Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 13 Μαΐου 2018

Κατά Ιωάννη Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο Θ'(9) 1-38

Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.
καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;
ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.
ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.
Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.
ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.
εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.
ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.
ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.
λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.
οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος
καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;
ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·
πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.
ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.
διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.
ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.
ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.
εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;
ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.
οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.
ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.
εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.
ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.
῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;
εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.
ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού

Και περπατώντας εκεί κοντά είδε έναν άνθρωπο τυφλό εκ γενετής.
Και τον ρώτησαν οι μαθητές του, λέγοντας: «Ραβί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;»
Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε έτσι, για να φανερωθούν τα έργα του Θεού σ’ αυτόν.
Εμείς πρέπει να κάνουμε τα έργα εκείνου που με έστειλε ωσότου είναι ημέρα. Έρχεται νύχτα που κανείς δε δύναται να εργάζεται. 5 Όσο είμαι στον κόσμο, είμαι φως του κόσμου».
Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω και έκανε πηλό από το πτύελο και επέχρισε τον πηλό στα μάτια του
και του είπε: «Πήγαινε, νίψου στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ» που ερμηνεύεται, “Αποσταλμένος”. Έφυγε, λοιπόν, και νίφτηκε και ήρθε βλέποντας.
Οι γείτονες, τότε, και εκείνοι που τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν ζητιάνος έλεγαν: «Αυτός δεν είναι εκείνος που καθόταν και ζητιάνευε;»
Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι». Άλλοι έλεγαν: «Όχι, αλλά είναι όμοιος με αυτόν». Εκείνος έλεγε: «Εγώ είμαι».
Τον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς τότε σου ανοίχτηκαν τα μάτια;»
Εκείνος αποκρίθηκε: «Ο άνθρωπος που λέγεται Ιησούς έκανε πηλό και μου επέχρισε τα μάτια και μου είπε: “Πήγαινε στο Σιλωάμ και νίψου”. Όταν πήγα λοιπόν και νίφτηκα, βρήκα το φως μου».
Τότε του είπαν: «Πού είναι εκείνος;» Τους λέει: «Δεν ξέρω».
Φέρνουν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον άλλοτε τυφλό.
Ήταν τότε Σάββατο η ημέρα κατά την οποία ο Ιησούς έκανε τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια.
Πάλι λοιπόν τον ρωτούσαν και οι Φαρισαίοι πώς βρήκε το φως του. Εκείνος τους είπε: «Πηλό μου έθεσε πάνω στα μάτια, και νίφτηκα και βλέπω».
Έλεγαν τότε μερικοί από τους Φαρισαίους: «Δεν είναι από το Θεό αυτός ο άνθρωπος, γιατί το Σάββατο δεν τηρεί». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαυματουργικά σημεία;» Και υπήρχε σχίσμα ανάμεσά τους.
Λένε τότε πάλι στον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν, επειδή σου άνοιξε τα μάτια;» Εκείνος είπε: «Είναι προφήτης».
Δεν πίστεψαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι γι’ αυτόν ότι ήταν τυφλός και βρήκε το φως του, ωσότου φώναξαν τους γονείς αυτού που βρήκε το φως του
και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν βλέπει τώρα;»
Αποκρίθηκαν τότε οι γονείς του και είπαν: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας και ότι γεννήθηκε τυφλός.
Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια εμείς δεν ξέρουμε. Αυτόν ρωτήστε, έχει ώριμη ηλικία, αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του».
Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους άρχοντες. Γιατί ήδη είχαν συμφωνήσει οι Ιουδαίοι, αν κάποιος τον ομολογήσει Χριστό, να γίνει αποσυνάγωγος.
Γι’ αυτό οι γονείς του είπαν: «Έχει ώριμη ηλικία, αυτόν επερωτήστε».
Φώναξαν λοιπόν για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Δώσε δόξα στο Θεό. εμείς ξέρουμε άτι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός».
Εκείνος τότε αποκρίθηκε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω. ένα ξέρω, ότι ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω».
Είπαν λοιπόν σ’ αυτόν: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;»
Αποκρίθηκε σ’ αυτούς: «Σας το είπα ήδη και δεν ακούσατε. γιατί πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως κι εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;»
Τότε τον έβρισαν και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς όμως είμαστε μαθητές του Μωυσή.
Εμείς ξέρουμε ότι στο Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, αλλά αυτός δεν ξέρουμε από πού είναι».
Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Σ’ αυτό βρίσκεται πράγματι το θαυμαστό σημείο: εσείς δεν ξέρετε από πού είναι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια.
Ξέρουμε ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κάποιος είναι θεοσεβής και το θέλημά του κάνει, αυτόν ακούει.
Από την αρχή του αιώνα δεν ακούστηκε ότι κάποιος άνοιξε τα μάτια σ’ έναν που έχει γεννηθεί τυφλός.
Αν δεν ήταν αυτός από το Θεό, δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα».
Αποκρίθηκαν και του είπαν: «Εσύ γεννήθηκες όλος μέσα σε αμαρτίες, κι εσύ διδάσκεις εμάς;» Και τον πέταξαν έξω.
Άκουσε ο Ιησούς ότι τον πέταξαν έξω και, αφού τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του ανθρώπου;»
Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;»
Του είπε ο Ιησούς: «Και τον έχεις δει και είναι εκείνος που μιλάει μαζί σου».
Αυτός είπε: «Πιστεύω, Κύριε». Και τον προσκύνησε.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ – 13 ΜΑΪΟΥ 2018

imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ  ΤΥΦΛΟΥ
(Ἰω. 9, 1-38)

