Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Δόξα τω Θεώ,Δόξα τω Θεώ,Δόξα τω Θεώ...


Επίσκεψη Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου με την «Αποστολή» στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας [εικόνες]

Επίσκεψη Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου με την «Αποστολή» στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας [εικόνες]

Ο προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας μαζί με την «Αποστολή» επισκέφθηκαν εγκαταλελειμμένα παιδιά και ασθενείς στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας και το Αναρρωτήριο Παίδων Πεντέλης.
Κατά την επίσκεψη του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος αναφέρθηκε στην ανάγκη να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες με πίστη, ενότητα και αγάπη προς το συνάνθρωπο:
«Ζούμε, μια πολύ δύσκολη για τη χώρα περίοδο, σε κόσμο χωρίς ειλικρινή επικοινωνία, πού απωθεί το θείο και το ιερό, πού εξομοιώνει και ομογενοποιεί τούς ανθρώπους. Νιώθουμε ξένοι μεταξύ μας, με αποτέλεσμα να διατυπώνονται λόγοι στο κενό και τα ζητήματα να μην επιλύονται. Απογοητευόμαστε ακόμη και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αποτυγχάνουμε να σηκώσουμε ὁ καθένας τον σταυρό του. Λείπει ἡ πίστη, και τα λόγια μοιάζουν χωρίς περιεχόμενο. Γιατί πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη στον Θεό και αγάπη προς τούς ανθρώπους. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται αδελφοί, όταν σέβεται και τιμά ο ένας τον άλλον, εξαφανίζονται οι διαφορές, αναπτύσσονται χαρίσματα. Ο άλλος, ο άνθρωπος δίπλα μας, είναι αδελφός μας· δεν είναι ούτε εχθρός μας ούτε αντικείμενο εκμετάλλευσης, είναι εικόνα του Θεού – είμαστε εμείς».
Στις επισκέψεις του τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος συνόδευσε ο Γενικός Διευθυντής του Φιλανθρωπικού Οργανισμού «Αποστολή» κ. Κωνσταντίνος Δήμτσας.
Στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας τον Αρχιεπίσκοπο υποδέχθηκαν ο Υπουργός Εθνικής άμυνας κ. Νικόλαος Δένδιας , η Αναπληρωτής Υπουργός κ. Φωτεινή Γεννηματά, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας κ. Αντώνιος Οικονόμου, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός κ. Μιχαήλ Κωσταράκος, ο Αρχηγός ΓΕΑ κ. Ευάγγελος Τουρνάς, ο Διευθυντής ΔΥΓ/ΓΕΕΘΑ, Υποπτέραρχος κ. Χρήστος Γρηγορέας, ο Διευθυντής ΔΥΓ/ΓΕΑ και ο Διοικητής 251 ΓΝΑ, Ταξίαρχος, κ. Γεώργιος Τουλούμης.


Πηγή: Επίσκεψη Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου με την «Αποστολή» στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας [εικόνες] | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/183646/episkepsi-arhiepiskopoy-ieronymoy-me-tin-apostoli-sto-geniko-nosokomeio-aeroporias#ixzz3MWLQVkK3

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Το Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου



ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ  ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
«Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε!»
Ἐφάνη ἐπὶ τῆς γῆς ὁ Θεὸς καὶ ἐφανερώθη συγχρόνως ὁ τέλειος ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀσύλληπτος ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Oἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἰδιαιτέρως ζῶμεν τὴν μεταπτωτικὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καθημερινῶς διαπιστώνομεν μετὰ τοῦ Ψαλμῳδοῦ ὅτι «πάντεςἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. ΙΓ΄3 – Ρωμ. γ΄12-13).
Πρὸ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἠδύνατο ὁ ἄνθρωπος νὰ φαντασθῇ τὴν ἀσύλληπτον ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, διότι μετὰ τὴν πτῶσιν ἠσθένησε καὶ ἠλλοιώθη. Μόνον οἱ πολὺφωτισμένοι ἄνθρωποι διῃσθάνθησαν καὶ πρὸ Χριστοῦ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ Ψαλμῳδοῦ «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ;» (Ψαλμ. Η΄ 5), διεκήρυξαν: «ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτὸν» (ἐ.ἄ. 6).

Τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἐφανέρωσεν ὁ Θεάνθρωπος Κύριος καί, ἔκτοτε, ἐπαναλαμβάνουν κατ᾿ἔτος διακηρύξεις κρατῶν,κυβερνήσεων καὶ κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ διεθνεῖς συμβάσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας βλέπομεν καθημερινῶς τὸν χείριστον ἐξευτελισμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὴν ἀτίμωσιν καὶ τὸν διασυρμὸν αὐτοῦ.Ὀφείλομεν, λοιπόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἄξιοι τῆς δόξης καὶ τιμῆς διὰ τῆς ὁποίας περιέβαλε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ὁ «δι᾿ἡμᾶς καθ᾿ἡμᾶς γενόμενος» Δημιουργός μας, νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἐσχάτως διογκουμένη ἐξευτελιστικὴ διὰ τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον συμπεριφορά.
Παρακολουθοῦμεν ἔκπληκτοι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον συνεχῶς «δρᾶμα τῆς Βηθλεέμ». Διότι περὶ δράματος πρόκειται καὶ ὄχι περὶ χαρμοσύνου γεγονότος, ἐφ᾿ ὅσον ἀγνοεῖται ὁ σπαργανούμενος ἐν φάτνῃ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ δημιούργημά Του, ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς «εἰκὼν Θεοῦ».
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας καὶ ἡ θεολογία της διδάσκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἀξιοῦνται πλήρους σεβασμοῦ, διότι ἡνώθησαν μὲ τὸν Θεὸν εἰς τὸν σαρκωθέντα Κύριον. Ὅθεν, ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ νὰ γίνῃ ὑπὸ πάντων σεβαστὴ ἡ ὑπερτάτη ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.
Μετὰ πολλῆς συνοχῆς καρδίας καὶ βαθείας θλίψεως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρακολουθοῦμεν τὰ ὁσημέραι ὀγκούμενα κύματα ταῦτα βίας καὶ βαρβαρότητος, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ μαστίζουν διαφόρους περιοχὰς τοῦ πλανήτου μας, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Μέσην Ἀνατολήν, καὶ μάλιστατοὺς γηγενεῖς ἐκεῖ χριστιανούς, εἰς τὸ ὄνομα συχνάκις τῆς θρησκείας. Δὲν θὰ παύσωμεν δὲ νὰ διακηρύττωμεν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ τούτου Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς πάντας, τοὺς ἀδελφοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Θρησκειῶν, τοὺς Ἀρχηγοὺς Κρατῶν, πρὸς πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, μάλιστα δὲ πρὸς τούς,κατόπιν ὑποκινήσεων ἤ μὴ θέτοντας τὴν ἰδίαν ζωὴν αὐτῶν εἰς κίνδυνον διὰ νὰ ἀφαιρέσουν ἀνθρωπίνους ζωάς, συνανθρώπους –δημιουργήματα καὶ αὐτὰ τοῦ Θεοῦ -, καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μορφὴ ἀληθοῦς καὶ γνησίας θρησκευτικότητος ἢ πνευματικότητος ἄνευ ἀγάπης πρὸς τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον. Οἱονδήποτε ἰδεολογικόν, κοινωνικὸν ἢ θρησκευτικὸν μόρφωμα περιφρονεῖ τὸν κατ᾿εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντα ἄνθρωπον καὶ διδάσκει ἢ ἐπιτρέπει τὸν θάνατον συνανθρώπων μας, μάλιστα δὲ μὲ βάναυσον καὶ πρωτόγονον τρόπον, οὐδεμίαν ἀσφαλῶς ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Θεὸν τῆς ἀγάπης.
Στρέφοντες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὴν κρατοῦσαν σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ κατάστασιν ἀποστρέφομεν τὸ πρόσωπόν μας ἐκ τῶν θλιβερῶν γεγονότων μισαλλοδοξίας καὶ ἐχθρότητος, τὰ ὁποῖα μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ φθάνουν πλέον, διὰ τῶν συγχρόνων μέσων γενικῆς ἐπικοινωνίας, εὐχερέστερον εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὴν ὅρασίν μας προκαλοῦντα τρόμον διὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά, καὶ προβάλλομεν ὡς ἰσχυρὸν ἀντίδοτον εἰς τὴν σύγχρονον βίαν τὴν καταπλήξασαν τοὺς μάγους καὶ τὸν κόσμον «ἐσχάτην πτωχείαν» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ πάντοτε ὡς ἀγάπη. Αὐτὴ εἶναι ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἡ μυστικὴ δύναμις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν. Ἡ δύναμις ἡ ὁποία νικᾷ καὶ ὑπερβαίνει διὰ τῆς ἀγάπης τὴν κάθε εἴδους βίαν καὶ κακίαν.
Οὕτως ἀποτιμῶντες κατὰ τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα τὴν κατάστασιν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, εὐχόμεθα ὅπως βιώσωμεν οἱ πάντες τὴν χαρὰν τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου, τοῦ συνανθρώπου, καὶ τὴν παῦσιν τῆς βίας κάθε μορφῆς, τὴν νίκην ἐπὶ τῆς ὁποίας διὰ τῆς ἀγάπης προβάλλει καὶ προσφέρει ὁ σάρκα λαβὼν «μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος», ὁ «Ἄρχων εἰρήνης» καὶ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός.
Αὐτοῦ τοῦ τεχθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου τῆς δόξης, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης ἡ Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος καὶ ἡ εὐδοκία εἴησαν μετὰ πάντων.
Χριστούγεννα ,βιδ΄
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Β α ρ θ ο λ ο μ α ῖ ο ς
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

Ιστολόγιο Τάλαντο : Το ψάρι του καπετάνιου

Ιστολόγιο Τάλαντο : Το ψάρι του καπετάνιου: Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά γ...

ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤ' ΗΛΙΑ....


