Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1922 ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ


φωτογραφίες: Χρυσοβαλάντης Σταμέλος
Για πρώτη φορά μετά την Μικρασιατική καταστροφή (92 χρόνια μετά) έγινε περιφορά του Επιταφίου των Ρωμιών στους δρόμους της Σμύρνης. 
Η Ακολουθία του Επιταφίου τελέστηκε με τη συμμετοχή πολύ κόσμου στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Ιωάννου, που παραχωρήθηκε γι' αυτήν ακριβώς την Ακολουθία στους Ορθοδόξους. Την Ακολουθία τέλεσε ο εφημέριος του Ορθόδοξου ναού της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου Κύριλλος Συκής. 
Η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της Σμύρνης σκόρπισε σε όλους ρίγη συγκινήσεως. 
Η πομπή κατέληξε στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής. 

To Πάσχα του Μεχμέτ Μπέη (ή ο κρυφός Χριστιανός).Μία συγκλονιστική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς


Μία συγκλονιστική ιστορία από το Αναγνωστικό της Στ Δημοτικού του 1947 

Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους.

Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου.

Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.

-Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούεται χαμηλή φωνή.

Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.

-Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δός μου το χέρι σου!

Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.

Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.

-Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.

-Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.

Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.

«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισα και το γιό του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»

Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.

Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρείς:

-Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.

Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.

-Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.

Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών. Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο την σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου».

Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι τη κα πλησίασε το παιδί.

-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.

Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.

-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.

-Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός Χριστιανός.

Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:

-Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;

Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.

ΠΗΓΗ: http://fdathanasiou.wordpress.com/2014/04/20/to-πάσχα-του-μεχμέτ-μπέη-ή-ο-κρυφός-χριστ-2/

Ο Χότζας που είδε το Άγιον Φως στο Ναό της Αναστάσεως και πίστεψε.Ο μάρτυρας του Χριστού