Δὲν εἶναι τόσο ἡ θεραπεία τοῦ «ἐκ γενετῆς τυφλοῦ», ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ποὺ μᾶς ἐντυπωσιάζει στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση, ὅσο ἡ προσπάθεια τῶν Φαρισαίων νὰ ἀρνηθοῦν τό θαῦμα. Ἡ ἴαση  τοῦ τόσο γνωστοῦ στὴν Ἱερουσαλὴμ τυφλοῦ ἔχει συγκινήσει τὰ πλήθη, ὅμως οἱ Φαρισαῖοι ἀνησυχοῦν. Παρὰ τὴ θρησκευτικὴ μόρφωση καὶ τὴν κοινωνική τους θέση, δείχνουν μιὰ φοβερὴ ἀνικανότητα νὰ δοῦν καὶ νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἀλήθεια.  Φοβοῦνται μήπως ὁ λαὸς ἀκολουθήσει τόν Ἰησοῦ καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιδιώκουν  μὲ κάθε τρόπο νὰ σκεπάσουν τὴν πραγματικότητα.
Λίγο πρὶν ἀπὸ τό θαῦμα εἶχαν σηκώσει πέτρες νὰ λιθοβολήσουν τόν Χριστό καὶ τώρα τόν κατηγοροῦν ὅτι παραβίασε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἐπειδή, τάχα, ἔκανε λίγο πηλὸ καὶ θεράπευσε ἕνα δυστυχισμένο. Κατόπιν καλοῦν τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ,  τούς ρωτοῦν καὶ τούς ξαναρωτοῦν, ἐλπίζοντας νὰ πάρουν κάποια  λέξη  καὶ νὰ βροῦν πάτημα γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν ἄρνηση τους.
Καθὼς ὅμως τὰ γεγονότα παραμένουν ἀτράνταχτα ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας τους, φοροῦν τό προσωπεῖο τῆς εὐσέβειας, παίρνουν σοβαρὸ ὕφος καὶ δῆθεν συμβουλεύουν τόν θεραπευθέντα: «Δόξασε τόν Θεό. Ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς». Ἀλλὰ ὅταν βλέπουν ὅτι ὁ τυφλὸς δὲν ὑποκύπτει στὶς δόλιες συμβουλές τους, πετοῦν τὴ μάσκα τῆς εὐσέβειας καὶ  ἐπιστρατεύουν  τόν  χλευασμό. «Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν», σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής.
Τελικά, ντροπιασμένοι ἀρχίζουν τό ὑβρεολόγιο καὶ καταφεύγουν στὴ βία. «Ἐσὺ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ σὺ μᾶς διδάσκεις»; Καὶ τόν ἔβγαλαν ἔξω. Διαστρέβλωση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν γεγονότων, τρομοκρατία, χλευασμός, ὕβρεις, διωγμός, μανία. Νὰ οἱ διαδοχικὲς φάσεις μιᾶς τακτικῆς, ποὺ τὴν κινεῖ ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ προκατάληψη. Ὅταν λείπει ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἀκόμη  καὶ τὰ πιὸ χιλιομαρτυρημένα γεγονότα ἀμφισβητοῦνται.
Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ τακτικὴ δὲν ἔμεινε μονοπώλιο τῶν Φαρισαίων. Ἀλλάζοντας προσωπεῖα ἐξακολουθεῖ νὰ χτυπᾶ τὴν ἀλήθεια, νὰ πολεμᾶ τόν Χριστὸ καὶ τούς ἀνθρώπους Του. Συχνὰ βλέπουμε καὶ στὶς μέρες μας πολλοὺς νὰ ζητοῦν νὰ παρερμηνεύουν τὶς πιὸ ἁγνὲς προθέσεις, νὰ συκοφαντήσουν τὶς εὐγενικὲς πράξεις. Ὁρισμένοι δὲν διστάζουν νὰ χαρακτηρίσουν τόν ἁγνὸ ἡρωϊσμὸ «φιλοδοξία», τὴ σύνεση «δειλία», τὴν πνευματικὴ δραστηριότητα «πολυπραγμοσύνη», τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἐπιείκεια «ἀδυναμία» καὶ «χαλαρότητα». Ἄλλοι βλέποντας κάποιον νὰ συμμετέχη σὲ ἔργα ἀγάπης, παίρνουν ὕφος προστατευτικό, γιὰ νὰ συμβουλεύσουν. Πίσω ἀπὸ κάθε ἔργο ἀγάπης βλέπουν συμφέροντα, σκοπιμότητες καὶ ἐκμετάλλευση.
Οἱ Φαρισαῖοι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου κρατοῦν μιὰ στάση ἐχθρικὴ ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ. Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν ἐχθρότητα τῶν ἰσχυρῶν καὶ τὴν ἐπιμονή τους νὰ λένε τό ἄσπρο μαῦρο καὶ τὴ μέρα νύχτα, οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ὅταν τούς κάλεσαν οἱ Φαρισαῖοι, γιὰ νὰ βεβαιώσουν ἂν πράγματι ὁ γιὸς τους ἦταν τυφλὸς καὶ ἂν γνωρίζουν κάτι γιὰ τό περιστατικό, δειλιάζουν. Δὲν ἔχουν ὄρεξη νὰ μπλέξουν μὲ τούς ἄρχοντες. Βλέποντας ὅτι βρίσκονται σὲ περιβάλλον ἐχθρικὸ προσπαθοῦν νὰ ξεφύγουν, γι’ αὐτὸ καὶ καταφεύγουν σὲ μιὰ ὑπεκφυγὴ προκειμένου νὰ μετατοπίσουν τὴν εὐθύνη. «Ἡλικία ἔχει, ρωτῆστε τον».
Ἡ στάση αὐτὴ τῶν γονέων δὲν ἔπαψε ἀπὸ τότε νὰ βρίσκη μιμητές. Πολλοί, μόλις βρεθοῦν σὲ περιβάλλον δυσμενές, ζητοῦν νὰ ἐξασφαλίσουν οὐδετερότητα. Καὶ ὅταν τούς ζητεῖται νὰ ποῦν μὲ εὐθύτητα τὴν ἄποψη τους, νὰ καταθέσουν τὴ μαρτυρία τους, κάνουν τό πᾶν γιὰ νὰ τό ἀποφύγουν, προσπαθώντας μὲ δικαιολογίες νὰ παρηγορήσουν τὴ συνείδηση τους.
Ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ἀγνοώντας τούς κινδύνους ποὺ διατρέχει μὲ τό νὰ ἐναντιωθῆ στοὺς Φαρισαίους,  κινδυνεύοντας ἀκόμη νὰ γίνη καὶ ἀποσυνάγωγος, ἀντιμετωπίζει μὲ θάρρος τὴν κατάσταση καὶ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια.
Σ’ ἕνα τέτοιο πλαίσιο τό θάρρος τοῦ ἥρωα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἀποδεικνύεται ἀκόμη πιὸ ἐπιβλητικό. Ἔστω κι ἂν μένη μόνος, στέκει ὁλόρθος μπροστὰ στὴν ἐμπάθεια τῶν Φαρισαίων καὶ μὲ γενναιότητα ἀντιμετωπίζει τὴ μικρότητά τους, θρυμματίζοντας μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὴ λογικὴ τὰ ἀλλοπρόσαλλα ἐπιχειρήματά τους.
Διαπιστώνοντας τὴν προκατάληψη καὶ τόν ὕπουλο τρόπο μὲ τόν ὁποῖο κινοῦνται, δὲν ὑποχωρεῖ ἀλλὰ μὲ θάρρος τονίζει τὴν ἄποψη του. «Σὺ τὶ λέγεις περὶ αὐτοῦ», τόν ρωτοῦν. «Ὁ δὲ εἶπεν, ὅτι προφήτης ἐστίν». Κατόπιν, ἐνῶ τό κῦμα τῆς δυσμένειας ὑψώνεται καὶ ἐνῶ βλέπει τό ἀνυποχώρητο πεῖσμα τους, δὲν χάνει τὴν ψυχραιμία του. Ἔχει μιὰ πεῖρα ζωῆς. Αὐτὴν ἐπικαλεῖται:  «Ἐὰν εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν ξέρω. Ἕνα πρᾶγμα ξέρω. Ὅτι ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα  βλέπω».
Καὶ στὴ συνέχεια, ἀπὸ τὴν ἄμυνα προχώρει στὴν ἐπιθέση. Χωρὶς θυμοὺς καὶ φλυαρίες, ἀλλὰ μὲ εὔστοχες ἀπαντήσεις καὶ παρατηρήσεις τούς λέει: «Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τό ἐκπληκτικό, ὅτι ἐσεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποὺ εἶναι, καὶ ὅμως μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια… Ἐὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦταν ἀπὸ τό Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνη τίποτα».
Ἡ θαρραλέα ἀντίσταση τοῦ πρώην τυφλοῦ στὸ πεῖσμα τῶν ἰσχυρῶν εἶναι ἕνας θαυμάσιος καθρέφτης, γιὰ νὰ ἐλέγξουμε σὲ αὐτὸν τὴν προσωπική μας στάση καὶ νὰ προχωρήσουμε σὲ μιὰ γενναία αὐτοκριτική. Ὅταν διαπιστώνουμε ἐμπαθῆ προκατάληψη στὸ περιβάλλον μας ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ φανερώσουμε τὶς πεποιθήσεις μας; Διατηροῦμε τὴν ψυχραιμία μας καὶ εἴμαστε εὔστοχοι στὰ λόγια μας, ἀκριβεῖς, ἀποδεικτικοί; Ὅταν πρόκειται νὰ μιλήσουμε γιὰ τόν Χριστό διαθέτουμε προσωπικὴ πεῖρα; Διότι, ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐσωτερική μας βεβαιότητα θὰ ἀντλῆ δύναμη ἡ παρρησία μας.
Ἡ γενναία στάση  τοῦ τυφλοῦ δὲν ἔμεινε ἁπλῶς μιὰ ἔκφραση  εὐγνωμοσύνης γιὰ ὅσα εἶχε δεχθῆ ἀπὸ τόν Χριστό, ἀλλὰ ἔγινε ἀφετηρία οὐσιαστικώτερης γνωριμίας τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτα τὰ σκαλοπάτια τὰ ὁποία ἀνεβαίνει καθὼς ἐξελίσσεται ἡ  σύγκρουση του μὲ τούς Φαρισαίους. Τὴν πρώτη φορὰ εἶπε: «Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς…», ἀργότερα τονίζει τὴ βεβαιότητά του «ὅτι προφήτης ἐστὶν». Τέλος, τόν βρίσκει πάλι ὁ Χριστός γιὰ νὰ τοῦ κάνη τό ἀποκαλυπτικὸ ἐρώτημα, «Σὺ πιστεύεις εἰς τόν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;». Καὶ ὁ πρώην τυφλὸς τότε κατορθώνει νὰ δὴ ὄχι μόνο τό ἐπίγειο, ἀλλὰ καὶ τό πνευματικὸ φῶς. «Πιστεύω Κύριε, καὶ προσεκύνησεν αὐτῶ».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ εἶναι πλούσια δοσμένες μέσα στὸ μυστικὸ Του σῶμα ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας, ὅλοι ἐμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἴμαστε μέλη. Γιὰ νὰ γίνουμε  ὅμως μέτοχοι τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ πρέπει πρῶτα νὰ θεραπευθοῦμε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τύφλωση. Σ’ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήση ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία θὰ μᾶς κάνη νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ ἀφήση νὰ μπῆ στὴν ψυχή μας τό φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ γίνουμε  μέτοχοι τῆς θείας δόξας. Ἀμήν.