" Όπου  'ν' Αι-Γιάννης και νερό, κι όπου Αγιολιάς και ράχη"

Στη μια απο τις δυο κορυφές του βουνού είχε στήσει τη σκηνή του ο ερημίτης.  Η μιά , η πιο ψηλή , αγνάντευε ως πέρα, μακυρά στο άγνωνστο βάθος του πελάγου, την πλατιά κι απέραντη θάλασσα- η άλλη ήταν πιό χαμηλή , την έκοβε η πρώτη, δε μπορούσες να δείς απο κει θάλασσα. Τούτη η αψηλότερη κορφή, κατηφόριζε σιγά σιγά, ώσπου έσβηνε αγαληνά κατά το πέλαγος. Στο πιο χαμηλότερο σημείο , εκεί όπου έσμιγε με το νερό, σχημάτιζε μια μικρή αγκαλιά, έναν απάνεμο κόρφο. Απάνωθέ του φώλιαζε το φτωχό, ψαράδικο χωριό, με τ΄άσπρα του σπιτάκια κολλημένα σαν τις πεταλίδες απά στα βράχια-κάμποσες βάρκες λικνίζονται, δεμένες στις δέστρες του, μές στο μικρό, κουκλίστικο πες, λιμανάκι. Η άλλη πλαγιά του δίκορφου βουνού ξεκινούσεν απ' τη χαμηλότερη κορφή  του, και γλιστρώντας πότε πάνω απο ήμερη γη του Θεού και πότε πάνω απο αγριωπά φαράγγια, ερχόταν και σβηούσε πέρα κει κάτω στον κάμπο, σ' ένα ίδιο μικρό, σαν το ψαράδικο χωριό, μια χούφτα οι άνθρωποι κι αυτουνού του χωριού σαν και του άλλου, που δεν έβλεπαν  θάλασσα απο πουθενά. Ακόμα κι απο την κορφή τούτη του βουνού δε μπορούσες ν' αγναντέψεις  τη θάλασσα, γιατί την έσκιαζε η πρώτη , η αψηλότερη.

Εκεί , στη χαμηλότερη απ' τις δυό κορφές, είχε στήσει απο χρόνια τη σκήτη του ο ερημίτης. Μιά κουφάλα απά στο βράχο, μακριά απ' τους ανθρωπους και κοντήτερα στο Θεό. Μοναχός του έσκαψε ο γέροντας και κούφωσε ακόμα πιο πολύ την κουφάλα του βράχου. Έμπηξε κι έναν σιδερένιο σταυρό στ' απανωβράχι του και στο βάθος της σπηλίάς, απίθωσε ένα μαυρισμένο παλαιικό εικόνισμα που είχε φέρει μαζί του, κάνοντας έτσι ξωκλήσι την κουφάλα του βράχου. Το εικόνισμα παράσταινε τον Προφήτ' Ηλία και το αυτοσχέδιο ξωκλήσι ήταν ταμένο στη χάρη του.
Απο που είχε βρεί κι είχε σταλιάσει εκεί δα πα απο δω και χρόνια ο γέρος -ερημίτης, αυτό, κανένας δεν ήξερε να το πεί. Δεν κατέβαινε στο Καμποχώρι ο γέροντας, όσο για τ' αλλο χωριό, το Θαλασσοχώρι, εκεί πιά ούτε που ξέραν αν υπήρχε ξωκλήσι κι ερημίτης.

Δεν είχε ανάγκη να κατηφορίσει  ως το χωριό ο γέροντας του βουνού. Είχε δυο τρία γίδια που τα' βοσκε κι άρμεγε το γάλα τους. Κρέας, ψωμί, δεν έτρωγε ποτές του. Έπινε μονάχα το γάλα που του 'δινάν τα γίδια του, μάζευε δυο τρία χόρτα ένα γύρο, που τα'ρτωγε αλάδιαστα. Κι όσο για τη δίψα του, μια πηγούλα, που δάκρυζε λίγο πιό πέρα απ' το ασκηταρίο του, του έγφτανε για να τον ξεδιψάη με το παραπάνω.

Που και που ν' ανηφορίση ίσαμε κει κανένας στρατοκόπος- να του φέρη λίγο λάδι για το καντήλι που άναβε μέρα νύχτα πάνω απ' το εικόνισμα του Πρφήτ' Ηλία (ήταν το μόνο που δεχόταν απ' όσους ανηφόριζαν και τον έβρισκαν κει πανώ στην ερημιά του). Αν δεν ήταν μες στη σπηλιά του ο γέρο-ερημίτης, κάπου κει κοντά α τριγυρνούσε, βόσκοντας τα γίδια του. Ήταν ένας γέρος αψηλός, λιγνός, σκελετωμένος , μαυρισμένη η όψη του απ'  τον ήλιο, με άκοπα μακριά , άσπρα μαλλιά, που τα' δενε κότσο πίσω στο σβέρκο του κι ίδια μακριά γένια, που κατέβαιαν χαμηλά ως το στέρνο του. Αντί για ρούχο , φορουσε μια γίδινη προβιά, που την έδενε με μιά παλιά , δερμάτινη ζώνη γύρω απο τη μεση του.
Δεν έφτανε συχνά ως εκείνη την ερημιά του ψυχή ανθρώπινη. Έτσι τ' αψηλού που είχε στημένη την αϊτοφωλιά του ο γέροτνας, μονάχα με τα πετούμενα του ουρναού είχε πάρε δώσε, με τα δυο τρία γίδια του και με το Θεό του, που τον έβλεπε πιό κοντα απ' ό,τι οι άνθρωποι που ζούσανε στα δυο χωριά του δίκορφου κείνου βουνού, το Καμποχώρι και το Θαλασσοχώρι.

