήπως η ηδονή των φαγητών σε ζημιώσει από τη τρυφή του παραδείσου. Μην αποστραφείς άνθρωπο, για να μην παροργίσεις αυτόν που τον έπλασε∙ μη μεμφθείς ανόητα για να μη πέσεις σε κατάκριση∙ μην κατηγορήσεις κανένα, διότι δεν γνωρίζεις τι θα σου συμβεί. Μην υπερηφανευτείς, για να μη πέσεις και επιφέρεις εναντίων σου την ατιμία. Ας μη σου εμποδίσει η θρασύτητα την επιείκεια∙ ας μην υπερισχύσει η δειλία από το θάρρος∙ ας μην σου εξαφανίσει η καταφρονηση τον φόβο∙ ας μη σε αποχωρίσει ο ρεμβασμός από τη συνοδία σου, και ας μη σου τραυματίσει την ψυχή η υπερηφάνεια∙ μην κηλιδώσεις την ψυχή σου με την ακοή∙ μη συζήσεις με κακούς μήτε να συσκεφτείς μαζί τους, μήπως η κακία σου σκοτίσει την ακακία, μήπως η πονηριά νικήσει την αγαθότητα σου, μήπως ο φθόνος υπερισχύσει της απάθειας. Μη γίνεσαι αυθάδης για να μη μισηθείς από όλους∙ μήπως η αυθάδειά σου προξενήσει πληγές∙ μη δώσεις ανάπαυση ποτέ στη σάρκα σου, για να μη βαρυνθεί η ψυχή σου∙ ας μην αρπάξει η βλασφημία την σεμνολογία∙ ας μη σε κατεβάσει η απονοιά από τους ουρανούς∙ ας μη σου αποκόψει τον θησαυρό η καύχηση∙ ας μη θριαμβεύσει η μεγελορημοσύνη για τα κρυφά σου∙ ας μην αμαυρώσει κανένα η βασκανία για σένα∙ ας μη τυφλώσει η αφροσύνη τη σύνεσή σου∙ ας μη σκοτίσει η μωρία την φρόνησή σου∙ ας μη κυριεύσει η ανοησία το νου σου∙ ας μη αλλοιώσει η αδιακρισία τη διάκρισή σου∙ ή κάτι άλλο, το οποίο λησμόνησα τώρα, ας μην εισέλθει κρυφά στη καρδιά σου , και σε αιχμαλωτίσει από τη βασιλεία των ουρανών∙ αλλά αγρύπνα , όπως λέγει ο Δαβίδ, μελετώντας ημέρα και νύχτα στο λόγο του Κυρίου , επειδή ο Εχθρός δεν παύει από του να πολεμά μέρα και νύκτα, μήπως και βρει το νου εσύ αργό από τη μελέτη των εντολών του Θεού, και σπείρει τα ζιζάνια του, και κάνει τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, και ενώ στερηθείς από τα επίγεια να ζημιωθείς και στα ουράνια∙ «Διότι κανένας άνθρωπος, αφού βάλει τα χέρια του στο άροτρο και προσέχει πίσω, δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών». «Κανένας στρατιώτης δεν μπλέκεται στις βιοτικές υποθέσεις για να αρέσει σ’ αυτόν που τον στρατολόγησε. Αφού λοιπόν εξήλθες από τον κόσμο, και ακολούθησες τον Χριστό, με τέτοιο τρόπο τρέξε για να λάβεις το βραβείο». Μην εκκλίνεις δεξιά και αριστερά, δηλαδή στα αναφερόμενα πάθη , για να μην πέσεις σε κρημνό αμαρτίας , και νεκρώσεις την ψυχή σου∙ αλλά τρέξε στη βασιλική οδό των εντολών του Θεού, και βάδιζε κατ’ ευθεία στην ουράνια βασιλεία∙ συγχρόνως όμως προσευχήσου και για μένα τον αμαρτωλό, ώστε κι εγώ ο ανάξιος να γίνω συμμέτοχος των αγίων, και να καταξιωθώ μαζί σας ν’ απολαύσω τα αιώνια αγαθά, δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.
Αυτά σου τα έγραψα, αγαπητέ μου, όχι ότι εγώ φύλαξα κανένα από αυτά ,αλλά για να τα φυλάξεις εσύ και να ευχαριστήσεις τον Θεό∙ διότι ο Κύριος είπε∙ «Όποιος πιστεύει σε εμένα, θα κάνει τα έργα που κάνω κι εγώ». Και εσύ αγαπητέ, πιστεύω, ότι θα κάνεις μεγαλύτερα από τους προηγούμενους σου , εάν φυλάξεις τα πράγματα καθώς τα παρέλαβες. Μη γίνεσαι λοιπόν κριτής των ξένων πραγμάτων, αλλά εσύ να αγωνίζεσαι να διορθώσεις κάθε μέρα τη ζωή σου∙ γιατί ο καθένας από εμάς και όλοι μας πρόκειται να δώσουμε λόγο για τις δικές μας πράξεις. Εσύ λοιπόν συνέχεια εξέταζε τους λογισμού σου, και λέγε στον εαυτό σου∙ έχω ευλάβεια; έχω κατάνυξη; έχω ταπεινοφροσύνη και τα υπόλοιπα που περιγράψαμε παραπάνω; Πάλι εξέταζε και λέγε στον εαυτό σου∙ μήπως τάχα αδιαφορώ; μήπως άρα αργολογώ; Μήπως άρα οργίζομαι, μήπως επιθυμώ κάτι από τα γήινα; Και έτσι κάθε μέρα εξετάζοντας τα προειρημένα , και αποσκορακίζοντας το κακό, προσκολλήσου στο αγαθό∙ γιατί κανείς άλλους δεν είναι αγαθός παρά ένας ο Θεός, ο οποίος σώζει όλους με την χάρη του με τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Σου παραγγέλλω στο όνομα του Ιησού Χριστού παιδί μου ώστε να φυλάξεις την επιτολή αυτή∙ να τη διαβάζεις συνέχεια, και πάλι να τη θέτεις σε φύλαξη∙ και όταν την μάθεις ολόκληρη να μη την παραμελήσεις∙ διότι σου έγραψα με πολλή ακρίβεια για όλα τα πάθη, για να τα μελετάς και να φυλάγεσαι με ακρίβεια. Διότι λέει ο Δαβίδ, «με ποιόν τρόπο θα κατορθώσει ο νέος να καθαρίσει την πορεία του στη ζωή , παρά μόνο με τη φύλαξη των νόμων του Κυρίου;» Μέχρι τώρα αυτά σου τα έκανα φανερά, και τα οποία εύκολα μπορείς να τα φυλάξεις. Όταν όμως τα κατορθώσεις αυτά, τότε θα σου υποστηρίξω το νου με περισσότερη ακρίβεια στη τελειότητα, μέσω του Ιησού Χριστού, στον οποίο καθώς και στον Πατέρα και στο άγιο Πνεύμα πρέπει τιμή και δόξα στους αιώνες. Αμήν.

Περί αγάπης

Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος έχει την αγάπη του Θεού∙ διότι έχει μαζί του το Θεό∙ «Διότι ο Θεός είναι αγάπη, και όποιος μένει στην αγάπη , μένει με το Θεό.» Αυτός που έχει αγάπη, υπερνικά τα πάντα με το Θεό∙ αυτός που έχει αγάπη δεν φοβάται∙ διότι η αγάπη βγάζει έξω τον φόβο. Αυτός που έχει αγάπη δεν αποστρέφεται κανένα, ούτε μεγάλο, ούτε ένδοξο, ούτε άδοξο, ούτε φτωχό ούτε πλούσιο∙ αλλά γίνεται παρικάθαρμα όλων των ανθρώπων∙ σε όλα συναινεί, τα πάντα υπομένει. Αυτός που έχει αγάπη δεν αλαζονεύεται σε κανένα. Δεν κομπάζει δεν καταλαλεί κανένα, αλλά αποστρέφεται αυτούς που καταλαλούν. Αυτός που έχει αγάπη δεν περπατά με δόλο, δεν παραγκωνίζει τον αδελφό του, ούτε παραγκωνίζεται. Αυτός που έχει αγάπη δεν φθονεί, δεν συκοφαντεί, δεν χαίρεται με τα σφάλματα των άλλων, δεν διασύρει τον φταίχτη, αλλά τον συλλυπείται και τον βοηθά∙ δεν παραβλέπει τον αδελφό του στην ανάγκη, αλλά τον υπερασπίζεται και συμπάσχει μέχρι θανάτου. Αυτός που έχει την αγάπη κάνει το θέλημα του Θεού, και είναι μαθητής του∙ διότι αυτός ο καλός Δεσπότης μας είπε « από αυτό θα γνωρίσου όλοι ότι είστε μαθητές μου , αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Αυτός που έχει αγάπη ποτέ δεν βλέπει ή λέει κάτι σαν να είναι δικό του, αλλά όσα έχει τα παρουσιάζει κοινά σε όλους. Αυτός που έχει την αγάπη κανένα δεν θεωρεί ως ξένο, αλλά όλους οικείους. Αυτός που έχει την αγάπη δεν παροξύνεται , δεν κομπάζει , δεν εξάπτεται σε θυμό, δεν χαίρεται για τις αδικίες, δεν καταγίνεται συνέχεια σε ψεύδη, δεν έχει για εχθρό κανένα, παρά μόνο τον Διάβολο. Αυτός που έχει την αγάπη υπομένει τα πάντα, πολιτεύεται ενάρετα και μακροθυμεί. Λοιπόν μακάριος είναι όποιος έχει την αγάπη και αναχωρεί από τον κόσμο προς τον Κύριο μαζί της∙ διότι γνωρίζει τον οικείο της και θα γίνει δεκτή στην αγκαλιά του∙ διότι θα συνφάγει με τον Χριστό ο εργάτης της αγάπης∙ διότι με αυτήν ήλθε πάνω στη γη ο Θεός, με αυτή ανοίχτηκε ο παράδεισος και φάνηκε σε μας κλίμακα προς τον ουρανό. Και ενώ υπάρχουμε εχθροί του Θεού , με αυτή συμφιλιωθήκαμε μαζί του . Λοιπόν πρέπει να πούμε, ότι « η αγάπη είναι ο Θεό, και αυτός που μένει στην αγάπη μένει με το Θεό».