Το Άγιο Φως εμφανίζεται με την επίκληση Ορθοδόξου Αρχιερέως (του Πατριάρχου Ιεροσολύμων η του αναπληρωτού του). Οσάκις επεχείρησαν να το ζητήσουν ετερόδοξοι (αιρετικοί), Καθολικοί και Αρμένιοι απέτυχαν. Συγκεκριμένα το έτος 1101μ.Χ.,
οι Λατίνοι τότε που οι Άγιοι Τόποι είχαν περιέλθει στους Σταυροφόρους δεν μπόρεσαν να λάβουν το Άγιο Φως, παρά τις προσευχές και τις τελεσθείσες λιτανείες που έκαμαν από το Μεγάλο Σάββατο, μέχρι το πρωΐ της Κυριακής του Πάσχα. Το Άγιο Φως « εμφανίσθηκε» όταν απεχώρησαν αυτοί, στους εναπομείναντες Έλληνες, οι οποίοι προσευχήθηκαν με πίστη και εγέμισαν όλο το Ναό. Τότε, με αλλαλαγμούς έτρεξαν οι Λατίνοι και το πήραν από τους Έλληνες, ταπεινωμένοι. Έκτοτε, η τελετή του Αγίου Φωτός και επί των Σταυροφόρων ακόμη, παρέμεινε ως καθαρά Ελληνική τελετή (Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, σελ. 426, 427).
Επίσης, αργότερα, δεν μπορούσαν να λάβουν το Άγιο Φως και οι Αρμένιοι (Μονοφυσίτες). Το έτος 1579μ.Χ. οι Αρμένιοι εδωροδόκησαν τους Τούρκους που κατείχαν τα Ιεροσόλυμα και το Μεγάλο Σάββατο εισήλθε στον Πανάγιο Τάφο ο ιδικός τους Πατριάρχης να πάρει το Άγιο Φως. Έτσι, οι Ορθόδοξοι με τον Πατριάρχη ήλθαν και έμειναν έξω από το Ναό της Αναστάσεως, στην Αγία Αυλή. Η λύπη τους ήταν μεγάλη, γι᾽ αυτό προσεύχονταν στον Κύριο με πολύ πόνο. Ο Ορθόδοξος Πατριάρχης καθόταν περίλυπος μπροστά στην αριστερή μαρμάρινη κολώνα της Πύλης του Ναού. Εν τω μεταξύ, εντός του Ναού ο Πατριάρχης των Αρμενίων και οι Αρμένιοι προσεύχονταν και παρακαλούσαν τον Κύριο να λάβουν το Άγιο Φως, αλλά δυστυχώς τούτο δεν εμφανιζόταν. Στο απέναντι τζαμί, ήταν ανεβασμένος για να κάνει τη συνηθισμένη προσευχή ο Άραβας Χότζας Εμίρης Τούνομ. Έξαφνα όμως, το Άγιο Φως, «σχίζει» την κολώνα, που ήταν μπροστά στον έλληνα Πατριάρχη και εμφανίζεται θαυμαστά προς μεγάλη χαρά των Ορθοδόξων. Ο Χότζας βλέποντας το παράδοξο αυτό γεγονός και για να προλάβει το ωραίο ουράνιο φως, έπεσε κάτω και δεν έπαθε τίποτα. Και ενώ όταν ήταν στον μιναρέ υμνούσε τον Αλλάχ, τώρα άρχιζε να φωνάζει ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ότι Αυτόν πρέπει να προσκυνούμε. Οι Τούρκοι, ακούγοντας τον Χότζα να κηρύττει τον Χριστό, αντί του Αλλάχ, τον έπιασαν και τον σκότωσαν (τον έκαψαν). Το ανωτέρω θαύμα συνέβη στις 18 Απριλίου του 1579 μ.Χ. επί Σουλτάνου Μουράτ και Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου του Δ . Από τότε σουλτανικό φιρμάνι όρισε ότι μόνον οι Ορθόδοξοι Έλληνες να μεταδίδουν το Άγιο Φως.
Ο Μάρτυρας Εμίρης Τούνομ αγίασε και ας μην ήταν Χριστιανός, διότι βαπτίσθηκε στο αίμα του μαρτυρίου. Τεμάχια των ιερών λειψάνων του ευρίσκονται για προσκύνημα στη γυναικεία Μονή της Μεγάλης Παναγιάς Ιεροσολύμων, που έκτισε η Αγία Μελάνη.Η ιερά κολώνα, που «διερράγη» από το Άγιο Φως σώζεται μέχρι σήμερα, μαυρισμένη αλλά και ευωδιάζουσα. Εμείς οι Ορθόδοξοι, πριν μπούμε στο Ναό της Αναστάσεως, την ασπαζόμεθα, στη σχισμή για ευλογία.
Είναι το πρώτο θαύμα με το οποίο μας υποδέχεται ο Θεάνθρωπος στο Γολ γοθά Του και στον Πανάγιό Του Τάφο, ένα θαύμα συγκλονιστικό και συνεχές.

apantaortodoxias.blogspot.gr

Περί σοφρωσύνης (από το Γεροντικόν)


Κάποτε διηγήθηκε ο Αββάς Αρσένιος μία ιστορία: Καθόταν ένας γέροντας στο κελί του και άκουσε μία φωνή να του λέει « έλα, να σου δείξω τα έργα των ανθρώπων». Σηκώθηκε και βγήκε έξω. Τον πήγε λοιπόν σε κάποιο τόπο και του έδειξε έναν Αιθίοπα που έκοβε ξύλα από τα οποία είχε φτιάξει ένα μεγάλο φορτίο. Προσπαθούσε στη συνέχεια να σηκώσει το φορτίο αλλά δεν μπορούσε. Αντί όμως να αφαιρέσει βάρος, έκοβε ξύλα και τα πρόσθετε στο φορτίο. Αυτό το έκανε συνέχεια.
Προχωρώντας πιο πέρα του έδειξε άλλον άνθρωπο να στέκεται σ΄ ένα λάκκο και να βγάζει νερό, το οποίο το μετέφερνε σε μια δεξαμενή τρύπια, ώστε το νερό να ξαναγυρίζει στο λάκκο. Έλα του είπε να σου δείξω και άλλον. Τότε βλέπει ένα Ναό και δύο άνδρες πού κάθονταν πάνω στα άλογά τους και κρατούσαν ο καθένας πλαγιαστά ένα ραβδί. Ήθελαν όμως να περάσουν από τη πόρτα του Ναού αλλά δεν μπορούσαν εξ αιτίας του ραβδιού που κρατούσαν πλαγιαστά.
Από υπερηφάνεια δεν ίσιωνε κανένας το ραβδί του και γι’αυτό έμεναν και οι δύο εμπρός στη πόρτα του Ναού. Αυτοί είναι –είπε η φωνή- που κάνουν τους δίκαιους αλλά έχουν υπερηφάνεια και οι οποίοι δεν υποχωρούν ώστε να διορθώσουν τους εαυτούς τους και να ακολουθήσουν το ταπεινό δρόμο του Χριστού.
Γι’αυτό μένουν εκτός της Βασιλείας του Θεού. Αυτός που έκοβε ξύλα είναι ο άνθρωπος που έχει πολλές αμαρτίες και αντί να μετανοήσει προσθέτει στις υπάρχουσες αμαρτίες και άλλες. Όσο για εκείνον που αντλούσε νερό, πρόκειται για τον άνθρωπο που κάνει βέβαια καλά έργα αλλά επειδή τα έργα του έχουν και πονηρία, γι’αυτό χάνει και αυτά. Πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος με σωφροσύνη να πράττει κάθε έργο του ώστε να μην κοπιάζει μάταια.

Οι πέντε πληγές του Ιησού



Μου γράφεις οτι άκουσες από ηλικιωμένες γυναίκες κάποιο παραμύθι για τις πέντε πληγές του Ιησού, και ρωτάς που βρέθηκε αυτό το παραμύθι;
Διαβάστε την Καινή Διαθήκη! Μην ντροπιάζεστε μπροστά στον ουρανό και τη γη με τη άγνοια της πίστης σας! Αφήστε στην άκρη όλες τις άλλες σπουδές και αναγνώσματα μέχρι να μάθετε πρώτα αυτό που είναι το πιο σημαντικό και πιο σωτήριο. Πρώτα έρχεται η επιστήμη περί πίστεως και κατόπιν οι υπόλοιπες σπουδές…
Οι πέντε πληγές του Ιησού δεν είναι λόγια αλλά φοβερή πραγματικότητα. Γι αυτό είναι καλύτερα να τις γνωρίζουμε και από τα λόγια. Δυο πληγές στα χέρια, δυο πληγές στα πόδια και μία στα πλευρά. Όλες από μαύρο σίδερο και ακόμα περισσότερο από την κατάμαυρη ανθρώπινη αμαρτία. Τρυπημένα τα χέρια που ευλόγησαν. Τρυπημένα τα χέρια που περπάτησαν και οδήγησαν στη μόνη ορθή οδό. Τρυπημένο στο στήθος, από το οποίο ξεχυνόταν πύρινη ουράνια αγάπη στα παγωμένα ανθρώπινα στήθη.
Επέτρεψε ο Υιός του Θεού, να Του τρυπήσουν τα χέρια εξαιτίας των αμαρτιών πολλών χεριών – δάση χεριών – τα οποία φόνευσαν, έκλεψαν, έκαψαν, άρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Και να του τρυπήσουν τα πόδια για τις αμαρτίες πολλών ποδιών – δάση ποδιών – που περπάτησαν στο κακό, σύλησαν την αθωότητα, καταπάτησαν το δίκαιο, μόλυναν τα ιερά και πάτησαν την καλοσύνη. Και του τρύπησαν το στήθος εξαιτίας πολλών πετρωμένων καρδιών – νταμάρια καρδιών – στις οποίες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία και κάθε ασέβεια και οι ιερόσυλοι λογισμοί και οι κτηνώδεις επιθυμίες και στις οποίες μέσα από όλους τους αιώνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια αδελφού εναντίον αδελφού, γείτονα εναντίον γείτονα, ανθρώπου εναντίον του Θεού.
Τα χέρια του Ιησού τρυπήθηκαν για να θεραπευθούν του καθενός τα χέρια από τα αμαρτωλά έργα. Τα πόδια του Ιησού τρυπήθηκαν για να επιστρέψουν καθενός τα πόδια από τους αμαρτωλούς δρόμους. Το στήθος του Ιησού τρυπήθηκε για να πλυθεί κάθε καρδιά από τις αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις.
Όταν ο απαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας της Αγγλίας, άρχισε να αρπάζει την περιουσία των μονών και έκλεινε τα μοναστήρια, έγινε σε ολόκληρη την αγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία από μερικές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές σε ένδειξη της λαϊκής αποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι με την επιγραφή στις σημαίες : «Οι πέντε πληγές του Ιησού» και έψελναν ύμνους εκκλησιαστικούς και τελούσαν λειτουργίες πρός τον Θεό στούς αγρούς. Φοβήθηκε ο απαίσιος δικτάτορας πολύ και περισσότερο φοβήθηκε εκείνες τις σημαίες παρά ότιδήποτε άλλο και μείωσε τη βιαιοπραγία του.
Οι πέντε πληγές του Ιησού ας σου μάθουν, να φροντίζεις τις πέντε αισθήσεις σου για τον ζώντα Θεό.
Οι πέντε πληγές του Ιησού είναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αίματος, με το οποίο πλύθηκε το ανθρώπινο γένος και αγιάσθηκε η γη. Απ’ αυτές τις πέντε πληγές χύθηκε όλο το αίμα του Δίκαιου, όλο μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο Θαυματουργός Κύριος, που ήξερε να πολλαπλασιάσει τους άρτους και με πέντε άρτους να χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει εκείνο το πεντακάθαρο αίμα Του και μ’ αυτό τρέφει και ενώνει σε χιλιάδες ναούς πολλά εκατομμύρια πιστών. Αυτό είναι η Θεία Κοινωνία.
Τη Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί με την Παναγία Θεομήτορα κάτω από το Σταυρό για να σε πλύνει εκείνο το ζωοποιό αίμα από τις πέντε πληγέ του Ιησού. Για να μπορείς με την καθαρισμένη και αναζωογονημένη ψυχή να φωνάξεις την Κυριακή μαζί με τις Μυροφόρες: Χριστός Ανέστη!
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Από το βιβλίο: ''Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται'', Εκδόσεις Εν πλω.