Ποιός άνεμος τους έφερε ως εκεί κείνη την καλοκαιριάτικη νύχτα; Το δρόμο είχανε χάσει οι στρατολάτες, για το Θαλασσοχώρι τραβούσαν , μα χάσανε το δρόμο και βρέθηκαν απο την άλλη μεριά του βουνού. Ήρθε απόκοντα και μια αναπάντεχη, καλοκαιριάτικη μπόρα, που  τους σάστισε αμόμα πιο πολύ. Πούπετα καλύβι στο δρόμο τους για να τους δεχτεί, στρατοκόπους της νύχτας και της καταιγίδας, πούπετα κάποιο απάγγιο για να σταλιάσουν στην κόχη του.
-Για δείτε, δείτε κει ψηλά που φέγγει ένα φώς! είπε κάποια στιγμή ένας απ' τη συντροφιά.

Η νύχτα είχε πέσει απ' ώρα πολλή, ο ουρανος ήταν πνιγμένος στα σύγνεφα, δε μπορούσεν να'ταν άστρο κείνο που ξάκριζε στην κορφή του βουνού.

Έβαλαν σημάδι οι πεζοπόροι κείνο το φωσάκι που είχε ξεπροβάλει ξαφνικά μπροστά τους, την ίδια στιγμή και το'χασαν απο τα μάτια τους, λες κι ήταν άστρο τ'ουρανού, αστράκι, που μια ξεπρόβελνε και μια χανόταν απο μπροστά τους. Οι αρβύλες που φορούσαν είχανε πιεί το νερό της βροχής κι έκαναν  βαριά, ασήκωτα τα πόδια τους. Κι η βροχή, πότε λιγόστευε και πότε έδινε ξανά και δυνάμωνε , τους βίτσιζε στα πρόσωπα, τρύπωνε στη σάρκα τους κορμού και την περούνιαζε, θάμπωνε τα μάτια τους. Λές να'τανε πλάνεμα του νου εκείνο το φωσάκι, που πότε το'χαναν και πότε το ξανάβρισκαν μπροστά τους;

-Εδώ ο τόπος θα πρέπει να είναι ακατοίκητος, είπε ο πιο νέος στα χρόνια απ΄τη συντροφιά. Δε μπορεί να είναι φως αυτό που βλέπουμε. Κάτι άλλο είναι και μας θαμπώνει ταμάτια. Εξόν αν είναι φως διαβολικό και παει να μας πλανέψει...

Για μια στιγμή , τα λόγια του πήγαν ν'αποθαρρέψουν τους άλλους τέσσερις. Μα πρόφτασε και μίλησε απόκοντα ένας άλλος,  πιό μεστωμένος στα χρόνια απ' όλους.

-Το φως είναι πάντα απ' το Θεό, μη λές κουταμάρες, Ηλία, αποκρίθηκε στο νέο που είχε ξεστομίσει τα άστοχα εκείνα λόγια. Κι αυτό που βλέπουμε , δεν είναι πλανεμα του Σατανά, είναι φως του Θεού, θα το δείς.

Συνέχισαν την πορεία τους οι στρατοκόποι. Τα καινούρια λόγια του συντρόφου τους έριχναν ξανά το λάδι της ελπίδας στο καντήλι της πίστης τους που πήγαινε να θαμρώσει. Τώρα , οι αρβύλες που φορούσαν σα να'χανε γινει αλαφρότερες, σα να 'χαν πάρει ζωή τα κουρασμένα πόδια τους. Κι ο άπιστος Ηλίας της συντροφιάς, έσκυψε το κεφάλι κι υποτάχτηκε στην απόφαση των άλλων : να εξακολουθήσουν την πορεία τους ώσπου να φτάσουν στο φως-στο φως του Θεού, που ξάκριζε, πότε θαμπό, και πότε λαμπερό, ολο ένα μπροστά τους.


-Ηλία, είπε κάποια στιγμή κείνος που πήγαινε μπορστά απ' τους άλλους, δε θες τούτο το φως που βλέπουμε να'ρχεται απο '  κάνα ξωκλήσι του Προφήτ' Ηλία, που έχεις και τ' ονομά του; (Τι σύμπτωση , μάλιστα, ξημέρωνε την άλλη μέρα κι η γιορτή του φίλου τους!). Δε λεν πως, όλα τα ξωκλήσια του Πρφήτ' Ηλία είναι χτισμένα ψηλά, πολύ ψηλά , όσο μπορεί πιο ψηλά στις κορφές των βουνών;

Και τότε, μες στην νυχτιάτικη εκείνη πορειά, μες στη βροχή και τ' ανεμοβροχο, ήρθε κι ακούστηκε η παλιά ιστορία του Πρφήτ' Ηλία. Άρχισε να τη λέει στους άλλους, έτσι καθώς προχωρούσαν ολοένα, ο πιο γέρος της συντροφιάς- ένας άνθρωπος που τα χρόνια του είχαν μεστώσει μαζί με το κορμί και την πίστη.