Προς καθαίρεση υπερηφάνειας.

Κάθε άσκηση , κάθε εγκράτεια, κάθε ακτημοσύνη και κάθε πολυμάθεια είναι μάταιη για τον άνθρωπο, όταν είναι στερημένος από την ταπεινοφροσύνη. Διότι καθώς η αρχή και το τέλος των αγαθών είναι η ταπεινοφροσύνη, έτσι η αρχή και το τέλος των κακών είναι η υψηλοφροσύνη. Πανούργο και πολύμορφο είναι το ακάθαρτο αυτό πνεύμα της υπερηφάνειας∙ Λοιπόν και αγωνίζεται να τους υποδουλώσει όλους , και στον καθένα στήνει ξεχωριστή παγίδα∙ τον σοφό ζητά να τον παγιδεύσει με την σοφία∙ τον ισχυρό με την ισχύ∙ τον πλούσιο με τον πλούτο∙ τον όμορφο με την ομορφιά∙ τον εύγλωττο , με την ευγλωττία∙ τον καλλίφωνο, με την καλλιφωνία∙ τον επιτήδειο τεχνίτη, με την επιτειδιότητα∙ τον εύστροφό , με την ευστροφία. Παρόμοια δεν σταματά από το να πειράζει και αυτούς που καταγίνονται στα πνευμτικά∙ τον αποτακτικό του κόσμου, με την αποταγή∙ τον εγκρατή, με την εγκράτεια∙ τον ήσυχο, με την ησυχία∙ τον ακτήμονα , με την ακτημοσύνη∙ τον πολυμαθή, με την πολυμάθεια∙ τον ευλαβή , με την ευλάβεια∙ τον έμπειρο στη σοφία, με τη γνώση και την εμπειρία∙ η γνώση όμως είναι παντρεμένη αληθινά με την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό και ο Κύριος, επειδή γνωρίζει το δεινό αυτό πάθος(διότι όπου και να ριζώσει , εξαχρειώνει τον άνθρωπο εκείνο και όλη του την εργασία) μας έδωσε την ταπεινοφροσύνη, ως τρόπαιο, λέγοντας∙ «όταν κάνετε όλα αυτά που έχετε διαταχτεί, να λέτε, ότι είμαστε αχρείοι δούλοι». Γιατί λοιπόν επισύρουμε στους εαυτόυς μας την κενότητα και την φρενοβλάβεια; Καθώς λέει ο Απόστολος Παύλος∙ « εάν όμως νομίζει κάποιος ότι είναι κάτι, ενώ είναι μηδέν, εξαπατά τον εαυτό του∙ αλλά ο καθένας ας εξετάζει το έργο του, και τότε ας έχει καύχημα στον εαυτό του, και όχι στον άλλο.» Γιατί λοιπόν εξαπατούμε τους εαυτούς μας, και υπερηφανευόμαστε μεταξύ μας, και ταλαιπωρούμε τους κατώτερους; Ο Κύριος μας διδάσκει με τον Ευαγγελιστή Λουκά, «ότι όσα μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλά, είναι βδελυκτά μπροστά στο Θεό.» Αλλά επαιρόμαστε ως εγκρατείς ενάντια στους ασθενέστερους; Πάλι ελεγχόμαστε από τον Παύλο που λέει∙ « δεν είναι δόκιμος, όποιος προβάλλει τον εαυτό του, αλλά εκείνος ο οποίος προβάλλεται από τον Θεό». Αλλά μεγαλοφρονούμε ενάντια σε αυτούς που ησυχάζουν, ότι εμείς κοπιάζουμε περισσότερο στη διακονία; ο Κύριος όμως επαινεί μάλλον την Μαρία , διότι εξέλεξε την αγαθή μερίδα. Αλλά επαιρόμαστε ως ήσυχοι ενάντια σε εκείνους, οι οποίοι ασχολούνται στα διακονήματα; βρίσκουμε πάλι τον Κύριο να λέει∙ «Δεν ήλθα να υπηρετηθώ αλλά να υπηρετήσω, και να δώσω την ψυχή μου λύτρο αντί πολλών∙» ώστε πρέπει να παραιτηθούμε εντελώς από την υψηλοφροσύνη. Αλλά μεγαλοφρονούμε ότι καθόμαστε σε τόπους έρημους; Ο τόπος όμως δεν μας ωφελεί χωρίς την ταπεινοφροσύνη, καθώς λέει ο απόστολο Παύλος∙» μη κοιτάτε σε αυτά που βλέπονται∙ διότι αυτά που βλέπονται είναι πρόσκαιρα, αυτά όμως που δεν βλέπονται είναι αιώνια.» Αλλά αλαζονευόμαστε ότι κατοικούμε σε λάκκο ή σπηλιά; αυτά είναι σύμβολα νεκρώσεως των παθών, και αφροντησία για τα γήϊνα πράγματα. Αλλά ότι εσύ τα εξέλεξες αυτά τα πράγματα για να κατορθώσεις την αρετή, ας μη σου γίνουν αφορμή για υπερηφάνεια, και μοιάσεις με ανόητο σιδηρουργό, ο οποίος χωρίς να γνωρίζει την τέχνη του, προσπαθεί να πυρώσει το ξύλο αντί τον σίδηρο∙ πρέπει λοιπόν ισχυρά να κρατήσουμε την ταπεινοφροσύνη. Αλλά είσαι πλούσιος κι θεωρείσαι δίκαιος; Μην απομακρύνεσαι από τα μέτρα του Αβραάμ, που ονόμαζε τον εαυτό του γη και στάκτη∙ σου ανατέθηκε φροντίδα λαού∙ αλλά και ο Μωϋσής δέχθηκε φροντίδα λαού….και ενώ μίλησε μαζί με τον Θεό, και είδε τη δόξα του Κυρίου, δεν υψώθηκε στη καρδιά του, ούτε αμέλησε την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή μαρτυρεί λέγοντας∙ «Και ο άνθρωπος ο Μωϋσής ήταν πράος περισσότερο από όλους τους ανθρώπους, που υπάρχουν στη γη». Αλλά είσαι ωραίος και ισχυρός, και φοράς βασιλικό διάδημα στο κεφάλι σου; μιμήσου τον βασιλιά Δαβίδ, που έλεγε ταπειονοφρονώντας∙ «Εγω όμως είμαι σκουλήκι και όχι άνθρωπος.» Αλλά έχεις γνώση και σοφία και εγκράτεια; Μιμήσου τους τρεις παίδες και τον προφήτη Δανιήλ∙ που έλεγαν∙ «Σε εσένα, Κύριε, είναι η δικαιοσύνη, και σε μας η ντροπή του προσώπου έως την σημερινή ημέρα,»και ο προφήτης « με ψυχή συντετριμμένη και με πνεύμα ταπεινώσεως θα γίνουμε δεκτοί». Και αν οι δίκαιοι έδειξαν τόση ταπείνωση , τι πρέπει να είμαστε εμείς οι αμαρτωλοί; διότι το να καυχάται κάποιος και να μεγαλοφρονεί είναι σαρκικό, σύμφωα με το ρητό του αποστόλου Παύλου∙ «εάν ζείτε κατά τη σάρκα, πρόκειται να πεθάνετε∙ αλλά ένα με το Πνεύμα θανατώνετε τις πράξει της σάρκας, θα ζήσετε». Και δεν είναι δυνατό να νικήσουμε τα πάθη ,εάν πρώτοι δεν κατορθώσουμε την αρετή.