π. Π.Ι.Β.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Άγιος Παΐσιος: Ο ουράνιος μισθός για την αναπηρία

 

Όταν έχουμε κάποια αναπηρία, αν κάνουμε υπομονή και δεν γκρινιάζουμε, τότε έχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί όλοι οι ανάπηροι αποταμιεύουν. Ένας κουφό αυτί, ένας τυφλός από το τυφλό μάτι, ένας κουτσός από το κουτσό πόδι. Είναι μεγάλη υπόθεση! Αν κάνουν και λίγο αγώνα κατά των ψυχικών παθών, θα έχουν να λάβουν και στεφάνια από τον Θεό. Βλέπεις, οι
ανάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξη, παίρνουν και παράσημα.
Όποιος έχει ομορφιά, λεβεντιά, υγεία, και δεν αγωνίζεται να κόψη τα ελαττώματά του, θα του πη ο Θεός: «Απήλαυσες στην ζωή σου τα αγαθά σου, την λεβεντιά σου! Τι σου χρωστώ τώρα; Τίποτε». Ενώ όποιος έχει μια αναπηρία – είτε έτσι γεννήθηκε, είτε την κληρονόμησε από τους γονείς του, είτε την απέκτησε αργότερα -, πρέπει να χαίρεται, γιατί έχει να λάβη στην άλλη ζωή. Όταν μάλιστα δεν έχη φταίξει, θα έχη καθαρό ουράνιο μισθό, χωρίς κρατήσεις. Δεν είναι μικρό πράγμα μια ολόκληρη ζωή να μην μπορή κάποιος λ.χ. να απλώση το πόδι του, να μην μπορή να καθήση, να μην μπορή να κάνη μετάνοιες κ.λπ. Στην άλλη ζωή ο Θεός θα του πη: «Έλα, παιδί μου, κάθησε πια αιώνια άνετα σ’ αυτήν την πολυθρόνα». Γι’ αυτό λέω, χίλιες φορές να είχα γεννηθή καθυστερημένος διανοητικά, τυφλός, κουφός, γιατί θα είχα να λάβω τότε από τον Θεό.Οι ανάπηροι, εάν δεν γογγύζουν, αλλά δοξολογούν ταπεινά τον Θεό και ζουν κοντά Του, θα έχουν την καλύτερη θέση στον Παράδεισο. Ο Θεός θα τους κατατάξη με τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες, που έδωσαν για την αγάπη του Χριστού τα χέρια και τα πόδια τους, και τώρα στον Παράδεισο φιλούν με ευλάβεια συνέχεια τα πόδια και τα χέρια του Χριστού.
– Και όταν, Γέροντα, κάποιος είναι λ.χ. κουφός και γκρινιάρης;
– Και τα μικρά παιδιά γκρινιάζουν. Ο Θεός σε πολλά δεν δίνει σημασία. Βλέπετε, οι καλοί γονείς αγαπούν όλα τα παιδιά τους εξίσου, αλλά δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αδύνατα ή τα ανάπηρα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός, ο Καλός μας Πατέρας, για τα παιδιά Του που είναι αδύνατα σωματικά ή πνευματικά, αρκεί αυτά να έχουν αγαθή διάθεση και να Του δίνουν το δικαίωμα να επεμβαίνη στην ζωή τους.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Η Παρθένος Σήμερον - Κοντάκιον