Ο Προφήτης Ηλίας, λέει , ήταν πρίν ασκητέψει, ναυτικός. Είχε περάσει όλη του τη ζωή στα καράβια, στη θάλασσα. Ώσπου έφτασε μια μερα, που τη μπούχτισε τη θάλασσα, τη βαρέθηκε. Κι είπε να την παρατήσει, να μην ακούσει να μιλάνε πια γι' αυτήν, να βρεί στη στεριά και να ριζώσει κάπου, όπου να μην έχει θάλασσα, νερό. Βγήκε το λοιπόν , απ' το καράβι του , πήρε ένα κουπί μαζί του, και ρίχνοντάς το στον ώμμο του, ξεκίνησε. Που πήγαινε; Μήτε που ήξερε. Κείνο που λαχταρούσε, ήτανε να φτάσει κάπου και να σταθεί μακρυά απ' τη θάλασσα, που τόσα φαρμάκια τον είχε πιοίσει ίσαμε τότε, στα χρόνια, τα πολλά τα χρόνια, που την είχε υπερετήσει.

Με το κουπί φορτωμένος ολοένα στον ώμο ο παλιός ο μαρινάρος, προχωρούσε ολοένα. Ώσπου τέλειωσε κάποτε ο ίσιος δρόμος κι άρχισε ν'ανηφορίζει. Σαν είδε πως είχε αλαργέψει κάμποσο απ' τη θάλασσα, σταμάτησε κάποιον στο δρόμο και τον ρώτησε, δείχνοντας του το κουπί που κουβαλούσε:
-Τ' είν'αυτό όπου κρατώ;
-Κουπί, του αποκρίθηκε ο στρατοκόπος, που τον είχε παρει σίγουρα για παραλοϊσμένο.

Συνέχισε το δρόμο του ο άλλος. Τώρα, σκάλωνε στην πλαγιά ενός βουνού , είχε αφήσει αρκετά πια πίσω του τη θάλασσα. Και πάλι ρώτησε ,τον πρώτο που αντάμωσε στο δρόμο του, να του πεί τι ήταν αυτό που κουβαλούσε στον ώμο του...
-Κουπί, του είπε και κείνος.


Κι ο παλιός ο  ναύτης εξακολούθησε το δρόμο του. Περπάταγε όλη τη μέρα. Ήρθε και νύχτωσε κι ακόμα περπατούσε. Και κάθε τόσο, έκανε , την ίδια πάντα ερώτηση , σ' όποιον απαντούσε στο δρόμο του. Κι έπαιρνε την κάθε φορά την ίδια πάντα απάντηση- πως ήταν κουπί κείνο που είχε φορτωμένο στην πλάτη του.
Τώρα, η θάλασσα είχε αρχίσει πιά να ξεμακραίνει πίσω του.  Ο παλιός ο ναυτικός είχε παρέσει την πρώτη πλαγιά του βουνού, γλίστρησε σ' ένα διάσελο κι απο κει ξαναπήρε την ανηφόρα, οδεύοντας για μια δεύτερη , ψηλότερη κορφή, που ορθωνότανε μπροστά του. Είχε ξημερώσει πια που ο άνθωπος με το κουπί σταμάτησε.  Μπρός του  αγνάντευε την φορφή του βουνού , ένα βράχο φαλακρό, δίχως δέντρα, μ' αριά που και που σκοίνα και πουρνάρια ένα γύρο. Γύρισε να δει και πίσω του. Θάλασσα δε φαινόταν τώρα πούπετα- την είχε αφήσει πια για πάντα μακριά του. Τ ' αεράκι που έφτανε απ΄ το βουνό ήρθε και χύθηκε στα πνευμόνια του- του  τα γιόμισε απο θυμάρι κι απο σκοίνο. Κείνο το αγεράκι δεν είχε τίποτε απο αρμύρα δολερή στην πνοή του , ήταν ολοκάθαρο και του αναγάλλιασε τα σωθικά του. Είδε κάποιον που κατέβαινε κείνη την ώρα απ' το βουνό-πήρε βαθιάν ανάσα ο άνθρωπος με το κουπί και τον ρώτησε κι αυτόν, όπως και τους άλλους:
-Τ' είν' αυτό που κουβαλώ;
Πρόσμενε λαχταρισμένος την απάντηση- την ίδια , σίγουρα που είχε ακούσει κι όλες τις άλλες φορές. Κι όμως , τι παράξενο, ο άνθρωπος που είχε ρωτήσει απόμεινε βουβός κι αμήχανος.Κ οίταξε το κουπί που του ' δειχνε ο άλλος, το είδε απο δω, το μάτιασε απο εκεί , τ' άγγιξε στερνά με το χέρι, μήπως και καταλάβει τ'ήταν εκειό το ξύλο που του δείχνανε. Και στο τέλος, αποκρίθηκε απορημένος:
-Δε ξέρω τ' είν' αυτό που κουβαλάς, πατριώτη. Πρώτη μου φορά που το βλέπω.
-Τ'είναι θάλασσα και τ' είναι καράβια;
Ξαναρώτησε ο ναυτικός .Και πάλι ο άλλος δε μπόρεσε να του δώσει απάντηση. Του ήρθε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει κείνο τον ευλογημένο τον άνθρωπο ο παλιός ο μαρινάρος. Έριξε και μια ματιά στν κορφή του βουνού π' αντίκρυζε μπροστά του-μήτε μισής ώρας δρόμο- και πήρε την αποφασή του. Είχε φτάσει εκεί που ήθελε. Σε τόπο που δεν ήξεραν τ' είναι κουπί. Οι άνθρωποι δεν είχαν δεί ποτέ τους θάλασσα και καράβια. Εκεί θε ν' άραζε ο παλιός ο ναυτικός, το φαλακρό κείνο βράχο του βουνού θα έκανε απο δω και μπρός για πάντα αραξοβόι του...