-- -

Ο ταπεινός δεν κενοδοξεί, δεν υπερηφανεύεται να δουλεύει στον Κύριο, από φόβο προς αυτόν. Ο ταπεινός δεν υποστηρίζει το δικό του θέλημα αντιλέγοντας στην αλήθεια, αλλά πείθεται στην αλήθεια. Ο ταπεινός δεν φθονεί για την προκοπή του πλησίον, ούτε χαίρει για τη δυστυχία των άλλων , χαίρεται όμως μάλλον με αυτούς που χαίρονται και κλαίει με αυτούς που κλαίνε. Ο ταπεινός δεν ταπεινώνεται μόνο όταν είναι φτωχός και δυστυχής, ούτε πάλι υπερηφανεύεται στη δόξα και την ευτυχία, αλλά μένει συνεχώς σε αυτή την αρετή. Ο ταπεινός δεν διαβάλλει τον αδελφό του , το οποίο είναι Σατανικό, αλλά αγαπά να ειρηνεύει τις διαφορές, και δεν ανταποδίδει κακόν αντί κακού. Ο ταπεινός δεν τιμά μόνο τους ανωτέρους του , αλλά και τους μικρότερους. Ο ταπεινός με όλη του τη δύναμη ζητά την ευλάβεια. Ο ταπεινός δεν παρασύρεται από τον θυμό, δεν βρίζει ούτε κραυγάζει , αλλά τα φοβάται όλα για χάρη της ευλαβείας. Ο ταπεινός δεν έχει κακό ήθος ούτε τεμπελιάζει, και αν ακόμα προσκληθεί σε εργασία μεσάνυχτα, διότι παρέδωσε τον εαυτό του ως υπήκοος στις εντολές του Κυρίου. Ο ταπεινός δεν πονηρεύεται , αλλά δουλεύει τον Κύριο με απλότητα και ακακία, με αγιασμό και ειρήνη και χαρά πνευματική. Ο ταπεινός δεν μεθάει από τον οίνο, ούτε είναι κοιλιόδουλος, φοβούμενος της εντολή του Κυρίου. Ο ταπεινός εάν υβριστεί , δεν γογγύζει , ούτε εάν λάβει ράπισμα αγανακτεί∙ διότι είναι μαθητής αυτού που υπέμεινε σταυρό για μας. Ο ταπεινός μισεί την φιλαυτία, ούτε φιλονικεί για τα πρωτεία, αλλά ως επιβάτης πλοίου νομίζει τον εαυτό του μέσα στο βίο του. Ο ταπεινός αγαπά να ακούει λόγια πνευματικά, και δεν απομακρύνει το νου του από τις εντολές του Κυρίου∙ διότι απαρνήθηκε τον εαυτό του , για την αληθινή ελπίδα που έχει προς τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Μακάριοι είναι αυτοί , διότι προς αυτούς θα πει ο Κύριος, δεν θα σας καλέσω πλέον δούλους αλλά φίλους και αδελφούς. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Η ελεημοσύνη βασίλισσα των αρετών

Ἀγαπητοί, μὴ γινώμεθα τῶν ἀλόγων θηριωδέστεροι.
Αγαπητοί, ας μη γίνουμε αγριότεροι από τα ζώα.
Ἐκείνοις πάντα κοινὰ καὶ οὐδὲν τοῦ ἄλλου πλέον ἔχει·
Σ’εκείνα όλα είναι κοινά και κανένα δεν έχει περισσότερα από τα άλλα·
σύ δὲ ἄνθρωπος ὤν, θηρίου γίνῃ χαλεπώτερος,
εσύ όμως αν και είσαι άνθρωπος, γίνεσαι πιο άσπλαχνος από τα θηρία,
μυρίων πενήτων τροφὰς μιᾷ κατακλείων οἰκίᾳ.
κλείνοντας ερμητικά σε ένα σπίτι όσα τρόφιμα θα αρκούσαν για να θρέψουν αμέτρητους φτωχούς.
Καίτοι γε οὐχ ἡ φύσις ἡμῖν μόνη κοινή,
Και βέβαια, δεν είναι μόνο η φύση μας κοινή,
ἀλλὰ καὶ ἕτερα πλείονα·
αλλά και άλλα περισσότερα·
οὐρανὸς κοινὸς καὶ ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἀστέρες
κοινός είναι ο ουρανός και ο ήλιος και η σελήνη και τα αστέρια
καὶ ἀὴρ καὶ θάλασσα καὶ γῆ καὶ ζωὴ καὶ τελευτὴ
και ο αέρας και η θάλασσα και η γη και η ζωή και ο θάνατος
καὶ γῆρας καὶ νόσος καὶ ὑγεία καὶ χρεία τροφῆς καὶ ἐνδυμάτων.
και τα γηρατειά και οι αρρώστειες και η υγεία και η ανάγκη τροφής και ρούχων.
Πῶς οὖν οὐκ ἄτοπον
Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο
τοὺς ἐν τοσούτοις κοινωνοῦντας ἀλλήλοις
αυτοί που μοιράζονται τόσα πολλά μεταξύ τους
ἐν τοῖς χρήμασιν οὕτως εἲναι πλεονέκτας,
στα χρήματα να είναι τόσο πλεονέκτες,
καὶ τὴν αὐτὴν μὴ διατηρεῖν ἰσονομίαν;
και να μη διατηρούν την ίδια ισονομία;
Ὁ γὰρ θάνατος τῆς μὲν ἀπολαύσεως ἀπάγει,
Γιατί ο θάνατος απομακρύνει από την απόλαυση
πρὸς δὲ τάς εὐθύνας ἄγει.
και οδηγεί στην τιμωρία.
Ἵν’ οὖν μὴ τοῦτο γένηται,
Για να μη γίνει κάτι τέτοιο,
πολλῇ χρησώμεθα τῇ ἐλεημοσύνῃ.
ας εφαρμόσουμε την ελεημοσύνη.
Αὔτη γάρ ἐστιν ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν,
Γιατί αυτή είναι η βασίλισσα των αρετών,
ἥ καὶ ἑξαιρήσεται ἡμᾶς τῆς τιμωρίας.
η οποία θα μας απαλλάξει από την τιμωρία.
Τὰ περιττὰ δὴ ποιήσωμεν χρήσιμα,
Ας κάνουμε τα περιττά χρήσιμα,
τὸν πολὺν προέμενοι πλοῦτον,
αφού παραμερίσουμε τον πολύ πλούτο,
καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως,
και την ημέρα της κρίσεως,
κἄν μυρία ὧμεν πεπλημμεληκότες,
ακόμη κι αν έχουμε διαπράξει πολλά παραπτώματα
ὁ Θεὸς μεταδώσει συγγνώμης ἡμῖν.
ο Θεός θα μας συγχωρήσει.
Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τὸ ῥητὸν τοῦ Προφήτου Δαυΐδ, PG 55, 517518 (διασκευὴ)