Ἦχος γ'. Η Παρθένος Σήμερον

Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Αγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι. Δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Απόδοση

Η Παρθένος σήμερα τον υπεράνω της ανθρώπινης φύσεως (Θεό) γεννάει, και η γη προσφέρει  τη σπηλιά στον απροσέγγιστο (Θεό). Οι Άγγελοι με τους βοσκούς δοξολογούνε, ενώ οι μάγοι περπαρούν στο δρόμο με το αστέρι. Γιατί  για εμάς γεννήθηκε ένα νέο παιδί, ο Θεός που υπάρχει πριν τη δημιουργια του κόσμου

Χριστός Γεννάται δοξάσατε


Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ευαγγελικό ανάγνωσμα Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017 Ι´ Λουκᾶ (Θεραπεία τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς).

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΓ´ 10 - 17
10 Ἦν δὲ διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι. 11 καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές. 12 ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· 13 καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. 14 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· Ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. 15 ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· Ὑποκριτά· ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; 16 ταύτην δὲ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; 17 καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ’ αὐτοῦ. 
10 Καποιο Σαββατο εδίδασκε εις μίαν από τας συναγωγάς. 11 Και ιδού είχε έλθει εκεί μία γυναίκα, η οποία ένεκα μοχθηράς επιδράσεως πονηρού πνεύματος, ήτο ασθενής δέκα οκτώ χρόνια, σκυμμένη συνεχώς, χωρίς καθόλου να ημπορή να σηκώση όρθιον το σώμα και την κεφαλήν της. 12 Οταν την είδε ο Ιησούς, της εφώναξε και της είπε· “γυναίκα, ελευθερώνεσαι από την ασθένειάν σου”. 13 Και έβαλεν επάνω της τας χείρας του. Και αμέσως εστάθηκε όρθια αυτή, απέκτησε δηλαδή την υγείαν της και εδόξαζε τον Θεόν. 14 Ο δε αρχισυνάγωγος αγανακτών, διότι ο Ιησούς εις ημέραν Σαββάτου εθεράπευσε, έλαβε τον λόγον και είπε στον λαόν· “εξ ημέραι είναι εκείναι, κατά τας οποίας πρέπει να εργαζώμεθα· εις αυτάς δε τας εργασίμους ημέρας να έρχεσθε και να θεραπεύεσθε και όχι κατά την ημέραν του Σαββάτου”. 15 Απεκρίθη τότε εις αυτούς ο Κυριος και είπε· υποκριτά, καθένας από σας κατά την ημέραν του Σαββάτου δεν λύει το βώδι του η τον όνον από την φάτνην του και πηγαίνει να το ποτίση; Αυτό δεν το θεωρείτε παράβασιν της αργίας του Σαββάτου, και πολύ ορθώς. 16 Αυτή δε, που είναι θυγάτηρ και απόγονος το Αβραάμ, την οποίαν ο σατανάς έδεσε δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν έπρεπε να λυθή από τον βαρύν και καταθλιπτικόν αυτόν δεσμόν κατά την ημέραν του Σαββάτου;” 17 Και ενώ ο Κυριος έλεγε αυτά, κατεντροπιάζοντο όλοι οι εχθροί του· αντιθέτως δε όλος ο λαός έχαιρε δι' όλα τα θαυμαστά έργα που εγίνοντο απ' αυτόν (διότι είχε ακόμη ο λαός άδολον την καρδίαν και ανεπηρέαστον από τας συκοφαντίας των Φαρισαίων).


