…Ο διάβολος έκανε στους πρωτοπλάστους
και κάνει διαρκώς στους ανθρώπους ψευδείς και δόλιες εισηγήσεις με σκοπό να τους
παραπλανήσει και να τους απομακρύνει από τη ζωοποιό , σωστική, αγιοποιό και
θεοποιό χάρη του Θεού και τελικά να τους οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή, στο
σκότος το εξώτερον».
Σ’ αυτό το σκοτάδι που
βασιλεύει έξω από τη βασιλεία του Θεού, γιατί στερείται πλέον των προϋποθέσεων
εκείνων που χρειάζονται για να δουν το φως της αιώνιας βασιλείας του Θεού κι
όχι γιατί ο Θεός τους καταδικάζει σ’ αυτό τιμωρώντας τους. Η Γραφή χρησιμοποιεί
εκφράσεις που ανταποκρίνονται στο μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων της εποχής και
όχι μόνο. Όταν ο άνθρωπος αναγεννηθεί «εξ ύδατος και Πνεύματος» και δια της πνευματικής
ασκήσεως και μετοχής στα υπερφυή μυστήρια της Εκκλησίας αποκτά την ικανότητα να
κατανοήσει το πραγματικό και βαθύτερο νόημα των λέξεων, όπως το ερμηνεύουν οι
Άγιοι πατέρες στα θεόσοφα συγγράμματά τους. Στην ουσία η τιμωρία των αμαρτωλών
είναι αυτοτιμωρία, αυτοκαταστροφή, και την επιτρέπει ο Θεός προς όφελος των ίδιων των αμαρτωλών
και των υπολοίπων. Στην περίπτωση των πρωτοπλάστων η τιμωρία έγινε , για να μη
παραμείνει ο θάνατος αιώνιος, «ἵνα μὴ ἀθάνατον
ᾖ τὸ κακόν». Οι
πρωτόπλαστοι εξορίσθηκαν από τον Παράδεισο της τρυφής και ο Θεός «ἔταξε
τὰ
Χερουβὶμ
καὶ τὴν
φλογίνην ῥομφαίαν
τὴν
στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν
τοῦ
ξύλου τῆς
ζωῆς», για
να μην επιστρέψουν και φάνε από τον καρπό του δέντρου της ζωής και ζήσουν
αιώνια μέσα στην κόλαση της φθοράς και του θανάτου. Συνεπώς η εξορία τους από
τον παράδεισο και ο θάνατος ήταν για το καλό τους και όχι προς τιμωρία τους.
Αλλά τι κακό και η αμαρτία
συνεχίσθηκε. Πολύ γρήγορα έπεσαν στην ασέλγεια , στη μοιχεία και την πορνεία,
γι’ αυτό και ο Θεός είπε: «Οὐ
μὴ καταμείνη
τὸ πνεῦμα μου
ἐν αὐτοῖς
διὰ τὸ εἶναι
αὐτοὺς σάρκας» .Και
ακολούθησε ο κατακλυσμός των υδάτων και «. Καὶ ἀπέθανε
πᾶσα σάρξ κινουμένη ἐπὶ τῆς
γῆς τῶν πετεινῶν, καὶ τῶν κτηνῶν, καὶ τῶν θηρίων, καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς
γῆς, καὶ πᾶς ἄνθρωπος». Η αλαζονεία της αυτοθεώσεως πέρασε στην
αλαζονεία της υστεροφημίας. Οι απόγονοι του Αδάμ θέλησαν να οικοδομήσουν πόλη
και πύργο, του οποίου η κορυφή να φθάνει στο ύψος του ουρανού, προτού
διασπαρούν σε όλη τη γη και το όνομά τους να παραμείνει αιώνια. Η αντίδραση του
Θεού στην εωσφορική αυτή αλαζονεία των ανθρώπων ήταν άμεση . Είπε: «Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς». Αργότερα οι κάτοικοι των
Σοδόμων και Γομόρρων απεμακρύνθησαν τόσο πολύ από τον Θεό, ώστε εθεοποίησαν την
σαρκική ηδονή και τις γενετήσιες
διαστροφές. Αυτό που λέμε σήμερα ομοφυλοφιλία και λεσβιασμό. Παλιότερα τον
λέγαμε σοδομισμό. Σήμερα όλες οι σαρκικές διαστροφές και αμαρτίες καλύπτονται
κάτω από το κάλυμμα της φιλίας και αγάπης,
του έρωτος. Σήμερα όλες οι γενετήσιες διαστροφές ονομάζονται ιδιαίτερος προσωπικός τρόπος ζωής, που θέλει
να προστατεύεται από την κρατική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και την Αρχή Προστασίας
Προσωπικών Δεδομένων. Ο Θεός ,όμως, αντιθέτως προς τις σημερινές αντιλήψεις των
αλλοτριωμένων από Αυτόν ανθρώπων, επενέβη τιμωρητικά στα Σόδομα και τα Γόμορρα.
«Καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς» …
… Η πλεονεξία και η φιλαργυρία
την οποία ο απ. Παύλος εξισώνει με την ειδωλολατρία είναι η αιτία της σημερινής
οικονομικής κρίσεως. Η σημερινή οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της πλεονεξίας
και απληστίας, του θησαυρισμού, του υπερβολικού και αμαρτωλού κέρδους, διότι
λέγει «τὸ
περισσὸν
ἐκ
τοῦ πονηροῦ ἐστι» .
Τραπεζίτες και λαός , επιχειρηματίες και εργαζόμενοι, άρχοντες και αρχόμενοι έχουν
διαγράψει από τη ζωή τους τον Θεό. Δεν πιστεύουν στην Πρόνοια του Θεού. Θεός τους
είναι το χρήμα, το κέρδος. Η απιστία, η ηθική και πνευματική πτωχεία φέρνει την
απληστία και την πλεονεξία και αυτή με τη σειρά της φέρνει την οικονομική κρίση.
Οι Άγιοι Απόστολοι του Χριστού ήσαν πάμπτωχοι οικονομικά, , αλλά ήσαν
πάμπλουτοι πνευματικά. Έτσι ήσαν «ὡς
πτωχοὶ, πολλοὺς δὲ
πλουτίζοντες, ὡς
μηδὲν ἔχοντες
καὶ πάντα
κατέχοντες». Η προσκόλληση στα υλικά πράγματα είναι καθαρή
ειδωλολατρία. Ο Κύριος λέγει ότι «πάντα ταῦτα
τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ·»…
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ»
Αρχιμανδρίτου Τιμοθέου
(Τζιαβάρα)
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2010
![Φωτογραφία: Nα λες συνέχεια † Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με †
Διάλογος ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη:
- Πάτερ Εφραίμ, γέροντά μου, λέω την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
- Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος, και καίγεται, και φεύγει.
- Ε, καλά παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;
- Και βεβαίως θέλω!
- Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει ένα θαύμα να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. Αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» που στην οποίαν ευχή αναφέρονται όλα τα πατερικά μας βιβλία. Και ειδικότερα βέβαια η φιλοκαλία.
Έκανε προσευχή ο γέροντας, έκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο με λίγο νερό.
- Έλα δω παιδί μου τώρα, του λέει, ύστερα από τις τρείς ημέρες, του έδωσε ένα καλάθι – ξέρετε τι ήταν τα καλάθια; – και
- Πήγαινε να το γεμίσεις νερό.
- Γέροντα, λέει, με συγχωρείς. Τα μυαλά τα έχω. Το λογικό το έχω, πώς θα γεμίσει αυτό νερό; Γεμίζει το καλάθι νερό; Βρέχεται, ναι, αλλά να γεμίσει νερό;
- Καλά παιδί μου, του λέει, δεν ήθελες να δεις ένα θαύμα;
Λέει:
- Μάλιστα.