Αγιορείτες Άγιοι

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης



Το Άγιον Όρος στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του υπήρξε πάντα το άοκνο εργαστήρι της σοφίας και της αρετής µε εξέχουσες µορφές λογίων κι εναρέτων µοναχών.Από τα µέσα του 18ου αιώνος παρατηρείται µία µεγάλη άνθηση στο Άγιον Όρος, που φθάνει µέχρι τις ηµέρες µας. Οι όσιοι Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+ 1730), ο υπέρµετρος αυστηρός σπηλαιώτης ασκητής, ο µιµητής του οσίου Μαξίµου του Καυσοκαλύβη Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+ 1745), ο σοφός διδάσκαλος Άνθιµος ο Κουρούκλης (+ 1782), ο ιλαρός κήρυκας νήσων του Αιγαίου και του Ιονίου, Παϊσιος ο Βελιτσκόφκσυ (+ 1794) ο δηµιουργός "ασκητικοφιλολογικής" σχολής, Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης, Μακάριος ο Νοταράς (+ 1805) ο ασκητής ιεράρχης, Γεώργιος της Τσερνίκα της Ρουµανίας (+ 1806), Νικόδηµος ο Αγιορείτης (+ 1809) ο γνωστός σοφός συγγραφέας, Αθανάσιος ο Πάριος (+ 1813) ο διακεκριµένος διδάσκαλος, Σωφρόνιος Βράτσης της Βουλγαρίας (+ 1813), Αρσένιος ο εν Πάρω (+ 1877) ο διάσηµος ασκητής, Αντύπας της Μολδαβίας (+ 1822), Σιλουανός ο Ρώσος ο Αθωνίτης (+ 1938) γνωστός από την ωραία βιογραφία του και Σάββας ο εν Καλύµνω (+ 1948) ο Θαυµατουργός, αποτελούν σηµαντικό πυρήνα φωτισµού, διδασκαλίας και προσφοράς.
Μαζί µε τους παραπάνω συγκαταλέγονται και οι ένδοξοι Αγιορείτες νεόµαρτυρες, που στον 18ο και 19ο αιώνα φθάνουν τους εξήντα και µεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώµιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), ∆αµασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσµάς ο Αιτωλός (+ 1779) ο γνωστότατος διδαχός και ιδρυτής ναών και σχολείων, Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιµος ο Κουτλουµουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύµιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγµενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταµονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήµνιος (+ 1846). Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδηµίας (1749) αποτελεί σταθµό της νεώτερης αγιορείτικης ανθήσεως. Αξιόλογοι διδάσκαλοι διδάσκουν σε αυτή όπως ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, ο πρώτος σχολάρχης της, µε διάδοχο τον Αρχιµανδρίτη Αγάπιο τον Αγιοταφίτη, που σφαγιάσθηκε έξω της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, Ευγένιος ο Βούλγαρις, ο χαρισµατούχος διδάσκαλος, Νικόλαος Ζερτζούλης ο Μετσοβίτης, Παναγιώτης Παλαµάς, Αθανάσιος ο Πάριος και άλλοι. Έφοροι και προστάτες της Ακαδηµίας αναδείχθηκαν οι άγιοι Γρηγόριος ο Ε΄, Νικόδηµος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς. Μαθητές της υπήρξαν οι νεοµάρτυρες Κοσµάς ο Αιτωλός, Κωνσταντίνος ο Υδραίος και Αθανάσιος Κουλακιώτης όπως επίσης οι πνευµατικοί άνδρες Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Σέργιος Μακραίος και ο εθνοµάρτυς Ρήγας Φεραίος. Είναι γεγονός πως για το τουρκοκρατούµενο Γένος η Αθωνιάδα Σχολή απέβη ένας ακόµη φάρος και µιά ελπίδα για την επιβίωσή του. Το τυπογραφείο επίσης που ιδρύεται στη Μ. Λαύρα από τον Κοσµά τον Επιδαύριο (1755) και η παρά τη µονή Βατοπεδίου Σχολή συνδράµουν στην αφύπνιση του Γένους, αλλά δυστυχώς µετά καιρό παρακµάζουν.
Την ίδια εποχή ζουν κι εργάζονται επιφανείς λόγιοι όπως οι Παπα - Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης, ∆ιονύσιος Σιατιστέας, Νεόφυτος Σκουρτέος, Βαρθολοµαίος Κουτλουµουσιανός, Παχώµιος ο Τυρναβίτης, ∆ιονύσιος ο εκ Φουρνά (+ 1745) ο Καρυώτης αγιογράφος και συγγραφεύς του βιβλίου της τέχνης των ζωγράφων και ο Καισάριος ∆απόντες (+ 1784) ο Ξηροποταµηνός µοναχός και πολυταξιδεµένος συγγραφέας και ποιητής, ∆ωρόθεος (Ευελπίδης) Βατοπεδινός, Νικηφόρος Ιβηρίτης ο Χαρτοφύλακας.
Στα µέσα του 18ου αιώνος αναπτύσσονται σε όλο το Άγιον Όρος σοβαρές θεολογικές συζητήσεις γύρω από τα ζητήµατα της τελέσεως των µνηµοσύνων των κεκοιµηµένων, της συνεχούς θείας µεταλήψεως και άλλα σχετικά µε την ακρίβεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αφορµή των µακρών συζητήσεων απετέλεσε η ανοικοδόµηση του Κυριακού ναού της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης (1754). Τέθηκε το ζήτηµα αν τα τελούµενα µνηµόσυνα υπέρ των δωρητών και αφιερωτών θα πρέπει να γίνονται την ηµέρα του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης ποια θα πρέπει να είναι η συχνότητα της προσελεύσεως των µοναχών στη Θεία Κοινωνία. Οι συζητήσεις δίχασαν τους µοναχούς και αυτούς που επέµεναν για την τέλεση των µνηµοσύνων τα Σάββατα που αποκάλεσαν κοροιδευτικά "κολλυβάδες". Αυτοί όµως φαίνεται πως ήταν, παρά την αυστηρή τους επιµονή, βαθείς γνώστες της εκκλησιαστικής παραδόσεως κι αγωνίσθηκαν σθεναρά για τη γνησιότητα και την αποκάθαρση της παραδόσεως από πρόσθετες προσµήξεις. Ετσι η προσωνυµία "κολλυβάς" απετέλεσε ευφηµισµό και το κίνηµα δηµιούργησε χρήσιµη και αγαθή αναγέννηση κι ανακαίνηση. Μάλιστα οι πρωτοπόροι του φιλοκαλικού αυτού κινήµατος είναι τρείς άγιοι: Μακάριος Νοταράς, Νικόδηµος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος. Συνοιδοιπόροι τους και συνέκδηµοι οι διαπρεποίς λόγιοι: Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος ο Αρτηνός, Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πλοποννήσιος, Παύλος ο ερηµίτης, Θεοδώρητος ο Εσφιγµενίτης και αρκετοί άλλοι. Ορισµένοι ως αυτοεξόριστοι κατέφυγαν στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και ίδρυσαν δεκάδες µονών, που αρκετές σώζονται µέχρι σήµερα, και στάθηκαν στηρίγµατα του λαού στα δυτικότροπα ρεύµατα. Έτσι βλέπουµε τον όσιο Μακάριο τον Νοταρά στη Χίο, τον Νήφωνα τον Χίο στη Σκιάθο, τον ∆ιονύσιο τον Σκιαθίτη στη Σκύρο, τον Ιερόθεο στην Ύδρα µε αρκετούς µαθητές και φίλους της αγιορείτικης µοναχοτρόφου και αγιοτρόφου παραδόσεως. Στις µονές που ιδρύουν παρατηρούµε πλούσια δράση και σηµαντική προσφορά. Το Οικουµενικό Πατριαρχείο µε συνοδικές αποφάσεις δίνει τις τελικές λύσεις στο "κολλυβαδικό" ζήτηµα. Τα µνηµόσυνα µπορούσαν να τελούνται ανάλογα µε τις περιστάσεις και η Θεία Μετάληψη µε την κατάλληλη προετοιµασία µπορεί να γίνεται συχνά, δίχως να µένει κανείς στην ξηρότητα του τύπου αλλά στη ζωή της ουσίας.