Η βροχή είχε αρχίσει πιά να ξεκόβει, το ίδιο και τ'ανεμόβροχο.Τώρα, οι στρατολάτες μπορούσανε και βλέπανε πιό ξεκάθαρο και πιο ξάστερο το φως που ακολουθούσαν. Ωσπου έφτασε η στιγμή που σταθήκανε μπροστά του.

Βρίσκονταν κορφή κορφή στο βουνό. Δεν είχε δέντρα ένα γύρο, μονάχα σκοίνα ξεπλυμένα απ' τη βροχή που ξέχυναν ένα ξέχωρο μύρο. Ανάμεσα σε μια πιο πυκνή τούφα απο σκοίνα ξεχώριζε η μπούκα απο μια σπηλιά. Παραμέρισαν οι άνθρωποι τα σκοίνα που απόκρυβαν το έμπα της- στο βάθος της λαμπύριζε το φως ενό καντηλιού. Ήταν ένα συνηθισμένο φως καντηλιού- πως γινόταν να τους είχε φωτίσει  απο τόση ώρα δρόμο;

Είδαν το γέρο ερημίτη να στέκεται μποροστά στο άνοιγμα της σπηλιάς. Έμοιαζε κιόλας σα να τους περίμενε. Ψηλός, λιγνός, ξερακιανός, πετσί και κόκαλα, μ' άσπρα γένια και μαλλιά κι ένα τομάρι γίδας ριγμένο απάνω του, που έδενε με δεμάτινο ζωνάρι γύρω απο τη μέση του. Άλλος κανένας, ψυχή , ένα γύρω.
-Προσκυνώ σε, γέροντα, έσπασε πρώτος τη σιωπή ο ιο μεγάλος στα χρόνια απο τους πέντε.

Τους είδε ο ερημίτης που έσταζαν τα ρούχα τους απ' το νερό της βροχής και παραμέρισε αμίλητος, να τους αφήσει να περάσουν. Μπαίνοντας εκείνοι, βρέθηκαν σε μια σπηλιά, σ' ένα βαθύ λαγούμι, που τους χωρούσεν όλους. Στο βάθος έκαιγε ένα καντήλι, που έριχνε το φως του πάνω σ' ένα παλιό εικόνισμα, ένα μαύρο ξύλο, που απο κει όπου στέκονταν δε μπορούσαν να ξεχωρίσουν το τι παράσταινε.

-Εδώ μένεις πάντα, γέροντα;

Τον ρώτησε ένας άλλος απ' τη συντροφιά.
Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, δίχως πια να μιλήση, ο ερημίτης του βουνού. Οι ξένοι   βάλθηκαν τότε να του εξηγήσουν πως είχαν ξεπέσει ίσαμε κει.

-Δεν είσατε οι πρώτοι , τον άκουσαν τότε να τους μιλάει και να τους λέει- κι η φωνή του γέρου με τ' άσπρα γένια και τη γιδίσια προβιά αχούσε σαν απόκοσμη μέσα απ' το βαθύ κείνο λαγούμι.Σας πήρε απο μπρός το νερό της βροχής κι ήρθατε ως τη σπηλιά μου.

-Μένεις απο χρόνια εδώ, παππού;
-Έπαψα πια να τα μετράω, παιδί μου. Μα θα πρέπει να 'χουν περάσει πολλά, πάρα πολλά, απο τότε που ασκητεύω σ' ετούτη εδώ τη σκήτη. Όταν πρωτόρθα, τα μαλλιά  μου δεν είχαν αρχίσει ακόμα ν'ασπρίζουν...

Τώρα, ήταν άσπρα, κάτασπρα σαν το μπαμπάκι κι έπεφταν ξεχτένιστα ως τη μέση του γυμνού του στέρνου. Κι έτσι όπως τον έβλεπαν να στέκει αντίκρυ τους, ο νούς τους έτρεξε στην ιστορία που είχαν ακούσει πολλή ώρα, στον Προφήτ' Ηλία, που φεύγοντας απο τον κόσμο, πήγε κι ασκήτεψε στην κορφή ενός βουνού. Κι αν το εικόνισμα που έβλεπαν στο βάθος της σπηλιάς δεν ήταν τόσο μαύρο απ' την πολυκαιρία , θα ' λεγαν  πως η ίδια η θωριά του γέρου  που είχαν αντίκρυ τους ήταν ζωγραφισμένη στο μαυρισμένο ξύλο.