10/12/2017 - Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακή

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ Ϛ´ 10 - 17
10 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καὶ ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. 11 ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· 12 ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. 13 διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι. 14 στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, 15 καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, 16 ἐν πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι· 17 καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ, 


 10 Λοιπόν, αδελφοί μου, γίνεσθε ισχυροί και δυνατοί πνευματικώς δια του Κυρίου και δια της ακατανικήτου αυτού δυνάμεως. 11 Ενδυθήτε όλα τα όπλα του Θεού, δια να ημπορήτε να αντισταθήτε εις τας δολίας και πονηράς μεθόδους και παγίδας του διαβόλου. 12 Διότι ο αγών, που έχομεν αναλάβει, δεν είναι αγών προς ανθρώπους με αίμα και σάρκα, αλλά προς τας πονηράς αρχάς και εξουσίας, προς τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, προς τους καταχθονίους κοσμοκράτορας, που κυριαρχούν επί ανθρώπων ευρισκομένων στο βαθύ σκότος του αμαρτωλού τούτου αιώνος. Ο αγών μας διεξάγεται αναντίον των πνευματικών αυτών πονηρών όντων και γίνεται χάριν της κληρονομίας της βασιλείας των ουρανών. 13 Δια τούτο πάρετε επάνω σας όλα τα όπλα, που δίνει ο Θεός, δια να ημπορέσετε να αντισταθήτε κατά την ημέραν των πονηρών πειρασμών και κινδύνων, και αφού εκτελέσετε με κάθε ακρίβειαν όλα τα καθήκοντά σας και νικήσετε, να σταθήτε σταθερά εις την θέσιν σας. 14 Σταθήτε, λοιπόν, ακλόνητοι στον αγώνα αυτόν, αφού ζωσθήτε την αλήθειαν, ωσάν την ζώνην που σφίγγουν εις την μέσην των οι πολεμισταί, δια να είναι ευκίνητοι, και ενδυθήτε σαν άλλον θώρακα την δικαιοσύνην, δια να είσθε απρόσβλητοι από τα βέλη της αδικίας και της ιδιοτελείας. 15 Και όπως οι πολεμισταί φορούν εις τα πόδια των υποδήματα, δια να τρέχουν με ασφάλειαν και ευκολίαν, και σεις φορέσατε την ετοιμασίαν, που απαιτεί το Ευαγγέλιον της ειρήνης, δια να κινήσθε με άνεσιν και δραστηριότητα. 16 Μαζή δε με όλα αυτά πάρετε επάνω σας και κρατείτε σταθεράν σαν άλλην ασπίδα την πίστιν, με την οποίαν θα ημπορέσετε να εξουδετερώσετε και σβήσετε όλους τους φλογοβόλους πειρασμούς του πονηρού, που ομοιάζουν με πύρινα βέλη. 17 Και δεχθήτε σαν άλλην περικεφαλαίαν την πεποίθησιν της σωτηρίας (δια να ασφαλίζετε και προφυλάσσετε έτσι τον νουν σας από λογισμούς αμφιβολίας). Παρετε και την μάχαιραν του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι ο άδολος και φωτεινός λόγος του Θεού.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ – 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ  Ι΄  ΛΟΥΚΑ
Λουκ. ιγ΄, 10-17