Οι όσιοι Νικόδηµος ο Αγιορείτης, Μακάριος ο Νοταράς και Αθανάσιος ο Πάριος είναι οι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της αναγεννήσεως στο Άγιον Όρος και του πνεύµατος που επικράτησε. Πρόκειται για συγγραφείς γνωστών βιβλίων που επέδρασαν στις ψυχές των υποδούλων και που τα πονήµατα τους επανεκδίδονται συνεχώς µέχρι τις ηµέρες µας. Το αγιορείτικο θεολογικό πνεύµα σφραγίζεται µε την έκδοση της "Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών" (1785), που αποτελεί εκδοτικό σταθµό στα θεολογικά γράµµατα.
Το Άγιον Όρος σε µία δύσκολη εποχή όπως η Τουρκοκρατία διατήρησε τη φλόγα του πάντα άσβεστη και µάλιστα θέλησε συχνά να τη µεταλαµπαδεύσει στους λαούς των Βαλκανίων και του Βορρά. Έτσι η ανταλλαγή επισκέψεων και η παραµονή αρκετών ανδρών στον ιερό Άθωνα δηµιούργησε µια αξιόλογη πνευµατική και πολιτιστική κίνηση. Στην ησυχία του Αγίου Όρους, ως σχολή ανώτερης φιλοσοφίας καλλιεργείτο όχι µόνο η άσκηση και η νήψη, αλλά και η µελέτη στις πλούσιες βιβλιοθήκες, οι µεταφραστικές εργασίες σπάνιων κειµένων, η σπουδή στην τέχνη και η µεταφορά ενός πνεύµατος προσφοράς και θυσίας. Μεγάλης πνοής είναι το έργο του στάρετς Παϊσιου Βελιτσκόφκσυ µετά την αναχώρησή του από τον Άθωνα. Υπήρξε αναµορφωτής του µοναχισµού στη Ρουµανία και Ρωσία. Παρόµοιο έργο επιτελεί ο µαθητής του όσιος Γεώργιος της Τσερνίκα (+ 1806) στις µονές της Μολδαβίας, έχοντας υποτακτικούς εκατοντάδες µοναχούς, ο όσιος Σωφρόνιος Βράτσης (+ 1813) στο Βουκουρέστι, ο όσιος Αντύπας (+ 1882) από τη Μολδαβία πηγαίνει στο Ιάσιο και καταλήγει στη µονή Βαρλαάµ της Φιλανδίας και ο Ρώσος όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+ 1938) διδάσκει µε την πολυµεταφρασµένη βιογραφία του του αρχιµ. Σωφρονίου (+ 1993) και µετά τη µακαρία τελευτή του. Για µια ακόµη φορά γίνεται φανερή η αίγλη της οικουµενικότητος του Αγίου Όρους.
Η αγιορείτικη µοναχική πολιτεία δεν φύλαξε ποτέ µόνο για τον εαυτό της την ευωδία του άνθους της αρετής της. Παρά τη σκληρότητα της τουρκικής σκλαβιάς, την πενία, τη δυσκολία των µετακινήσεων και τους πολλούς κινδύνους, ο ταπεινός αγιορείτικος σκούφος ταξίδεψε σε όλο τον ελληνισµό, για να µεταφέρει το νηφάλιο κήρυγµα της σωτηρίας, της λυτρώσεως, της παραµυθίας, της ενισχύσεως και της ελπίδος. Φλογεροί ιεραπόστολοι όπως ο Άγιος Κοσµάς ο Αιτωλός, που στέφει το µακρύ κήρυγµα του µε το µαρτύριο, ο όσιος Άνθιµος ο Κουρούκλης, που περιοδεύει τα νησιά και κτίζει ναούς και µονές, ο όσιος Μακάριος ο Νοταράς, που στα νησιά του Αιγαίου δηµιουργεί εστίες ουσιαστικής αναψυχής και ανατάσεως - το αυτό έργο πράττει και ο συνέκδηµός, του ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Αρσένιος της Πάρου και ο Σάββας της Καλύµνου είναι λίγοι από τους πολλούς.
Ο Οικουµενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ο Ιεροµάρτυς, µαζί µε τη χορεία των ενδόξων Αγιορειτών νεοµαρτύρων, διδάσκουν ακόµη πιο λαµπρά µε τη µαρτυρική τους τελείωση και ενδυναµώνουν τον λαό.
Στον αιώνα µας συνεχίζει το Άγιον Όρος τη µυστική προσφορά του, που φανερώνει την υψηλή ορθόδοξη πνευµατικότητα και ζωή και την ακτινοβολία του πέραν των ορίων του, µε την ανάδειξη ασκητικών µορφών, πνευµατικών φυσιογνωµιών και θεολογικών αναστηµάτων. Σε ένα κόσµο που διψά και εναγώνια αναζητά τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την αλήθεια, δίδεται η µαρτυρία του βιώµατος της ορθοδόξου πνευµατικής ζωής και της σωτηρίας της ψυχής. Οι πολλοί νέοι κυρίως, σήµερα προσκυνητές αν δεν ενθουσιάζονται, πάντως προβληµατίζονται από τον τρόπο αυτής της ζωής της ασκήσεως, εγκρατείας, απλότητος και ησυχίας των µοναχών. Έτσι ώστε µερικές φορές να αποτελεί σταθµό στη ζωή τους ένα προσκύνηµα στο Άγιον Όρος. Η ταπείνωση και η αγιότητα του Αγίου Όρους διαδραµατίζει ένα ρόλο πνευµατικής εγρηγόρσεως στην Εκκλησία και στον λαό.
Η πνευµατική αγιορείτικη προσωπογραφία έχει να µνηµονεύσει και στα χρόνια µας αρκετές µορφές ισάξιες παλαιοτέρων εποχών, των οποίων µεταφέρουν το πνεύµα και συνάµα αποτελούν αφορµή για να συνεχισθεί και η δική τους εργασία στο µέλλον. Γνωστοί για τη µεγάλη αγάπη τους στο Άγιον Όρος, στις µονές τους, στα πνευµατικά τους τέκνα, στην Παναγία και τον Θεό, φιλάρετοι και φίλεργοι ηγούµενοι υπήρξαν οι κοιµηθέντες αρχιµανδρίτες: Συµεών Γρηγοριάτης (+ 1905), Νεόφυτος Σιµωνοπετρίτης (+ 1907), που υπήρξαν νέοι κτίτορες των µονών τους, Κοδράτος Καρακαλληνός (+ 1940), Αθανάσιος Γρηγοριάτης (+ 1953), Ιερώνυµος Σιµωνοπετρίτης (+ 1957), Φιλάρετος Κωνσταµονίτης (+ 1963), που αναλώθηκαν στην υπηρεσία των µονών τους και των µοναχών τους, Σεραφείµ Αγιοπαυλίτης (+ 1960), Βησσαρίων Γρηγοριάτης (+ 1974), Γαβριήλ ∆ιονυσιάτης (+ 1983), που συνεργάσθηκαν και για κοινές υποθέσεις του Αγίου Όρους µε επιτυχία, Χαραλάµπης Σιµωνοπετρίτης (+ 1970), Εφραίµ Ξηροποταµηνός (+ 1983) και άλλοι.
Ενάρετοι και διακριτικοί µακαριστοί πνευµατικοί - εξοµολόγοι υπήρξαν, εκτός των παραπάνω επιφανών, στον αιώνα µας οι Σάββας (+ 1908) και Γρηγόριος ο Μικραγιαννανίτης, Ιγνάτιος Κουτουνακιώτης (+ 1927), Χαρίτων Καυσοκαλυβίτης, Καισάριος και Μιχαήλ ο αόµατος (+ 1952) οι Αγιαννανίτες, Νεόφυτος, Γαβριήλ (+ 1967), Ευστάθιος (+ 1981) και Ελπίδιος (+ 1983), οι Κύπριοι και Σπυρίδων (+ 1990) οι Νεοσκητιώτες, Γρηγόριος ∆ιονυσιάτης, Μάξιµος Καρακαλληνός, Νικόδηµος Κρητικός Κουτλουµουσιανοσκητιώτης και άλλοι.