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΠΙ ΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Κοντάκιον  Ήχος πλ’δ’
περμάχ-

ς  Ζωηφόρος  Το Κυρίου μν Μήτηρ,
Τν   ορανν ψηλοτέρα  νεδείχθης,
νυμνομεν ο πιστο κα μεγαλύνωμεν.
λλ’ς φέρουσα Ζως Κυρίου νάματα,
κ θανάτου ψυχικο μς νάστησον,
να κράζωμεν ,
Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.





ΣΤΑΣΙΣ  ΠΡΩΤΗ
γγελος  ξαστράπτων τ μνημεί επέμφθη
κηρύξαι τν νάστασιν πάντων
(Χαρε  Μήτηρ τς Ζως ημών  -κ΄γ΄-)
Κα  σν τ σωμάτ ατο φων , ναστάντα  θεωρν Σ Κύριε ,ξίστατο κα στατο βον τ Θεοτόκ  τατα.

Χαρε δι’ς τεθνηκότες ζωούνται
Χαρε δι’ς γαλαξίαι καινούνται.
Χαρε φωτίζουσα τ ταμεα το δου.
Χαρε συντρίψασα τος μοχλος το θανάτου.
Χαρε το Παραδείσου τς πύλης τ όπτρον,
Χαρε το Βασιλέως τ πάναγνον  όδον.
Χαρε δι’ς δμ το θανάτου νίσταται
Χαρε δι’ς τς φθορς ο Βροτο πηλλάγημεν
Χαρε τν Μαρτύρων τ νδοξον κλέος
Χαρε λαμπρύνουσα τ μέτερον γένος
Χαρε δι’ς Ζω κ το τάφου νέτειλεν
Χαρε δι’ς τν πιστν α καρδία γάλλονται

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

Βλέποντες ο ν δ, το Κυρίου τν νείκαστον δόξαν, κραξαν Ατ θαρσαλέως. Θες κα   Ζως  χορηγός ,  πως κατεδέχθεις ενθάδε  λθεν ς κραταις κα τ δεσμ το διαβόλου συνθλσαι;  Κράζοντες το

λληλούϊα

Γνσιν γνωστον γνναι ,ωάννης σν Πέτρ ζητοντες , δραμον, σκοτίας τι οσης, ες τ μνημεον.Κα θεωροντες κείμενα τ θόνια μόνα, βόων μετ δέους πρς τν Θεοτόκον