-Πάλι καλά που είδαμε το φως απο μακρυά κι οδηγηθήκαμε ως εδώ, είπε τότε ο νεός απ' τη συντροφιά, ο Ηλίας. Μα πάλι...
Εδώ σταμάτησε . Το σαράκι της απιστίας τον κρυφοδάγκωσε. Ήθελε να πεί: Ένα τόσο δα φωσάκι, το φως ενός καντηλιού, και μπόρεσε να μας φωτίσει το δρόμο απο τόσο μακρυά...
-Άμα έχεις, ξεπλύνει την ψυχή σου όπως ξεπλένει η βροχή το σκοίνα, παιδί  μου, ακούστηκε την ίδια στιγμή η φωνή του ερημίτη, που έμοιαζε να είχε μαντέψει τα όσα δέ θέλησε να ξεστομίζει ο νέος, όλα, όλα μπορείς να τα δείς. Ακόμα και τούτο εδώ το φτωχοκάντηλο, που φέγγει μπρός στου Προφήτ' Ηλία το κόνισμα. Αυτό ' ναι που σας φύλαξε να μην πέστε σε κάνα φαράγγι και τσακιστήτε. Κάτι μου έλεγε πως θα' φταναν ίσαμ' εδώ ψυχές οδηγημένες απ' το φως του απόψε.  Γιατί , δικιά του είναι η σκήτη μου και το κόνισμα που βλέπετε δικό του. Εδώ, πα στο βράχο  που φτάσατε, θα βρείτε τ' αραξοβόλι που γυρεύατε.

Η γλώσσα του γέρου ερημίτη είχε πιά λυθεί. Μετρούσε τους ξένους  του με το διαπεραστικό του βλέμμα- κι ας ήταν γέρονας, πολύ γέροντας- απο πάνω ως κάτω. Κείνη την ώρα, η βροχή , που είχε ξεπλύνει τα προσωπα τους, θα' πρεπε να φτάνει ακόμα πιο βαθιά , να τους καθάριζε και να τους ξέπλενε ως και τα μέσα τους.

-Ιδια με κυνήγησε και μένα χρόνια και χρόνια το νερό, άρχισε να τους λέει ο γέροντας ερημίτης. Δούλεψα μια ζωή ολάκερη στη θάλασσα. Ώσπου τη χόρτασα πια, τη βαρέθηκα. Κι είπα να βγω στη στεριά και να συχάσω. Η  θάλασσα είναι δολερή, πλανεύτρα, εκεί που σε γλυκαίνει, εκεί και σ 'αντιμάχεται και σε σκοτώνει. Μ' έριξε συχνά στη αμαρτία και στο πάθος. Εδώ , έχει γαλήνη και παραθάρρια. Ξεντύθηκα τον παλιό άνθρωπο κι είπα να ξαναγεννθώ. Το μόνο που πήρα μαζί μου φεύγοντας , ήταν ένα  τενεκεδένιο κουτί με λάδι και κείνο το κόνισμα που βλέπετε- έδειξε κατά το βάθος της σπηλιάς με το ρικνό , ξέσαρκο δάχτυλο του. Ήταν κάμποσες μέρες που με ξυπνούσε το ίδιο πάντα όνειρο. Ένας γέροντας μ' ασκητική μορφή, άσπρα μαλλιά και γένι, ερχόταν  και μου'λεγε κει που κοιμόνουνα: "Ηλία, ψάξε να με βρείς. Στη θάλασσα μ'έχουν πετάξει. Κι άμα με βρείς, φύγε απ' τη θάλασσα, παράτα την για πάντα , πάρε με μαζί σου και σύρε στην πρώτη αψηλή κορφή βουνού που θ' απαντήσεις μπροστά σου". Ήμουνα νιός και δεν πίστευα. Περιγελούσα κιόλας τ' όνειρο μου, μόλις που το'βλεπα , την ίδια ώρα και το ξεχνούσα...
Ώσπου μια μέρα , που το καράβι του είχε ξεκόψει στα ρηχά, ρίχνοντας την πετονιά του για κάνα ψάρι ο ναυτικός, ανάσυρε ένα δεμάτι  φύκια απο τη θάλασσα. Ανάμεσα τους βρέθηκε σκαλωμένο ένα κομμάτι ξύλο, μαυρισμένο απ' την πολυκαιρία και ξεπλυμένο απο τη θάλασα και την αρμύρα της - ποιός ξέρει πόσυς χρόνους να΄ταν θαμμένο στο βυθό της. Μισά με τα μάτια, τ' άλλα μισά με την ψυχή, μπόρεσε και ξέκρινε πάνω σε κείνο το ξύλο τη μορφή του Προφήτη ο μαρινάρος. Έκανε το σταυρό του ο άνθρωπος , ανασπάστηκε το μαύρο ξύλο, το'χωσε στον κόρφο του και ξεμπάρκαρε.
Δυο μερόνυχτα πορεύτηκε ως που  να φτάσει στην κορφή του βουνού, κατά που τον είχαν ορμηνέψει στ' όνειρό του. Έφτασε πρώτα στην πρώτη απο τις δυο κορφές του , εκεί που φώλιαζε στα πόδια της το Θαλασσοχώρι, μα δε στάθηκε. Η θάλασσα τον κυνηγούσε. Ο Προφήτης, που  τον συντρόφευε στον ύπνο του , τον ορμήνεψε να συνεχίσει το δρόμο του, να φτάσει ίσαμε κει που δε θα'βλεπε άλλο πια θάλασσα. Έτσι , πέρασε στη διπλανή κορφή του βουνού: "Εδώ θα μείνεις", του είπε το ίδιο βράδυ στον ύπνο του ο Προφήτης που τον εδηγούσε, ο συνονόματός του.

Έκανε όπως του είχαν ορίσει στ' όνειρό του ο παλιός ναυτικός. Βρήκε θαμμένη μες στα σκοίνα την κουφάλα κείνη του βράχου. Τη βάθυνε υπομονετικά μ'ένα κομμάτι σίδρο που έτυχε να βρεί μέσα στα σκοίνα. Έστησε σε μια σχισμή της σπηλιάς του βράχου την εικόνα του Αγίου. Με το λάδι που κουβαλούσε μαζί του, έθρεφε τον πρώτο καιρό το καντήλι που κρέμασε πάνω απ' το εικόνισμα του Προφήτ' Ηλία. Αργότερα , που τον έμαθαν οι χωριανοί απ' το Καμποχώρι κι απ' αλλού, του έφερναν εκείνοι το λάδι που είχε ανάγκη. Γιατί το ασκηταριό του ερημίτη του βουνού δεν άργησε να μαθευτεί ένα γύρο.

-Δεν έχω να σας φιλέψω άλλο απο γάλα , είπε αργότερα στους ξένους του ο  ερημίτης.

Εκείνοι άνοιξαν τα σακίδια τους και του  πρόσφεραν ψωμί κι άλλα φαγώσιμα.  Μόνο το ψωμί δέχτηκε, τ' άλλα τα παραμέρισε. Έφερε μια μπουκά στο στόμα του.
-Γλυκό που είναι πάντα το ψωμί...γιατί το βλόγησεν εκείνος, είπε μασώντας αργά αργά τη μπουκιά που είχα βάλει στο ξεδοντιασμένο στόμα του. 

Ύστερα, τους έφερε και τους γέμισε τις κούπες που είχαν μαζί τους με φρέσκο γάλα, αρμεγμένο απ' τον ίδιο μέσα σ' ένα καδούλι. Κι οι στρατολάτες του έδωσαν όσο λάδι είχαν μαζί τους. Το δέχτηκε σα θείο νάμα και το φύλαξε προσεχτικά σε μια σχισμή του βράχου.

Έξω, η βροχή είχε πια σταματήσει , το ίδιο κι ο αγέρας. Οι στρατοκόποι βγήκαν , ο ένας κοντά στον άλλον, απο τη σπηλιά- ο ερημίτης τους ακολούθησε τελευταίος. Τους χτύπησε στο πρόσωπο ο νοτισμένος αέρας, που έσερνε μέσα του ευωδίες απο σκοίνα κι απο θυμάρι. Ο ουρανός είχε ξαστερώσει πια για καλά. Τα σύγνεφα είχαν τώρα σκορπίσει , στο θόλο τ' ουρανού έσβηναν ένα ένα τ' αστέρια. Κόντευε πια να ξημερώσει.
-Ευλογημενο το όνομα του Κυρίου.

Είπε ο ερημίτης κι έκανε το σταυρό του.

 
Του Άλκη Τροπαιάτη


Το Βλογημένο Μαντρί


του Φώτη Κόντογλου
απο το  www.antibaro.gr 

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.

Αφού βολόδειρε από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.

Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:

«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».

Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».

Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».

Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».

Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».

Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».

Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:

«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:

«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:

«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Φώτης Κόντογλου, “Χριστούγεννα στη σπηλιά”, (διήγημα)




Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ’ έπιασε κ’ έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ’ έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ’ εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.
Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ’ οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.
Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ’ ήτανε λημέρι των ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα – νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ’ επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ’ ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.
Θά ‘τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά ‘τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.
Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού ‘χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ’ άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ’ η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ’ είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.
Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό ‘λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια – Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ’ επειδή ξέραμε απ’ άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά ‘ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ‘κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ’ έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας.
Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».

Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ’ έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.
Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ’ έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ’ είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ’ Άγιον Όρος για ελέη, κ’ ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ’ ήτανε από τη Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να ‘μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ’ επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ’ – Απόστολο με τον μούτσο.
Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάξατε κ’ εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
Στο μεταξύ ο πάτερ – Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ’ είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:
«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ’ έκανε τον σταυρό του.
Ο πάτερ – Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ’ είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ’ ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ’ η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ’ ύστερα ξυπνούσε κ’ έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε
«την βρώσιν και την πόσιν».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...