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, δίδασκε ὁ Ἰησοῦς κάποιο Σάββατο σὲ μία ἀπὸ τὶς συναγωγές. Καὶ νά! Ἔρχεται μία γυναίκα ποὺ εἶχε πνεῦμα ἀσθένειας δεκαοκτὼ χρόνια, καὶ ἦταν συγκύπτουσα, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκώση καθόλου τὸ κεφάλι της. Καὶ ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὴ φώναξε καὶ τῆς εἶπε· γυναίκα, ἐλευθερώνεσαι ἀπὸ τὴν ἀσθένεια σου· καὶ ἔβαλε τὰ χέρια του ἐπάνω της· καὶ ἀμέσως στάθηκε ὄρθια, καὶ δόξαζε τὸ Θεό. Ἀποκρίθηκε δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος γεμάτος ἀγανάκτηση, διότι θεράπευσε ὁ Ἰησοῦς τὸ Σάββατο, καὶ εἶπε στὸν ὄχλο· ἕξι μέρες εἶναι, ποὺ πρέπει νὰ ἐργάζεσθε· σ᾽ αὐτές, λοιπόν, νὰ ἔρχεστε καὶ νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴ μέρα τοῦ Σαββάτου. Ἀποκρίθηκε τότε σ᾽ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· ὑποκριτή, ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς τὸ Σάββατο δὲν λύνει τὸ βόδι του ἤ τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ τὸ παχνὶ καὶ πηγαίνει νὰ τὸ ποτίση; Αὐτὴ ἐδῶ ποὺ εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, καὶ τὴν ἔδεσε ὁ σατανᾶς, ἐδῶ καὶ δεκαοκτὼ χρόνια, δὲν πρέπει νὰ λυθῆ ἀπὸ τὸ δέσιμο αὐτὸ τὴ μέρα τοῦ Σαββάτου; Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ καταντροπιάζονταν ὅλοι ποὺ ἦταν ἀντίθετοι σ᾽ αὐτόν, καὶ ὅλος ὁ ὄχλος χαιρόταν γιὰ ὅλα τὰ ἔνδοξα ποὺ γινόταν ἀπ᾽ αὐτόν».
* * *
Μὲ τὴ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας τὴ μέρα τοῦ Σαββάτου, ποὺ ἔκαμε σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μᾶς δίδαξε τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἀγαθοεργία καὶ ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Τὸ Σάββατο ἦταν γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες ἡμέρα ἀργίας, ὅπως εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἡ ἡμέρα της Κυριακῆς. Ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται Κυριακή. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια, τὰ χρόνια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ σταματοῦσαν ἀπὸ κάθε ἐργασία, συνάγονταν στοὺς ἱεροὺς Ναοὺς καὶ ἔκαμαν ἱερὴ σύναξη, δηλαδὴ τελοῦσαν τὴ θεία Λειτουργία. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Κύριο, καὶ ὅποιος τὴ μέρα αὐτὴ, τῆς Κυριακῆς, ἐργάζεται, λέγει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, τὸ κέρδος αὐτὸ εἶναι τοῦ διαβόλου. Ὁ πιστὸς καὶ καλὸς χριστιανὸς ἀργεῖ τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς ἀπὸ κάθε ὑλικὸ ἔργο καὶ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία νὰ λειτουργηθῆ. Μὲ τὴ θεία Λειτουργία ὁ χριστιανὸς γίνεται μέτοχος καὶ κοινωνὸς τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας· τελεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ἱερουργὸ Ἱερέα τὴν ἀναίμακτη θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ τελέστηκε ἐπάνω στὸ Γολγοθᾶ, καὶ συνεχίζεται ἀπαράλλακτα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ θεῖο Λειτουργὸ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἐδῶ στὸν Ἱερὸ Ναό, κάθε φορά, ποὺ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία, στὴ μέση τῆς Ἱερῆς Σύναξης, στέκει ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς μᾶς τὸ εἶπε: «ο γρ εσι δο  τρες συνηγμνοι ες τ μν νομα, κε εμι ν μσ ατν». Αὐτὸς εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος, ὁ Λειτουργὸς καὶ θυσιαζόμενος Ἀμνὸς γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Ἐμεῖς βλέπουμε ἄνθρωπο, τὸν Ἱερέα νὰ τελῆ τὴ Θεία Λειτουργία, ὁμοιοπαθῆ σὰν καὶ μᾶς, ἤ καὶ πολλὲς φορὲς καὶ πιὸ ἁμαρτωλὸ ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ πονηρὸς νὰ δοῦμε τὴν ἱερωσύνη τοῦ Λειτουργοῦ Ἱερέα, ποὺ καίει μέσα σὰν γλώσσα φωτιᾶς, καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ φλόγα τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, ποὺ ἄναψε τὴ μέρα τῆς χειροτονίας του καὶ δὲν σβήνει ποτέ. Αὐτὴ ἡ φωτιὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι σὲ κάθε Ἱερέα τελεῖ τὰ θεῖα μυστήρια.
Εἶναι ἀλήθεια ἀδιάψευστη τῆς πίστης μας, ὅτι τώρα, ποὺ εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία καὶ τελοῦμε τὴ θεία Λειτουργία, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλη φορὰ ποὺ τελεῖται τὸ Θεῖο αὐτὸ μυστήριο, ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνάμεσα μας· αὐτὸς λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ λειτουργοῦ Ἱερέα: «λβετε, φγετε …», καθὼς καὶ τὸ «πετε ξ ατο πντες …». Ἐρχόμαστε κάθε Κυριακὴ στὴ Θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, καὶ ὅσοι ἔχουν καθαρὴ καρδιὰ τὸν βλέπουν. Αὐτὸ θὰ πῆ Θεία Λειτουργία, πραγματικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ εἶπε στοὺς μαθητές του λίγο πρὶν ἀναληφθῆ στοὺς οὐρανούς: «κα δο γ μεθ μν εμι πσας τς μρας ως τς συντελεας το αἰῶνος». Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ διαψευσθοῦν ποτέ.
Ὁ Χριστὸς εἶναι πάντα μαζί μας, σὲ κάθε ἱερὴ σύναξη, ὅπου τελοῦμε τὴ Θεία Λειτουργία. Καὶ ὅπως τότε ἀνόρθωσε μὲ τὰ θεϊκά του χέρια τὴ συγκύπτουσα γυναίκα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀσθένειας, ποὺ ἦταν δεμένη δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια, ἔτσι καὶ μεῖς τώρα ἀνορθωνόμαστε πνευματικά, καθὼς παίρνουμε ἀπὸ τὰ ἅγια χέρια τοῦ Λειτουργοῦ Ἱερέα τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πραγματικὰ ὅταν κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα μυστήρια λαμβάνουμε μέσα μας ὅλο τὸ Χριστό· γινόμαστε κοινωνοὶ θείας φύσης· γινόμαστε χριστοφόροι· γινόμαστε μέτοχοι τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ Θεία Κοινωνία γίνεται κληρονόμος τῆς αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


π. Γ.Δ.Σ.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ – 3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΔ΄  ΛΟΥΚΑ
Λκ. ιη΄, 35-43

Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, πού διαβά­στηκε στούς Ἱερούς Ναούς, ἀναφέρεται στήν θεραπεία ἑνός τυφλοῦ ἀπό τόν Χριστό στήν Ἱεριχώ. Ὅταν ὁ τυφλός πλησίασε τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ρώτησε: «Τί σοι θέλεις ποιῆσαι;». Ἡ ερώτηση τοῦ Χριστοῦ μᾶς βάζει σε σκέψεις. Δέν γνωρίζει ὁ Χρι­στός τί θέλει ἔνας τυφλός, πού ἀπεγνωσμένα τόν παρακαλεῖ: «Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Δαυΐδ, ἐλέησόν με»; Γνω­ρίζει πολύ καλά καί τίς σκέψεις καί τίς ἐπιθυμίες μας ὁ Χριστός, σάν Θεός. Ἀλλά θέλει ἀπό τόν άνθρωπο νά τίς ἐκφράσει καί νά τίς ὁμολογήσει μπρο­στά του. Ὅταν, λοιπόν, ὁ τυφλός ὁμολογεῖ «ἵνα ἀναβλέψω», ὁ Χριστός, γιά νά δείξει στούς ανθρώ­πους πώς εἶναι ὁ δημιουργικός Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἔν, ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. Α΄ 2), ἀπαντᾶ στόν τυφλό: «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Τό θαῦμα, λοιπόν, τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πίστης τοῦ τυφλοῦ. Πάντα, σάν ἀπαραίτητος ὄρος, για νά εκδηλωθεῖ ἡ εὐεργετική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ζητεῖται ἡ πίστη.
Ἡ πίστη εἶναι ἡ θύρα, πού ἀνοίγεται κι ἐπιτρέπει στόν Θεό νά μπεῖ στόν ἄνθρωπο, σάν ἐλεύθερη καί ὑπεύθυνη προσωπικότητα. Ὅταν ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν κόσμο, δίνει ἕνα πρόσταγμα: «γεννηθήτω φῶς» καί ὁ λόγος ἀμέσως γίνεται ἔργο. Μά ὅταν πρόκειται νά θαυματουργήσει ἐπάνω στόν ἄνθρωπο ἐρωτᾶ: «Θέλεις;». Ἡ ὕλη εἶναι τυφλή καί ἀνελεύθερη, ὑποταγμένη σέ φυσικούς νόμους πού ὁ Θεός, πού τούς ἔθεσε, μπορεῖ καί νά τούς ἀναστέλλει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνσυνείδητη καί αὐτοδιάθετη προσωπικότητα. Ἐλεύθερη, πού, ἄν θέλει, ἄνοίγει καί κλείνει τήν θύρα στό Θεό. Ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων εἶναι σάμ­πως νά δεσμεύει τή θεία δύναμη. Τό ἀντίθετο συμ­βαίνει μέ τήν πίστη. Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ στήν Ἰεριχώ εἶναι αποτέλεσμα τἡς θείας δύ­ναμης καί τῆς πίστης τοῦ τυφλοῦ.
Ἡ πίστη εἶναι δύναμη. Οὔτε στήν σωματική ῥώμη, οὔτε στήν ὀξύτητα τῆς διάνοιας, οὔτε στήν ἀντοχή τῶν μηχανῶν εἶναι ἡ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά στήν πίστη του. Στήν ἀόρατη ἐκείνη δύναμη, πού κινεῖ τό σῶμα καί τό ρίχνει στούς ἀγῶνες, πού ξυπνάει τήν σκέψῃ καί θέτει σ’ αὐτόν σκοπούς, πού μεταβιβάζει στήν ἀδράνεια τῶν μηχανῶν τήν ἀνθρώ­πινη θέληση.
Τίποτε δέν γίνεται στόν βίο χωρίς πίστη. Καί ὁ γεωργός, πού πετάει τόν σπόρο στό χῶμα, καί ὁ ναυτικός, πού ξεκινάει σ’ ἄγνωστο ταξίδι, καί ὁ στρατηγός, πού μπαίνει σέ ἀβέβαιη μάχη, ὅλοι ξεκινούν μέ τήν πίστη. Μέχρι σ’ ἕνα σημεῖο ἔχουν τά δεδομένα τῆς πεί­ρας καί τά ὀρθά συμπεράσματα, στά ὁποῖα κατα­λήγει ὁ λογισμός. Μά δέν εἶναι αