Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ο Απόστολος της Κυριακής 5 Φεβρουαρίου 2017

 
(Β´ Τιμ. γ´ 10-15)
Τέκνον Τιμόθεε, παρηκολούθηκάς μου τῇ διδασκαλίᾳ, τῇ ἀγωγῇ, τῇ προθέσει, τῇ πίστει, τῇ μακροθυμίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ, τοῖς διωγμοῖς, τοῖς παθήμασιν, οἷά μοι ἐγένοντο ἐν ᾿Αντιοχείᾳ, ἐν ᾿Ικονίῳ, ἐν Λύστροις. Οἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκα! καὶ ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος. Καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διωχθήσονται· πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες, καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλώσσα
Τέκνον Τιμόθεε, ἐσὺ συμπορεύτηκες μαζί μου στὴ διδασκαλία, στὸν τρόπο ζωῆς, στοὺς σκοπούς, στὴν πίστη, στὴ μακροθυμία, στὴν ἀγάπη, στὴν ὑπομονή, στοὺς διωγμούς, στὰ παθήματα σὰν αὐτὰ ποὺ ὑπέμεινα στὴν ᾿Αντιόχεια, στὸ ᾿Ικόνιο, στὰ Λύστρα. Τί διωγμοὺς ὑπέφερα! Κι ἀπ’ ὅλα μὲ γλίτωσε ὁ Κύριος. Κι ὄχι μόνο ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζήσουν μὲ εὐσέβεια, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, θὰ ἀντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οἱ πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ οἱ ἀπατεῶνες θὰ προκόβουν στὸ χειρότερο· θὰ ἐξαπατοῦν τοὺς ἄλλους καὶ οἱ ἄλλοι θὰ τοὺς ἐξαπατοῦν. ᾿Εσὺ ὅμως νὰ μένεις σ’ αὐτὰ ποὺ ἔμαθες καὶ ποὺ γιὰ τὴν ἀξιοπιστία τους ἔχεις τεκμήρια. Ξέρεις ἀπὸ ποιὸν τὰ ἔμαθες· καὶ μὴ λησμονεῖς ὅτι ἀπὸ τὴ βρεφική σου ἡλικία γνωρίζεις τὴ Γραφή, ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ κάνει σοφὸ ὁδηγώντας σε στὴ σωτηρία διὰ τῆς πίστεως στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 5 Φεβρουαρίου 2017 – Τελώνου και Φαρισαίου

 

(Λουκ. ιη´ 10-14)
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ῾Ο Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλώσσα
Εἶπε ὁ Κύριος τήν παραβολή· Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸν ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος τελώνης. ῾Ο Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικὰ κι ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴ σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του· “Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. ᾿Εγὼ νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸν ναὸ τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα τὰ εἰσοδήματά μου”. ῾Ο τελώνης, ἀντίθετα, στεκόταν πολὺ πίσω καὶ δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει στὸν οὐρανό. Χτυποῦσε τὸ στῆθος του καὶ ἔλεγε· “Θεέ μου, σπλαχνίσου με τὸν ἁμαρτωλό”.
Σᾶς βεβαιώνω πὼς αὐτὸς ἔφυγε γιὰ τὸ σπίτι του ἀθῶος καὶ συμφιλιωμένος μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὄχι· γιατὶ ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τὸν ταπεινώνει θὰ ὑψωθεῖ».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ – 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017

 imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
(Λουκ. ιη΄, 10-14)
(Ἡ καθαρή καί ἡ ἀκάθαρτη προσευχή)
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, στὴν ὁποία μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀξιωθήκαμε νὰ φθάσουμε σήμερα, εἶναι ἡ πύλη γιὰ τὴν εἴσοδό μας στὸ ἁγιασμένο καὶ κατανυκτικὸ Τριώδιο, ποὺ διαρκεῖ δέκα ἑβδομάδες. Τὶς τρεῖς πρῶτες ἑβδομάδες γίνεται ἡ προετοιμασία, ἡ προθέρμανση, καὶ τὶς ἄλλες ἑπτὰ διεξάγονται τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα.
Σήμερα, πρώτη ἡμέρα τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς μαθαίνει τὴ χρήση ἑνὸς ἀπαραίτητου μέσου γιὰ τὴν ἐπιτυχία στὰ πνευματικὰ ἀθλήματα. Κι αὐτὸ τὸ μέσο εἶναι ἡ προσευχή.
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης παρομοιάζει τὴν προσευχὴ μὲ τὸν ἀσύρματο, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὶς μέρες του στὴν πρώτη γραμμὴ οἱ στρατιωτικὲς μονάδες. Σήμερα χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς στρατοὺς πολὺ ἐκσυγχρονισμένα μέσα ἐπικοινωνίας καὶ οἱ μάχες κρίνονται κυρίως ἀπὸ αὐτά. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ τελειότερο καὶ πιὸ ἀπαραίτητο μεσο ἐπικοινωνίας γιὰ τὸν χριστιανὸ στρατιώτη, ποὺ μάχεται πνευματικὰ στὴν πρώτη γραμμή. Αὐτὴ τοῦ δίνει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ τὸ Στρατηγεῖό του, μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ τὸ ἐπιτελεῖό του, ποὺ κατευθύνει τὸν ἀγώνα του. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ κάθε συνειδητὸ χριστιανό, ποὺ θέλει νὰ νικήση καὶ νὰ φθάση νικητὴς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἄγιος τῆς Ἐκκλησίας μας χωρὶς προσευχή.
Ὅμως δὲν φθάνει ἁπλῶς ἡ προσευχή. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ ἕνα στρατιώτη νὰ κρατάη ἁπλῶς ἕνα μέσο ἐπικοινωνίας τελευταίας τεχνολογίας. Εἶναι ἀπαραίτητο τὸ μέσο αὐτὸ νὰ μὴν εἶναι χαλασμένο, ἤ ἀφόρτιστο, ἀλλὰ καὶ ὁ κάτοχός του νὰ εἶναι καλὸς χειριστής. Διότι ὑπάρχει καὶ ἀδέξιος καὶ ἀνεκπαίδευτος χειριστής, ἀλλὰ καὶ χαλασμένο τηλέφωνο. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν προσευχή. Ὑπάρχει ἡ καθαρή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκάθαρτη προσευχή. Ἡ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου μᾶς δείχνει πολὺ καλὰ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκάθαρτη καὶ ποιὰ προσευχὴ ἡ καθαρὴ.
Ἡ ἀκάθαρτη προσευχή εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ φαρισαίου. Αὐτὴ ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό. Ὁ προσευχόμενος φαρισαῖος ἔχει ὡς κέντρο ὅλου τοῦ κόσμου τὸν ἑαυτό του. Κι αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸν τρόπο ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς του. Γιὰ νὰ προσευχηθῆ στέκεται καμαρωτὸς στὸ μέσον τοῦ ναοῦ. Ὅλη δὲ ἡ φαρισαϊκὴ προσευχὴ περιέχει τρία μεγάλα καυχήματα, ποὺ στηρίζονται μόνον στὴν δική του πλανεμένη κρίση. α) «Οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί». «Δὲν εἶμαι ὅπως εἶναι οἱ ἄλλοι», λέγει. Ποιὸς; Ἐγώ! β) «Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου». «Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα». Ποιὸς; Ἐγώ! γ) «ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». «Δίνω ἐλεημοσύνη τὸ δέκατο ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου». Ποιὸς; Ἐγώ! Μὲ ὅλα αὐτὰ, ποὺ ἐκφράζουν τὸν ἄκρατο ἐγωϊσμό, ξεχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Τοὺς συγκρίνει μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς κατακρίνει. Μὲ τὸν τρόπο ὅμως αὐτὸ δημιουργεῖ ἐμπλοκὴ στὴν ἀληθινὴ ἐπικοινωνία του μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ κατάκριση εἶναι ἡ ἀκαθαρσία, ποὺ ἀχρηστεύουν τὸν πνευματικὸ ἀσύρματο, τὴν προσευχὴ καὶ διακόπτουν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Ἡ καθαρὴ προσευχή εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ τελώνου. Αὐτὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν ταπείνωση. Προσευχόμενος ὁ τελώνης δὲν παρουσιάζεται νὰ εἶναι τὸ κέντρο τῶν πάντων. Ἀντίθετα, κέντρο ἔχει τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ ἴδιος στέκεται κρυμμένος στὴν ἄκρη, στὴ γωνιὰ τοῦ ναοῦ, ἐπειδὴ πιστεύει ταπεινὰ ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Καὶ ἀρχίζει τὴν προσευχή του ὄχι μὲ τὸ δικό του «ἐγώ», ἀλλὰ μὲ τὸν Θεό. «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης στὴν προσευχή του δὲν κρίνει, δὲν κατακρίνει κανένα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἀπασχολοῦν τόσο ἔντονα οἱ δικές του ἁμαρτίες, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Ἀναγνωρίζει τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ προσευχή, ἡ ταπεινὴ προσευχή. Αὐτὴν τὴν ταπεινὴ προσευχή εἶχαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸ Γεροντικό: Ὁ ἅγιος Ἀντώνιος πειράχθηκε ἀπὸ τὸν λογισμὸ νὰ ζητήση ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μάθη σὲ τὶ μέτρα πνευματικότητας ἔφθασε. Ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἀνώτερός του ἦταν ἕνας τσαγκάρης στὴν Ἀλεξάνδρεια. Σύντομα ὁ ἅγιος τὸν ἐπισκέφθηκε καὶ τὸν ρώτησε τί κάνει στὴ ζωή του. Ἐκεῖνος μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι ἐπάνω στὰ παπούτσια ποὺ διόρθωνε τοῦ εἶπε: -Δὲν ξέρω, ἀββᾶ μου, νὰ ἔχω κάνει ποτὲ κανένα καλό. Κάθε πρωῒ σηκώνομαι, κάνω τὴν προσευχή μου καὶ ἀρχίζω τὴ δουλειά μου. Λέω ὅμως πρῶτα στὸν λογισμό μου, πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτὴ τὴν πόλη, ἀπὸ τὸν πιὸ μικρὸ ὡς τὸν πιὸ μεγάλο, θὰ σωθοῦν καὶ μόνον ἐγὼ θὰ καταδικασθῶ γιὰ τὶς πολλὲς μου ἁμαρτίες. Κι ὅταν τὸ βράδυ πάω νὰ πλαγιάσω, πάλι τὸ ἴδιο συλλογίζομαι.
Αὐτὴ ἦταν ἡ ταπεινή προσευχή, ποὺ ἔκανε ὁ τσαγκάρης τῆς Ἀλεξάνδρειας. Κι  ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, σηκώθηκε γεμάτος θαυμασμό, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τοῦ εἶπε μὲ συγκίνηση. -Ἐσύ, ἀδελφέ μου σὰν καλὸς ἔμπορος κέρδισες τὸν πολύτιμο μαργαρίτη  μὲ πολὺ μικρὸ κόπο.
Κι ἐμεῖς, οἱ χριστιανοὶ τοῦ 21ου αἰώνα, τὶ νὰ κάνουμε; Νὰ ἐφαρμώσουμε  τὴν συμβουλὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς τὴν δίνει μὲ τὴ παραβολή τοῦ τελώνου καὶ του φαρισαίου. Κι αὐτὴ διασώζεται στὴ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μὲ τὸν ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ μᾶς προτρέπει: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί. Ὁ γὰρ ἑαυτὸν ὑψῶν ταπεινωθήσεται. Ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες, Ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεός τοῖς ἁμαρτωλοῖς».  Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Α. Γ. Μ.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς.