Εγνωσµένης αρετής υπήρξαν οι αναπαυθέντες Γέροντες Χατζηγιώργης (+ 1886) ο περιβόητος και αυστηρός νηστευτής και ∆ανιήλ ο Ρουµάνος ο σπηλιώτης, οι Κερασιώτες, Αβιµέλεχ ο Κρητικός και Γεράσιµος (+ 1991) ο γνωστός υµνογράφος, οι Μικραγιαννανίτες, Καλλίνικος (+ 1930) ο νηπτικός και ησυχαστής και ∆ανιήλ (+ 1929) ο Σµυρναίος, οι Κατουνακιώτες, Γεράσιµος Μενάγιας (+ 1957) ο σοφός ερηµίτης, Αββακούµ (+ 1978) ο ανυπόδητος Λαυριώτης, Ισαάκ (+ 1932) ο άριστος κοινοβιάτης και Λάζαρος (+ 1974) οι ∆ιονυσιάτες, Ιωσήφ ο Σπηλιώτης (+ 1959) ο µεγάλος αγωνιστής και θεοφύλακτος (+ 1986) ο αγιόφιλος, οι Νεοσκητιώτες, Γερόντιος (+ 1958) ο Αγιοπαντελεηµονίτης, Αθανάσιος ο Ιβηρίτης (+ 1973) ο ταπεινόφρων και θεοµητροφιλής, Ευλόγιος (+ 1948) ο µεγάλος νηστευτής και Ενώχ (+ 1978) ο χαριτωµένος Ρουµάνος παρά τις Καρυές, Παπα-Τύχων (+ 1968) ο σπουδαίος Ρώσσος ασκητής της Καψάλας, Πορφύριος (+ 1992) ο προορατικός και διορατικός Καυσοκαλυβίτης Γέροντας, που µετέφερε την αγιορείτικη ευλογία επί δεκαετίες στην Αττική και Παϊσιος (+ 1994) ο Αγιορείτης, που ανέπαυσε πολλούς ανθρώπους που τον πλησίασαν µε σεβασµό. Για όλους έγραψαν άξια πολλοί πολλά.
Οι δύο τελευταίοι που αναφέρθηκαν είναι ευρύτερα γνωστοί για τη χάρη τους. Ο Γέροντας Πορφύριος υπήρξε µία από τις πιο σηµαντικές µορφές των ηµερών µας, είχε το κύρος της γνησιότητας, είχε την εµπειρία του Αγίου Πνεύµατος, ήταν αληθινά ταπεινός, ατόφια απλός, είχε συνυφασµένη την παιδικότητα µε την αγιότητα. Υπήρξε ψυχοανατόµος, παιδαγωγός και καθοδηγητής πολλών, που µε συγκίνηση διηγούνται τις συναντήσεις µαζί του. Ο Γέροντας Παϊσιος υπήρξε κι αυτός έµπειρος, υποµονετικός κι επίµονος ιατρός ψυχών κι οδηγός ενός πυκνού πλήθους ανθρώπων µε µεγάλες ανάγκες. Ο ιλαρός του λόγος, το παράδειγµά του, οι συµβουλές του σε άγγιζαν, σου µετέδιδαν ειρήνη, τη χάρη της ευλογίας, τη δρόσο του πνεύµατος.
Μεταξύ των λογίων συγκαταλέγονται ο ιεροµόναχος Θεοδώρητος Λαυριώτης, Γεράσιµος Εσφιγµενίτης (Σµυρνάκης) για το περίφηµο βιβλίο του για το Άγιον Όρος, ο ιεροδιάκονος Κοσµάς Αγιοπαυλίτης (Βλάχος) επίσης, ο ιεροµόναχος Χριστόφορος ∆οχειαρίτης (Κτενάς) για το πλήθος των εργασιών του περί του Αγίου Όρους, οι Λαυριώτες Γέροντες Παντελεήµων, Χρυσόστοµος, Αλέξανδρος (Ευµορφόπουλος), Σπυρίδων (Καµπανάος) ιατρός, Παύλος ( Παυλίδης ) ιατρός, Αλέξανδρος (Λαζαρίδης), Ευλόγιος (Κουρίλας) ο µετέπειτα µητροπολίτης Κορυτσάς, Ιωακείµ Ιβηρίτης, Θεόφιλος, οι Νίκανδρος, Ιάκωβος και Αρκάδιος οι Βατοπεδινοί και οι Ξηροποταµηνοί Γέροντες Παύλος, Χρύσανθος και Ευδόκιµος, Αθανάσιος Παντοκρατορινός, Ζωσιµάς Εσφιγµενίτης, Νείλος (Μητρόπουλος) Σιµωνοπετρίτης, Σάββας Φιλοθεϊτης, Βαρλαάµ Γρηγοριάτης, Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης, Ιωακείµ (Σπετσιέρης) Νεοσκητιώτης και άλλοι.
Το έργο των αγίων, των ηγουµένων, των πνευµατικών, των Γερόντων και των λογίων του Αγίου Όρους, του χθες και του σήµερα, ακτινοβολεί και επιδρά ευεργετικά στον κόσµο. Γιατί το Άγιον Όρος, πέρα από τα κειµήλια τα πολύτιµα, φυλάγει θησαυρούς ζώσης αρετής, που αυτή κυρίως ενδιαφέρει περισσότερο, µε την παροχή τρόπου ζωής προς αντιµετώπιση της καθηµερινής σκληρότητος, µονοτονίας και µοναξιάς. Έτσι το Άγιον Όρος ονοµάσθηκε δικαίως "σχολή πνευµατικής πατρότητος και συµβουλευτικής" (καθηγητής Α. Σταυρόπουλος) και µε το να φιλοξενεί πολλούς και µε το να εξέρχονται οι δυνάµενοι προς εξοµολόγηση, οµιλίες και ιεραποστολή. Των συµβουλών αυτών ακροατές είναι και αρχιερείς, ιερείς, µοναχοί, µοναχές, καθηγητές, δάσκαλοι και οι "ελάχιστοι" των αδελφών. Οπως σωστά ειπώθηκε "στο πρόσωπο των λίγων αυτών ανθρώπων που µένουν αποµονωµένοι στην καλύβα ή στη σπηλιά τους µπορεί να δει τους φρουρούς, τους θεµατοφύλακες, τους "αθλητές" µιας σοφίας και µιας επιστήµης του ανθρώπου που βιαζόµαστε να θαυµάσουµε όταν προέρχεται από τις Ινδίες ή από το Θιβέτ, αλλά την αγνοούµε όταν ασκείται δίπλα µας" (J. Lacarriere).
Οι λόγοι του Γέροντος Παϊσιου για τον βιογραφούµενό του Χατζηγιώργη ταιριάζουν και στον ίδιο και σε αρκετούς από αυτούς που αναφέραµε και χαρακτηρίζουν την καλή τους αγωνία για την πορεία του κόσµου. "Συµβουλεύει ανάλογα τον καθένα, µε διάκριση, και παρηγορεί τις ψυχές και βοηθάει µε τις καρδιακές του προσευχές. Το πρόσωπό του ακτινοβολεί από την αγία του ζωή και σκορπάει θεία χάρη στις πονεµένες ψυχές. Η φήµη του έχει φτάσει παντού και τρέχουν από παντού οι άνθρωποι για να ωφεληθούν πνευµατικά. Από το πρωϊ µέχρι το βράδυ, µαζεύει τον πόνο των πονεµένων και θερµαίνει τις καρδιές τους µε την αγάπη του την πνευµατική, που έµοιαζε µε ανοιξιάτικη λιακάδα". Ο Μικραγιαννανίτης Γέρων Αβιµέλεχ συνήθιζε να απαντά όταν τον ρωτούσαν τι κάνει "Νούν τηρούµε". Ο Κατουνακιώτης Γέρων Λεόντιος τυφλός µονολογούσε "τώρα όλα τα βλέπω καλύτερα, όλα τα αισθάνοµαι καλύτερα, ο Θεός µου έδωσε πιο δυνατό φως, από εκείνο που είχα όταν ήµουν υγιής". Ο Καυσοκαλυβίτης Γέρων Μιχαήλ µε το αειθαλές του χαµόγελο συνοµιλούσε µε τους αγίους. Ο Κωνσταµονίτης βιβλιόφιλος Γέρων Μόδιστος έλεγε: "Αν δεν νοιώσουµε ότι οι όλοι οι αδελφοί είναι δικοί µας και ότι εµείς είµαστε δικοί τους, ποτέ δεν θα κατοικήσει το Άγιον Πνεύµα στην καρδιά µας. Τη στάση µας απέναντί τους δεν πρέπει να τη ρυθµίζει η πνευµατική τους ποιότητα". Ο ασκητικώτατος Καρουλιώτης Γέρων Φιλάρετος έλεγε: "Αδελφοί µου, όλος ο κόσµος τρέχει και προσπαθεί για τη σωτηρία του, εκτός από µένα τον αµαρτωλό". Γέροντας χρόνια ασθενής της Σκήτης Κουτλουµουσίου έλεγε πως "θείο θέληµα είναι και συµφέρει πολλές φορές να είναι το σώµα άρρωστο για να σωθεί η ψυχή". Άλλος σύγχρονος σοφός Γέροντας συχνά τόνιζε : "Η φυσική ησυχία συντείνει στην εσωτερική ησυχία. Όµως αν δεν υπάρχει, πρέπει να υποµείνεις σ' ότι βρίσκεις κι ο Θεός θα σου δώσει τα µεγαλύτερα". Και ψάξε να βρεις γιατί δεν έχεις ειρήνη". Και "Να θλίβεσαι για να χαίρεσαι" και "καλύτερα να 'χεις δυσκολίες παρά να νοµίζεις πως πας καλά, µε τις δυσκολίες ωριµάζεις κι οµορφαίνεις ...". Σ' ένα βιβλίο του ο Γέροντας Μητροφάνης Χιλανδαρινός γράφει περί της µοναχικής προσφοράς πως είναι "η εγκαρδιότητα της προσευχής, η αγάπη που φθάνει µέχρι τη θυσία, η συγχωρητική ταπεινοφροσύνη και η ενθουσιώδης φιλανθρωπία".
Όταν η αγιότητα συµπίπτει µε τη λογιότητα είναι κάτι θαυµαστό. Όταν στο Άγιον Όρος συνεχίζουν να υπάρχουν και σήµερα τέτοιες µορφές είναι µια έκτακτη ευλογία για τον κόσµο.

Ἡ Ζωὴ τοῦ Μεγάλου Μοναστηριοῦ (῞Αγιον ῎Ορος)- Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ἡ Ζωὴ τοῦ Μεγάλου Μοναστηριοῦ

Ἀπὸ τὸ «Ἅγιον Ὄρος». Ἀθήνα, Ἐκδόσεις Ἐστία, 1934.


Φτάσαμε στὸ Βατοπέδι τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου, στὶς δυὸ τὸ ἀπόγεμα. Ἡ μονὴ ἡσυχάζει. Τὸ κῦμα τοῦ μεγάλου του κόλπου νανουρίζει τὴν ἀπραξία της, σβήνοντας ἀπάνω στὰ χαλίκια ρυθμικὸ καὶ ἤρεμο. Εἴμαστε μπροστὰ στὸ θολωτὸν πυλώνα, ποὺ κρύβει στὴν κοιλότητά του ζωγραφισμένη τὴν Παρθένο, καθὼς ὅλοι οἱ πυλῶνες τῶν μοναστηριῶν, καὶ περιμένομε νὰ προβάλη ὁ πορτάρης. Ἔρχεται μὲ τὴν ἀπροθυμία καὶ τὴν ἀπεριέργεια—δυὸ χαρακτηριστικὰ τοῦ καλόγερου. Τὸ πρόσωπὸ του τραχύ, τὰ γένεια του σὰ μοῦσκλα σὲ δέντρο, τὰ πολλὰ μαλλιά του στενοχωρημένα μέσα στὸ στενὸ κυλινδρικὸ καλυμαύχι. Οὔτε μᾶς κοιτάζει. Ἁπλώνει μόνο τὸ χέρι του γιὰ τὸ διαμονητήριο. Τὸ διαβάζει μὲ προσοχὴ καὶ μὲ δυσπιστία, ἔπειτα τὸ στέλνει στὸν ἀρχοντάρη γιὰ τὸν ἔλεγχο. Ὁ ἀρχοντάρης τὸ πηγαίνει στὴν ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπή μας δίνει τὴν ἄδεια. Ἀνεβαίνουμε μιὰ σκάλα ὁλόρθη, σχεδὸν κάθετη, καὶ πέφτομε κατάκοποι στὸ ἀρχονταρίκι. Αὐτὸ τὸ ἀρχονταρίκι δὲ διαψεύδει καθόλου τὴν ὀνομασία του. Δωμάτια ὕπνου ἄνετα, κρεβάτια ποὺ κοιμίζουν, καναπέδες ποὺ ξεκουράζουν, τὸ γαλάζιο τῆς θάλασσας κι ὁ ἀέρας της μέσα στὸν ξενώνα, ἠλεκτροφωτισμός,—νὰ ἡ νεωτεριστικὴ ἀνορθογραφία ποὺ κάνει τὸ Βατοπέδι μέσα στὴν παρελθοντικὴν αὐτὴ πολιτεία. Πῶς ἐπῆρε τέτοιο χαρακτήρα, δὲν τὸ ξέρει καὶ τὸ ἴδιο τὸ μοναστήρι. Ἕνας ὑπηρέτης λαϊκός, ξυρισμένος, μὲ τακουνάτες παντοῦφλες, σήκωσε τὰ πράγματά μας. Ἕνας νεαρὸς καλόγερος μὲ τὸν κοντὸ στρογγυλὸ θάμνο τῆς μαύρης του γενειάδας γύρω στὸ ροδαλὸ πρόσωπό του, μᾶς καλημέρισεν ἀγγλικὰ μὲ τέλεια προφορά. Ὅταν εἶδε πὼς ἔκαμε λάθος, μεταχειρίστηκε τὰ ἑλληνικά του. Ἦταν ὁ καλόγερος ποὺ ὁρίστηκε καμαριέρης μας. Δύσκολα στὰ ξενοδοχεῖα θὰ βρίσκαμε ἕναν τόσο γοργὸ καὶ ἐξασκημένον ὑπάλληλο. Εἶχε κάμει στρατιώτης στοὺς τελευταίους πολέμους, ὑπηρέτησε πέντε χρόνια στὸ Λονδΐνο σ' ἕνα διπλωμάτη, κι ὕστερα ἦρθε στὸ Βατοπέδι, ντύθηκε τὸ ράσο κι ἔγινε κωδωνοκρούστης. Τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ξαναπῆγα στὸ Ὄρος, δὲν τὸν ξαναβρῆκα. Εἶχε αὐτοκτονήσει. Ποιός, θὰ τὰ ἐξηγήση αὐτά;

Ἡ λέξη μοναστήρι φέρνει σ' ἐμᾶς τοὺς ὀρθόδοξους μιὰν ὁρισμένη ἀρχιτεκτονικὴν εἰκόνα: μεγάλο τετράγωνο ἀπὸ ἑνωμένα κελλιά, ἡ αὐλὴ κλεισμένη μέσα στὰ κελλιά, καὶ στὴ μέση τῆς αὐλῆς ἡ ἐκκλησία. Ἄν σ' αὐτὰ προσθέσωμε τὰ θεμελιώδη μοτίβα τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν ξύλινο ἐξώστη ποὺ ἁπλώνεται ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη στὸ ἐξωτερικὸ τῶν κελλιῶν, τὰ τόξα καὶ τὸ κυπαρίσσι, ἔχομε τὸ μοναστῆρι, τὴν κοινὴ ἀντικειμενικὴν εἰκόνα, τὸ ρωμαντικὸ σκιαγράφημα ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ νοῦ τῶν Ἑλλήνων. Πόσα ὅμως νέα σχήματα δημιουργεῖ ἐπάνω σ' αὐτὸν τὸ θεμελιώδη τύπο τοῦ μοναστηριοῦ ὁ καιρός, ποιοὺς πλουτισμοὺς μπορεῖ νὰ πάρη ὁ ρυθμός, τὸ βλέπομε στὸ Βατοπέδι. Ἐδῶ ὁ καιρὸς εἶχε φαντασία. Προσθέτοντας ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη, ἔφτιασε μία πόλη ὁλόκληρη, ὅπου τίποτε δὲν εἶναι βαρύ, δυσαρμονικό, βιαστικὸ ἢ ξένο. Καμινάδες, μπαλκόνια, πύργοι, παρεκκλήσια, καμπαναριά, χαγιάτια, λιθόστρωτα, κολῶνες, χωνεύουν τὰ ἀνώμαλα σχήματά τους μέσα σὲ μιὰ γενικὴν ἁρμονία, σ' ἕναν, ἂς τὸν ποῦμε ἔτσι, ἁγιορειτικὸ ρυθμό. Ὁ Καιρὸς ἔχει τὴν αἰσθητική του. Καὶ τὴν ἐπιβάλλει. Πόσο αὐτὰ τὰ σχήματα βοηθοῦνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο! Πῶς βρίσκομε τὴν ἑνότητα σὲ τόσο πλῆθος μορφῶν! Πόσο ἄνετα, μέσα στὴν ἀπέραντην αὐλή, ὑψώνεται τὸ πάμπυκνο τοῦτο δάσος τῶν κτιρίων, καὶ πῶς ὅλὸ ἔξαφνα ζωντανεύει, ὅταν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἀρχαίου καμπαναριοῦ ἡ μελωδικὴ κωδωνοκρουσία καλεῖ τοὺς μοναχοὺς στὴν προσευχή!

Εἶναι δειλινό. Κατεβαίνουν μέσα στὸν ἥλιο ἕνας-ἕνας καὶ πηγαίνουν στὸ Καθολικό, ποὺ στέκει μὲ τὸ βαθὺ κόκκινο χρῶμα του στὴν αὐλή. Ἡ πυκνὴ μοναστικὴ πόλη ξύπνησεν ἀπὸ τὴ νάρκη τοῦ μεσημεριοῦ. Ἑσπερινός. Πρῶτα, φαίνονται οἱ γέροι. Τοὺς χρειάζεται ὥρα νὰ φτάσουν, καὶ ξεκινοῦν νωρίς. Ἔπειτα ἀκούγεται τὸ στερεὸ καὶ γρήγορο βῆμα τῶν νέων. Τὰ νιάτα τους δὲν ξεχνοῦν τὸ λύγισμά τους μέσα στὸ ράσο. Μερικοὶ ἀπ' αὐτοὺς εἶναι ἀνήσυχες σερπαντίνες, ἄλλοι κρατοῦν τὸ παράστημα ὁλόϊσο, λεπτὸ καὶ σεμνὸ κιονίσκο βυζαντινοῦ τρούλλου. Ἡ φορεσιὰ τους περιποιημένη. Τὸ ράσο κατακαίνουργο. Τὸ ἐπανωκαλύμαυχον ἄψογο. Εἶναι αὐστηρὸ τὸ πρωτόκολλο στὸ Βατοπέδι. Ὅταν μπῆκα στὸ Καθολικὸ κι εἶδα τοὺς μαύρους των ἴσκιους νὰ γεμίζουν τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ κρυμμένοι στὰ στασίδια, ἐντοιχισμένοι, θἄλεγε κανείς, δίστασα νὰ πάρω τὴ θέση πού μοῦ ἔδωκαν σ’ ἕνα στασίδι. Ἐκτελοῦσαν τὴν ἀκολουθία τοῦ ἐσπερινοῦ μὲ σοβαρότητα, ὅπως ὁ καλὸς τεχνίτης τὸ ἔργο του. Ἔνιωθα λοιπὸν πὼς κανένας λαϊκὸς δὲν ἔχει δουλειὰ ἐκεῖ. Ἐζήτησα κάποια γωνιά. Ὅλες οἱ γωνιὲς ἦταν πιασμένες. Ὅλα τὰ σκοτάδια εἶχαν καλόγερους. Μὲ δυσκολία βρῆκα ἕνα ἀπόμακρο στασίδι γιὰ νὰ παρακολουθήσω ὅλην αὐτὴ τὴν τελετικὴν αὐστηρότητα. Οἱ καλόγεροι εἶναι τοποθετημένοι, ὅπως πάντα, κατὰ τάξιν ἱεραρχίας καὶ ἀξίας. Λάθη στὸ πρωτόκολλο δὲν ἐπιτρέπονται. Ὄρθιοι κρατοῦν τὰ στασίδια τους. Τὸ κανονάρχημα γίνεται σύμφωνα μὲ τὴ μοναστηριακὴ παράδοσή του. Ὁ κανονάρχης, ποὺ εἶναι πάντα καλόγερος, πηγαίνει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ δεξιὸ στὸν ἀριστερὸ ψάλτη, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κανοναρχήση καὶ στοὺς δυό. Ἥσυχα ἀνεμίζεται στὶς πλάτες του τὸ εἰδικό του ἔνδυμα, μαῦρος αὐλακωτὸς μανδύας, προωρισμένος μόνο γι' αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία. Στὸν πρῶτο νάρθηκα, στὴ «λιτή», στέκουν οἱ κουρασμένοι, οἱ ὀλιγώτερο χρήσιμοι γιὰ τὴν ἀκολουθία. Στὸν ἐξωνάρθηκα, οἱ ἐντελῶς γέροι. Δὲ θέλω νὰ κρίνω τὴν ψαλμῳδία. Ἡ μουσικὴ αὐτή, μὲ τὴν ἀνατολική της τεχνοτροπία, ποὺ δὲν ὑπακούει σὲ κανόνα, ὅπως ὅλὲς οἱ ἀνατολικές, εἶναι μιὰ παράδοση καὶ ἔχει τὴν ἀξία τῶν παλιῶν πραγμάτων. Ἂς μὴ ζητοῦμε τὴ μουσικὴ ἀξία τῆς βυζαντινῆς ψαλμῳδίας, τουλάχιστον στὸ Ἅγιον Ὄρος. Περιπλεγμένη μὲ τὰ ἐλαττώματα ποὺ βλασταίνουν ἄφθονα μὲ τὸν καιρὸ γύρω στὶς ἀκαλλιέργητες παραδόσεις, ἔγινε μιὰ λαϊκὴ τέχνη, χωρὶς σχεδὸν μελωδικὴ γραμμή, φορτωμένη κεντήματα, ἐκτελεσμένη μὲ ἀτημελησία, ποὺ τὴν κάνει πιὸ ἄμορφη καὶ σκοτεινή. Δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι κάτι παλιό, καὶ σὰν παλιὸ νὰ ἔχη τὸ μοναστηριακό του χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὶς μαῦρες σκιὲς τῶν καλογέρων, μὲ τὶς ἄσπρες γενειάδες, μὲ τὸ αὐστηρὸ τυπικό, συντελεῖ γιὰ νὰ διεγείρη τὸ μυστήριο. Ὅλα εἶναι μοναστηρήσια, ὅλα αὐστηρὰ καὶ θλιβερὰ ἐκεῖ μέσα. Δειλινό. Ἂς λάμπη ἔξω ὁ ἥλιος, ἂς πρασινίζουν οἱ ράχες, ἂς πηδάη τὸ κῦμα. Τὸ μοναστήρι ἔχει τὴν ἐργασία του. Ὁ ἑσπερινὸς κρατεῖ ὥρα πολλή. Ἐνῷ οἱ καλόγεροι διαβάζουν καὶ ψέλνουν, ὁ μετέωρος Παντοκράτορας, ἀπὸ τὸ ὕψος ὅπου τὸν ἀνέβασαν οἱ ἀρχιτέκτονες τῶν πεταχτῶν τρούλλων, ἀγρυπνεῖ σὲ ὅλην αὐτὴ τὴν τυπικότητα, ἀκούει, βλέπει, καὶ εἶναι αὐστηρὸς γιὰ κάθε παράλειψη, γιὰ κάθε μετάνοια ποὺ δὲν ἦταν τόσο βαθειὰ ὥστε νὰ πονέσουν τὰ κόκκαλα τῶν γονάτων!
Πηγή:http://ellas60.blogspot.com

Το βρήκαμε στο :
http://klision.blogspot.com

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Θλίψη και κατάθλιψη

Γράφει ο μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


Ο γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης συχνά έλεγε πως η σήμερα τόσο διαδομένη κατάθλιψη συχνά και κύρια οφείλεται στον μεγάλο εγωισμό. Από μικροί μεγαλώνουμε με μια λαθεμένη αγωγή. Των περισσότερων η ανατροφή από μικρά παιδιά είναι μία επιμελής καλλιέργεια ενός λίαν εγωιστικού πνεύματος. Γεννιέται από νωρίς η σφοδρή επιθυμία για διάκριση, έπαινο, εντυπωσιασμό και πρωτοκαθεδρία. Γεννιέται ένα υπερβολικό ενδιαφέρον για την ενδυμασία, την κόμμωση και την επίδοση σε ανάξια λόγου πράγματα. Ο πολύς εγωισμός οδηγεί στον πρωταγωνιστισμό, την απόρριψη των άλλων, τη χρησιμοποίηση υπερβολών, ψευδών και ύβρεων. Ορισμένοι φθάνουν μάλιστα να υπηρετούν το άσχημο και το κακό μόνο και μόνο για να συζητιούνται και να προβάλλονται.

Με μια τέτοια πλεύση και προοπτική τι συμβαίνει; Πολύ συχνά, επειδή τα πράγματα δεν μας έρχονται όπως ακριβώς θέλουμε, αμέσως στεναχωριόμαστε, ταραζόμαστε, αγχωνόμαστε, απογοητευόμαστε και κλεινόμαστε στον εαυτό μας, Παρουσιάζεται μια βαθιά θλίψη μέσα μας ότι δεν μας προσέχουν πολύ, δεν μας αγαπάνε όσο θέλουμε, δεν αναγνωρίζουν την αξία μας και δεν εκτιμούν τα προσόντα και τις δυνατότητές μας. Μία λοιπόν μη αναγνώριση, μια παρατήρηση, μια επίπληξη μας θυμώνει, μας ντροπιάζει, μας αναστατώνει, μας θλίβει. Τούτο συμβαίνει γιατί έχει θιγεί ο εγωισμός, έχει ανατραπεί η ωραία ιδέα που υπήρχε για τον εαυτό μας, την οποία επιθυμούμε να έχουν οπωσδήποτε και οι άλλοι.

Είναι μεγάλη λύπη άξιοι νέοι άνθρωποι να φθάνουν και σ’ αυτήν την αποτρόπαιη αυτοχειρία, γιατί δεν αντέχουν μία αποτυχία, μία απογοήτευση, μία υποτίμηση, μία προσβολή, μία ξαφνική πτώχευση. Ένας ταπεινός, ένας αληθινός Χριστιανός, όλα αυτά τα πικρά γεγονότα τα αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα, πιο αισιόδοξα, πιο καρτερικά και πιο ελπιδοφόρα. Μάλιστα, μερικές φορές μπορούν να γίνουν δυνατές αφορμές πνευματικής ωρίμανσης και ψυχικής καλλιέργειας.

Μια παρατεινόμενη στενοχώρια φέρνει θλίψη και αυτή πάλι τη φοβερή κατάθλιψη, που σήμερα μαστίζει πολλούς. Η κατάθλιψη μπορεί να αδρανοποιήσει τον άνθρωπο κουραστικά. Η κατάθλιψη έχει συνήθη αιτία τον άφθονο εγωισμό. Ο ταπεινός έχει ισχυρά αντισώματα, δεν είναι εύκολο να κυριευθεί από την κατάθλιψη. Τελικά, πιστεύουμε πως ο υπερβολικός εγωισμός είναι μια σκέτη ανοησία και η γνήσια ταπείνωση μια επιλογή ενός υψηλού πνευματικού κέρδους. Ο εγωιστής είναι πάντοτε αχόρταγος, ανικανοποίητος, ανασφαλής και αγχώδης. Αντίθετα, ο ταπεινός είναι ήσυχος, ικανοποιημένος, ευχαριστημένος, άφοβος και ήρεμος. Ο εγωιστής πάσχει να ξέρει πώς τον βλέπουν, πώς τον εκτιμούν και πόσο τον θαυμάζουν. Έτσι είναι συνεχώς ανήσυχος. Αυτό σημαίνει ότι του λείπει η αυτοεκτίμηση και εναγώνια την αποζητά από τους άλλους. Οι άλλοι όμως έχουν τα δικά τους προβλήματα και δεν ασχολούνται τόσο μ’ αυτόν. Αυτοβασανιζόμενος και ταλαιπωρούμενος από νοσηρές επιθυμίες, φαντασίες και ιδέες πονά πολύ. Μην αντέχοντας, καταφεύγει σε διάφορα χάπια, ακόμη και σε αλκοόλ και ναρκωτικά, για να αποφύγει τον εσωτερικό πόλεμο.

Είναι γεγονός πως καταναλώνονται τεράστιες ποσότητες και μεγάλα ποσά για αντικαταθλιπτικά φάρμακα, αλλά και σε προγράμματα αποτοξινώσεως. Το πρόβλημα όμως δεν θεραπεύεται στη ρίζα του, γιατί παραμένει ισχυρός ο εγωισμός, που δημιουργεί όλα αυτά τα προβλήματα. Το αταπείνωτο φρόνημα των καιρών μας, οι συγκρούσεις, η μη αγωνιστικότητα, η νωχέλεια, οι συχνές απογοητεύσεις οδηγούν στην κατάθλιψη. Ευγενείς, ευαίσθητοι, αδύναμοι και αδρανείς νέοι μπορεί να κυριευθούν από την κατάθλιψη. Θεωρήσαμε την ταπείνωση ολέθριο ελάττωμα.
Αγωνιστήκαμε για άλλα πολλά που δεν ήταν ουσιαστικά και πρωτεύοντα. Μπερδέψαμε την ταπείνωση με την κακομοιριά και την απλοϊκότητα. Μόνο όμως ο αληθινά ταπεινός μπορεί να είναι πραγματικά χαρούμενος, αστεναχώρητος, νηφάλιος, γαλήνιος και υπερβολικά ειρηνικός. Οι ημέρες μας έχουν ιδιαίτερη ανάγκη πνευματικής ενισχύσεως.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...