Χαρε το Παρακλήτου λαμπρν οκητήριον
Χαρε τν ποστόλων τ μέγα φύμνιον
Χαρε πύλη διόδευτος ς πάρχεις ληθς
Χαρε ρος κα παλάτιον το Δεσπότου το παντς
Χαρε τι βλυστάνεις τς γνείας τ νθη
Χαρε τι  κα Μήτηρ κα Παρθένος πάρχεις
Χαρε πικραίνουσα το θανάτου τν γεσιν
Χαρε γλυκαίνουσα τν πιστν τάς ασθήσεις
Χαρε τι λεσας το θανάτου τν θρόνον
Χαρε τι νοιξας Παραδείσου τάς θύρας
Χαρε δι’ς γγέλων τάξεις εφραίνονται
Χαρε δι’ς δαιμόνων θράση κατήργηνται



Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Δύναμις Το ψίστου πεσκίασε τότε ες το δου τν χασμάτων τ ταμεα κα φεγγς   ατο τυραννς σκυλεύθη τ Του Λόγου γί Φωτί, ν τ ψάλειν μς οτως


λληλούϊα




χουσα Θεανθρώπου τν ψυχν ες τ σπλάχνα, τ φόβ γ κλονείτω. Τν γρ χώρητον  παντί,  αυτ οκ δυνήθη  χωρεν κα ούτως  βόα πρς Τν Θεοτόκον.

Χαρε τι τ θνητν φθαρσίας νδύεις
Χαρε τι τν ψυχν τν γαλήνην παρέχεις
Χαρε φωτς ϊδίου τ χρυσόπλοκον σέλας
Χαρε γίων Πατέρων τ πολύτιμον γέρας.
Χαρε  φέγγος γλαόμορφον ορανο το νοητο.
Χαρε νθος τ πανεύοσμον κα το κόσμου χαρμονή.
Χαρε μόνη χριστιανν στερε προστασία
Χαρε τν πιστούντων πίμοχθος  πορία .
Χαρε τς μαρτίας τ κέρας συντρίβουσα,
Χαρε τν πιστν τάς καρδίας φαιδρύνουσα
Χαρε πλοκς ῥᾳδιούργων λύσις
Χαρε δεινν προβλημάτων ύστις

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Ζάλην ένδοθεν έχων , πρεσβυτέρων δμος ,εθς  μηκτυρίζονται πάντες.Τν γρ θαυμάτων τ θαμα  μ δυναμένων τι συγκαλύψαι, πλήρωσαν ργύρια καν τος στρατιώταις, μ εδότας   ψάλλειν


λληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

κουσαν ο Ποιμένες Τς Χριστο κκλησίας τν νάστασιν Κυρίου κ Τάφου. Κα νομίσαντες ς λρον ατήν, δυσπίστουν τν Μυροφόρων τν φωνν παντες. λλ’ς ξς κα οτοι πιστεύσαντες βόων πρς Τν Θεοτόκον

Χαρε Παρθένε τν θλιβομένων παραμύθιον
Χαρε Μαρία μαρτανόντων λαστήριον
Χαρε νθος μαράντινον ,των γγέλων γλυκασμς
Χαρε μόνη η μηνύουσα  τν αώνιον ζων
Χαρε τι  πάρχεις Παραδείσου Κυρίου ο νόστος
Χαρε τι κατέστης Γεδεών ο πανένδροσος πόκος
Χαρε το διαβόλου τν σχν καταλύσασα
Χαρε τν γγέλων τν χάριν αξήσασα
Χαρε ν σιωπ Τν Θεν νυμνούσα
Χαρε Τν Δεσπότην σπόρως τεκούσα
Χαρε δι’ς Σατν νεπαίχθη
Χαρε δι’ς ζω καινουργείται.

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

Θεοδρόμον πορείαν πορεύθησαν τότε, ες μμαος ο Μαθητα Το Κυρίου. Κα ς συνοδίτην χοντες Ατν , ν τ κλάσει το ρτου πέγνωσαν αθις, να κα μες μνμεν τ

λληλούϊα.



΄δον Μυροφόροι γυναίκες ,ν μνημεί ορθρίως , νεανίσκον εν λευκοίς αυγασθέντα.Κα ς γγελον νοοντες ατν ,ε κα τρόμ τ καρδί συνείχοντο, σπευσαν τος ποστόλοις κηρύξαι κα βοσαι τ Ελογημένη


Χαρε παρχ το αωνίου φάους
Χαρε χελιδν τς φωταυγος  μέρας
Χαρε τι το Σταυρο τν χολν μετέλαβες
Χαρε τι  τ πικρν ες γλυκύ μετέβαλες.
Χαρε μόνη πηγάζουσα ζως δωρ τ κενν
Χαρε μόνη  γείρουσα δμ τν πάλαι χοϊκόν.
Χαρε τς μαρτίας τν λύθρον πλύνασα
Χαρε το δμ τν κατάρα σβέσασα
Χαρε τι τν δαιμόνων τάς μορφς πελαύνεις,
Χαρε τι τς μαρτίας τ σκότος διώκεις
Χαρε ή του σύμπαντος ναστάσεως αγή.
Χαρε το προπάτορος γλυκεα χαρμον

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Κήρυκες γεγονότες Μαθητα Το Κυρίου τς δόξς κα τς πρην δειλίας  μ σχόντες   ,κήρυξαν Τν Χριστν πασιν, φέντες τος ουδαίους ς χυδαίους ,μ εδότας ψάλλειν

λληλούϊα




Λάμψας τ οκουμέν φωτισμν ληθείας, ξόρισας το δου τ σκότος. Το γρ θανάτου σχς μ νεγκοσα σο Τ Θεί Φωτ πέπτωκεν ,ο τούτου δ σωθέντες  βόων πρς τν Θεοτόκον.


Χαρε  νεσπέρου φωτς τ δοχεον
Χαρε τν χαρίτων Θεο τ ταμεον
Χαρε τι καθαίρεις τς ψυχς τ δυσδες
Χαρε τι λαμπρύνεις ορανο τάς ψδας.
Χαρε λιγοψύχων τ τερπνν παραμύθιον
Χαρε τν κοπιώντων κα μοχθούντων νάπαυσις
Χαρε τν κοπετν το βίου  κουφίζουσα
Χαρε τς ψυχς τν θλίψιν  διαλύουσα
Χαρε τι τς χαρς Φωστρα νέτειλας
Χαρε τι τς αράς τν λύπην φάνισας
Χαρε τς ζως μν τ μυντήριον
Χαρε τν δεινν μν  φυγαδευτήριον.


Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Μέλλοντος Το Κυρίου ,τν νάπλασιν πάντων, ποιήσαι μετ δόξς ρρήτου, παρεδόθη  τ τάφ ς θνητός. λλ’νέστη ς Νυμφίος λαμπρς ,διόπερ ξεπλάγημεν  τν φατον  αυτού  σοφίαν  κράζοντες

λληλούϊα.


ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
Νέαν δειξεν κτίσιν ,ναστήσας Κτίστης κ φθορς τ μέτερον γένος. Το γρ θανάτου τν σχν νεκρώσας σπερ πρεπε,κατήργησεν ατν ,να σκιρτντες ν χαρ μνήσωμεν τν Παρθένον λέγοντες

Χαρε το χθρο ταπεινούσα τν φρν
Χαρε λυπηρών  ξατμίζουσα χλν
Χαρε στρον παμφαέστατον ορανο το νοητο,
Χαρε νθος τ πανεύοσμον κ λειμώνων ερν
Χαρε δι’ς ο γγελοι τος νθρώποις συμμύγνυνται
Χαρε δι’ς χρονος τος Βροτος συναλίζεται
Χαρε βίβλε Θεοχάρακτε το Δεσπότου κα Θεο,
Χαρε πλξ πογράφουσα σεσσμένων τν πληθύν.
Χαρε κ θανάτου ες ζων γαγοσα
Χαρε τν πρωτοπλάστων τν ποινήν ναιροσα.
Χαρε Χαρά τς  Χριστο Εκκλησίας
Χαρε αγ βιοτς αωνίας.

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

Ξένον θαμα δόντες ξενωθμεν βορβόρου κα πάσης μαρτίας κα λύθρου. Δι τοτο γρ παθς  Θες π γς φάνη παθητς νθρωπος , βουλόμενος γείραι σν ατ τος ν χαρ βοώντας .