Τί αξία έχει αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά; Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού, εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του;

Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους εάν ο Θεός κρύβεται;
Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του, εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους;

Όχι. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπερασμένους από τον Θεό ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδίες των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτα, αν
δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει.

Τί είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού.
Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα, τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου, όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού;

Πώς θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή;
Πώς οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέσει να πείσουν;


Πώς θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς. Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στον θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση. Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός μας, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου.
Ο Θεός είναι αυτός που είναι, είτε εμείς τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε.Ο Θεός θα υπάρχει , φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα, και τότε που οι ακτίνες του ηλίου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη,και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών...

Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού και της Θείας του Οικονομίας θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα απ' όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει αρχή και τέλος δεν μπορεί να αφήσει το επίγειο σπίτι του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του,των οποίων η αρχή και το τέλος σχεδόν συναντιόνται σε ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μία κουκκίδα.
Δεν είναι ο άνθρωπος φερέγγυος αλλά ο Θεός και πιστός εγγυητής της Βασιλείας της αγάπης στη γη...

Από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ.Εν πλω.
 
Δάφνη
     

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Ο Απόστολος της Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2017

(Β´ Κορ. στ´ 16- ζ´ 1)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ». Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλώσσα
Ἀδελφοί, ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε· Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος· Φύγετε μακριὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ξεχωρίστε. Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος. ᾿Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2017 – ΙΖ´ Ματθαίου (Χαναναίας)


(Ματθ. ιε´ 21-28)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ᾿Ελέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ῾Ο δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ᾿Απόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ. ῾Η δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ῾Η δὲ εἶπε· Ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ῏Ω γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλώσσα
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἔφυγε ὁ ᾿Ιησοῦς γιὰ τὴν περιοχὴ τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδώνας. Τότε μιὰ γυναίκα Χαναναία βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς περιοχῆς ἐκείνης καὶ τοῦ φώναζε δυνατά· «᾿Ελέησέ με, Κύριε, Υἱὲ τοῦ Δαβίδ. ῾Η θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιο». Αὐτὸς δὲν τῆς ἀπαντοῦσε λέξη. Τὸν πλησίασαν τότε οἱ μαθητές του καὶ τὸν παρακαλοῦσαν· «Διῶξε την, γιατὶ μᾶς ἀκολουθεῖ καὶ φωνάζει». ῾Ο ᾿Ιησοῦς εἶπε· «῎Εχω ἀποσταλεῖ μόνο γιὰ τοὺς πλανεμένους ᾿Ισραηλίτες». ᾿Εκείνη ὅμως ἦρθε καὶ τὸν προσκύνησε λέγοντας· «Κύριε, βοήθησέ με». Αὐτὸς τῆς ἀποκρίθηκε· «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρει κανεὶς τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ πετάξει στὰ σκυλιά». «Ναί, Κύριε», εἶπε ἐκείνη, «ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους». Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς τῆς ἀπάντησε· «Μεγάλη εἶναι ἡ πίστη σου, γυναίκα! ῍Ας γίνει ὅπως τὸ θέλεις». Κι ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα γιατρεύτηκε ἡ θυγατέρα της.