- Ε, και να δεις τι δύναμη έχει η ευχή; Το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» τι δύναμη έχει; Γιατί την παντοδυναμία της ευχής την παίρνει απ’ τον παντοδύναμο Θεό, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι και σωτήρας του κόσμου, αλλά είναι και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Δε θέλεις να τη δεις;
- Πώς, πώς, πώς!
- Ε, κάνε αυτό που λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή. Θα πάς και θάρθεις χωρίς να την διακόψεις καθόλου. Θα λες συνέχεια «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
- Νά ‘ναι ευλογημένο.
Πάει λοιπόν στο δρόμο, περπατάει να πάει μέχρι την, εκεί που ήταν το νερό,
- «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω.
Το νερό γεμίζει το καλάθι! Και το καλάθι δεν τρέχει!
Δεν βγάζει ούτε από τα πλάγια, ούτε από κάτω σταγόνα νερό. Συνέχεια όμως, δεν διακόπτει την ευχή και τη λέει.
- «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Εννοείται βέβαια ότι ο γέροντας, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, στο κελάκι του προσηύχετο για να δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγιό του. Το γέμισε το καλάθι. Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν, να το δείξει στον γέροντά του. Να του πει δηλαδή ότι «Γέροντα, το καλάθι γέμισε νερό, και δεν τρέχει».
Στον δρόμο λοιπόν πηγαίνοντας αυτά τα πενήντα μέτρα, φανερώνεται ο διάβολος, αλλά με ανθρώπινη μορφή. Σαν καλόγεροι, σαν καλόγερος. Του λέει:
- Καλόγερε, του λέει, πού πάς;
- Πάω στο γέροντά μου.
- Πώς σε λένε;
- Γεώργιο.
- Πόσα χρόνια έχεις εδώ;
Λέει «πέντε – έξι».
- Και τι δουλειά κάνεις; Τι διακόνημα έχεις;
- Φτιάχνουμε σφραγίδια.
Με τον διάλογο, αδειάζει το καλάθι και το νερό φεύγει από κάτω ολόκληρο. Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή. Πήγε στο γέροντά του με άδειο το καλάθι.
- Τι συμβαίνει παιδί μου; Γιατί μου φέρνεις το καλάθι άδειο;
- Γέροντα έτσι και έτσι.
- Αααα. Άφησες την ευχή παιδί μου. Και έπιασες διάλογο και διάλογο με αυτόν που φαινόταν σαν καλόγερος αλλά δεν ήταν καλόγερος, αλλά ήταν ο διάβολος. Εάν δεν του μιλούσες, το καλάθι θα ήταν γεμάτο νερό. Τώρα όμως που μίλησες και άφησες την ευχή, έφυγε το νερό. Βλέπεις λοιπόν, όταν έλεγες και όσο έλεγες την ευχή το καλάθι κρατούσε το νερό. Όταν τη σταμάτησες και άρχισες την αργολογία σου, έφυγε το νερό. Η προσευχή, το κομποσκοίνι με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η ελεημοσύνη, η πνευματική, διότι το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» είναι πνευματική ελεημοσύνη, νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη απ’ αυτό το έλεος του Θεού [δηλ. το έλεος του Θεού μπορεί να σβήσει κάθε δική μας αμαρτία]. Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο Γέρων Ιωσήφ, ο όσιος, μας είχε πει ότι όχι μόνον με τη Θεία Λειτουργία, αλλά και με το κομποσχοίνι, με τη λεγομένη νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», βγάζεις ψυχές απ’ την Κόλαση και τις βάζεις στον Παράδεισο. Προσευχότανε ο γέροντας Ιωσήφ αρκετόν καιρό, και στο τέλος, όπως μας είπε, είδε όραμα που η ψυχή του είπε «Μεγάλη μου η μέρα σήμερα, πηγαίνω στο καινούργιο μου σπίτι, και αυτό το οφείλω σε σένα». Έτσι λοιπόν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ](https://fbcdn-sphotos-h-a.akamaihd.net/hphotos-ak-ash4/c0.0.403.403/p403x403/319362_274514069320935_827389601_n.jpg)