λληλούϊα


λος ν ν τ τάφ κα ορανν  μηδόλως πν, προαιώνιος  Λόγος . Κα τ εγνώμωνι λστν ες τν  Παράδεισον δοποιήσας εσοδον, εδίδαξεν  να ψάλλει  πρς Τν Θεοτόκον

Χαρε περιστερ  κα τροφες τς γνείας.
Χαρε κιβωτς τς Χριστο κκλησίας
Χαρε Χριστιανν κατάπαυστος μνος
Χαρε σιαρχν τ   κηλίδωτον  κδος
Χαρε η του πλάνου βίου των κρημνών διασώζουσα
Χαρε του μέλλοντος κόσμου την Χαράν ακτινίζουσα.
Χαρε τς μν βιοτς ελογούσα πορείας
Χαρε τν παθν τς ψυχς ναιροσα κακίας
Χαρε τι θανάτου τ κράτος πάταξας.
Χαρε τι το δου τ σκπτρα σκύλευσας
Χαρε   Τν  Θεν ς βρέφος τεκούσα
Χαρε   τν συμφορν μς ξελοσα


Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Πσα πληθς τν γγέλων ξεπλάγη τ μέγα τς σς ναστάσεως ργον. Τν γρ ν τ μνημεί ς νεκρν θεώρουν, λιον ζως δυτον και μάς ζωοποιήσαντα, δεχόμενος δε τν μνον παρ πάντων οτως



λληλούϊα




ήτορας ψευδολόγους ,ουδαίων κραίους ρμεν π σοί Θεε Λόγε,ποροσι γρ λέγειν τ πς, εί Θες ε , νθρωπίνως παθες, μες δ τν σν εσπλαχνίαν θαυμάζοντες Τ Μητρί Σου βομεν

Χαρε δι’ς δόξα Κυρίου νέτειλεν
Χαρε δι’ς ο Δμοι γγέλων χορεύουσιν
Χαρε δεσμεύσασα τν δαιμόνων τ κράτος
Χαρε προάγουσα  Βασιλείας τ νκος
Χαρε μόνη ξηράνασα πειρασμν τν ποταμν
Χαρε μβρε τελεύτητε  δωρεν τν πατρικν
Χαρε τν πρωτοπλάστων μόνη λύσις τς αράς
Χαρε μετανοούντων ξαλείφουσα ποινς .
Χαρε το προσίτου φωτς τ ταμεον
Χαρε το θεάτου Θεο τ πυξίον
Χαρε Προφήτου Προδρόμου τ κήρυγμα
Χαρε Δαυδ Βασιλέως τ καύχημα


Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.


Σώσαι θέλων τ γένος τν νθρώπων , φθορ παχθέντα, πρς τοτο τριήμερος γείρεται. Κα πνους πάρχων ς νεκρς δι’ μς νέστη  εφροσύνης ατιος, ζων παρέχων πσιν τος κραυγάζουσιν

λληλούϊα




ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ
Τεχος ε τν μνούντων τν χαρίτων σου τ μετρον πλθος. γρ κ τς σς νηδύος προελθν, κ τάφου σωματικς μν πέλαμψεν κα πάντας Σο προσφωνεν διδάξας

Χαρε δι’ς του εχθρού τυραννς κατελύθη
Χαρε δι’ς το θανάτου σχς κατεπόθη
Χαρε στάμνε χρυσ χουσα τ Θεον μάναν
Χαρε ξύλον ζως νθίζουσα καρπος εόσμους
Χαρε ορανίας παστάδος τελεία χαρμον
Χαρε τς φρικώδους κακίας κατάπαυσις Σεμνή.
Χαρε μόνη π σελήνης σταμένη Μαρία
Χαρε  ότι τς μαρτίας θεραπεύεις μανίαν
Χαρε τς αωνίου ζως τ κεφάλαιον
Χαρε τς κκλησίας Χριστο τ προπύργιον
Χαρε δι’ς τα ποθεινά πηγάζουσιν
Χαρε δι’ς τα λυπηρά κατήργηνται

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

μνος βροτν οκ ρκέσει ξυμνεν τν γίαν Σο δόξαν.σαρίθμους γάρ τας σταγόσιν το μβρου δάς  ν προσφέρωμεν Σο ναστάντα Κύριε οδν τελομεν ξιον ς ποίησας μν τος Σο βοσιν

λληλούϊα


Φωτοφόρον Παρθένον κα γγέλων τ σμα, ρμεν τν Σεμνν Θεοτόκον.  σώματος ξ ατς σωματωθείς,   κα δεσμίους το δου λευθερώσας , νέτειλε φς πσι τος τυφλος ,να κραυγάσωμεν ατ τοιατα.

Χαρε τι το πονηρο καταλύεις τ θράσος
Χαρε τι το Βασιλέως  σελαγίζεις τ φάος.
Χαρε τν σθενούντων βεβαία ντίληψις
Χαρε τν νοσημάτων παντοίων ασις
Χαρε  τν ραον κβλαστήσασα στάχυν.
Χαρε  τν δωρεν το Φιλανθρώπου κρήνη.
Χαρε τι τ στέφη τν συζύγων συμπλέκεις
Χαρε  τι  τν νέων τάς  πορείας φυλάττεις
Χαρε νεκρώσασα τν παθν τάς προσβολς
Χαρε  κυρώσασα τν δαιμόνων τάς βουλς
Χαρε τν ορανίων ταγμάτων τ νκος
Χαρε τν πεπτωκότων δαιμόνων θρνος .

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

Χάριν φθονον δοναι τος νθρώποις δωρήσασθαι θέλων, πάντων Ζωοδότης νθρώπων, κατεδέχθη ν τάφ νεκρς κατοικεσαι, να τς φθορς μς παλλάξει τος κράζοντας


λληλούϊα




Ψάλλοντές Σου τν τόκον , τν ς ξένον ν τάφ ξενωθέντα ,νυμνομεν τ ατο ναστάσ.ν τ σ γρ οκήσας γαστρί, τν απάντων πνοή,ξάγνισεν, φώτισεν,δίδαξε μς βόαν Σοι τατα

Χαρε αμαράντινε στέφανε δόξης
Χαρε δωδεκάτειχε πόλις Κυρίου
Χαρε τι κατήργησας μαρτίας τ κέντρον
Χαρε καινουργήσασα τν νθρώπων τ γένος
Χαρε τι κατεπάτησας κεφαλν το πονηρο
Χαρε λύπην κεράσασα τν δαιμόνων τω εσμώ.
Χαρε τι τν παθν ποπλύνεις τν ύπον
Χαρε τι το Πνεύματος πάρχεις  τ εθρον
Χαρε πόδειξις τς μν σωτηρίας
Χαρε βεβαίωσις τς παλιγγενεσίας
Χαρε τι  όδα κα κρίνα  νθίζεις
Χαρε τι Πάσχα  κα αρ μυρίζεις

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.

Πανάσπιλε Μτερ, γεννήσασα τν πάντων Ζως χορηγν κα Δεσπότην
(Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν.-κ΄γ΄-)

δεξαμένη τήν νυν προσφορν κ πασν σσον ναγκν παντας κα τς μελλούσης ξίωσον ναστάσεως τούς σοι βοώντας:

λληλούϊα.





γγελος  ξαστράπτων τ μνημεί επέμφθη
κηρύξαι τν νάστασιν πάντων.Κα  σν τ σωμάτ ατο φωνν  , ναστάντα  θεωρν Σ Κύριε ,ξίστατο κα στατο βον τ Θεοτόκ  τατα.

Χαρε δι’ς τεθνηκότες ζωούνται
Χαρε δι’ς γαλαξίαι καινούνται.
Χαρε φωτίζουσα τ ταμεα το δου.
Χαρε συντρίψασα τος μοχλος το θανάτου.
Χαρε το Παραδείσου τς πύλης τ όπτρον,
Χαρε το Βασιλέως τ πάναγνον  όδον.
Χαρε δι’ς δμ το θανάτου νίσταται
Χαρε δι’ς τς φθορς ο Βροτο πηλλάγημεν
Χαρε τν Μαρτύρων τ νδοξον κλέος
Χαρε λαμπρύνουσα τ μέτερον γένος
Χαρε δι’ς Ζω κ το τάφου νέτειλεν
Χαρε δι’ς τν πιστν α καρδία γάλλονται.

Χαρε  Μήτηρ τς Ζως μν



ς  Ζωηφόρος  Το Κυρίου μν Μήτηρ,
Τν   ορανν ψηλοτέρα  νεδείχθης,
νυμνομεν ο πιστο κα μεγαλύνωμεν.
λλ’ς φέρουσα Ζως Κυρίου νάματα,
κ θανάτου ψυχικο μς νάστησον,
να κράζωμεν ,
Χαῖρε ἡ  Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.
 




(Επιμέλεια -π.Διονύσιος Ταμπάκης-Ναύπλιον)




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...