 http://synodoiporia.gr/

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΖ΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Μτθ. ιε΄ 21-28)
«Ὧ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστης»
Ὁ ἀβάσταχτος πόνος γιὰ τὴν ἀρρώστεια τοῦ παιδιοῦ της ἔκανε τὴ δυστυχισμένη Μητέρα νὰ πάρει τοὺς δρόμους μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ της πρὸς ἀναζήτηση τῆς τελευταίας της ἐλπίδος, τοῦ Ἰησοῦ. Τὸν συνάντησε στὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος καὶ μόλις ἀτένισε τὴν φιλεύσπλαχνη μορφὴ του ἔβγαλε σπαρακτικὲς φωνὲς καὶ κραυγὲς πόνου: «Ἐλέησόν με Κύριε, υἱὲ Δαβίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Τὸν παρακαλεῖ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς της. Δὲν ἀντέχει ἄλλο νὰ βλέπει τὸ κορίτσι της νὰ τυραννεῖται ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Εἶχε γυρίσει ὅλους τους γιατρούς, εἶχε ξοδέψει ὅλη της τὴν περιουσία μὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὴν βοηθήσει. Ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὶς ἐγκόσμιες δυνάμεις καταφεύγει στὸν Ἰησοῦ μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ τὴν θεραπεύσει.
 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως σιωπᾶ. Προσποιεῖται τὸν ἀδιάφορο. Δὲν τῆς δίδει καμμιὰ σημασία. «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Ἐκείνη ὅμως τρέχει πίσω του καὶ φωνάζει μέχρι τέτοιου σημείου, ὥστε οἱ μαθηταὶ βλέποντας τὴ σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ νομίζοντας ὅτι προέρχεται ἀπὸ περιφρόνηση καὶ ἀδιαφορία πρὸς τὴν ἐνοχλητικὴ γυναίκα, τὴν ἐπιτιμοῦν, τὴν ἐμποδίζουν νὰ τὸν πλησιάσει καὶ μὴ μπορώντας νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν πεισματικὴ ἐπιμονὴ της καταφεύγουν στὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ λέγουν: «ἀπόλυσον αὐτὴν ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Δὲν μποροῦσαν οἱ ἁπλοϊκοὶ μαθηταὶ νὰ καταλάβουν τὴ στάση τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὴ σιωπή Του. Καὶ ὁ Ἰησοῦς στὴν ὁρμητικὴ πίστη τῆς Χαναναίας γίνεται πιὸ σκληρός. Δοκιμάζει τὴν ἀντοχή της. Τὴν ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους χρησιμοποιώντας τὸ ἴδιο τὸ ἐπιχείρημα τῶν Ἰουδαίων. «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ἐκείνη δὲν προσβάλλεται, γονατίζει πιὸ βαθειά, τὸν προσκυνεῖ καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς της τὸν παρακαλεῖ νὰ τὴ βοηθήσει: «Κύριε βοήθει μοι» φωνάζει. Ὁ Ἰησοῦς συνεχίζει νὰ τηρεῖ σκληρὴ στάση ἀπέναντί της. Τὴν ταπεινώνει. Τὴν ὀνομάζει σκυλί. Ἐκείνη παραδέχεται ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ λαὸ τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν δικαίων καὶ διακηρύττει ὅτι εἶναι ἕνα σκυλί, ἀλλὰ σκυλὶ στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ τρώει τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ κυρίου της: «Ναὶ Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Ὅπως τὰ σκυλιὰ ἱκετευτικὰ περιμένουν ψυχία ἀπὸ τὰ πλούσια τραπέζια τῶν κυρίων τους ἔτσι κι ἡ Χαναναία περιμένει ψίχουλα τοῦ θείου ἐλέους. Τότε ὁ Ἰησοῦς συγκινημένος ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἐπιμονή της διακόπτει τὴ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἀναφωνεῖ: «Ὧ γύναι μεγάλη σου ἡ πίστις! γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις». Καὶ ὅπως καταλήγει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ἀμέσως θεραπεύθηκε ἡ θυγατέρα της· καὶ «ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».
Ἡ σημερινὴ Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς διδάσκει τρόπο προσευχῆς. Ἐκθέτει στὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τὸ πρόβλημά της καὶ παρακαλεῖ νὰ τὴν ἐλεήσει. Ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει τὸν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῆς θλίψεώς της καὶ ἐπαφίεται στὴν ἀγάπη Του. Δὲν ζητεῖ τὴ θεραπεία τῆς κόρης της. Ζητεῖ τὸ ἔλεος καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στὴ δοκιμασία της. Ἔτσι πρέπει νὰ προσεύχεται κάθε χριστιανός. Ν’ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ λέγει: «Κύριε ὡς οἶδας καὶ ὡς θέλεις ἐλέησον μέ». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἀκόμα κι ἂν δὲν φέρει τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα, συγκρατεῖ τὸν πιστὸ σὲ πλήρη ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ζητᾶ ὁ ἄνθρωπος νὰ τοῦ γίνει ὅ,τι κρίνει ὠφέλιμο ὁ Θεός. Ἐπαφίεται στὰ χέρια του, παραδίνεται στὴν ἀγάπη του καὶ πιστεύει ὅτι κάθε συνέχεια εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ Ἐκεῖνον καὶ συντελεῖ στὴ σωτηρία. Ὅταν στὴν ὥρα τῶν δοκιμασιῶν μας λέμε: «Κύριε γενηθήτω τὸ θέλημά σου» πολὺ σύντομα θ’ ἀκούσουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό: «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».
Στὴν προσευχὴ τῆς Χαναναίας ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε. Ἐδοκίμαζε τὴν πίστη της. Κι ἄλλες φορὲς σὲ ἱκετευτικὲς κραυγὲς ὁ Θεὸς σιωποῦσε. Στὶς πολύχρονες προσευχὲς τοῦ Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας ὁ Θεὸς σιωποῦσε. Στὶς ἀγωνιώδεις ἱκεσίες τῆς διωκόμενης Ἐκκλησίας ὁ Χριστὸς σιωποῦσε. Μὲ τὴ σιγὴ του προετοίμαζε τὸν θριάμβο τῆς δυνάμεώς του. Καὶ ὅπως τὴ σιγὴ τοῦ τάφου διεδέχθη ὁ θρίαμβος τῆς Ἀναστάσεως ἔτσι καὶ κάθε περίοδο σιωπῆς του διαδέχεται μία λαμπρὴ περίοδος δόξης καὶ μεγαλείου. Μὴ ἀδημονοῦμε στὶς αἰτήσεις μας πρὸς τὸ Θεό. Ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα ὁ Θεὸς θὰ μιλήσει. Ἐμεῖς ἂς περιμένουμε «διὰ πάσης προσευχῆς καὶ δεήσεως προσευχόμενοι καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο ἀγρυπνοῦντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει…»  (Ἐφεσ. στ΄ 18).
Εἴμαστε ὅμως βιαστικοὶ καὶ ἀνυπόμονοι. Θέλουμε νὰ μᾶς ἀπαντήσει ἀμέσως ὁ Θεός. Κι ἂν περάσει λίγος χρόνος σιωπῆς Του τὸν ἐγκαταλείπουμε καὶ ἀναζητᾶμε ἄλλους τρόπους θεραπείας τῆς ἀνάγκης μας. Ἀξιοθρήνητες περιπτώσεις συναντᾶμε καθημερινὰ στὴ ζωή μας. Ἄνθρωποι ἀπογοητευμένοι ἀπὸ τὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ δὲν παίρνουν ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦν, ἐγκαταλείπουν τὴν Ἐκκλησία καὶ καταφεύγουν σ’ ἄλλες δυνάμεις, στὰ μέντιουμ, στὰ μάγια, στὴν παραψυχολογία, στὸν πνευματισμὸ προκειμένου ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ μία δοκιμασία. Δὲν προσκαρτεροῦν. Δὲν περιμένουν μὲ ταπεινοφροσύνη. Τοὺς λείπει ἡ πίστη. Δὲν ἀφήνουν τὴν τύχη τους στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ παγιδεύονται στὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου ἀπὸ τὰ ὁποία γιὰ νὰ βγοῦν χρειάζεται πόνος καὶ κόπος πολύς.
Ἀδελφοί μου,
ὁ καθημερινὸς ἀγώνας μὲ τὸν πόνο γιὰ κάθε ἄνθρωπο εἶναι μεγάλο μαρτύριο. Στὴ μάχη αὐτὴ πολλὲς φορὲς γονατίζουμε. Εἴμαστε ἀδύναμοι καὶ πνευματικὰ ἀσθενικοί. Δὲν θὰ πρέπει ὅμως νὰ ἀπογοητευόμαστε ἀπὸ τὴν ὁρμὴ τῆς καταιγίδας. Ἔχουμε τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς. Ἄς ἀφεθοῦμε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ κι ἄς ἀκολουθήσουμε τὸ δρόμο ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑποδεικνύει μὲ τὸ στόμα τῶν Ἀποστόλων. Ἀμήν.

π. Δ.Χ.Χ.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...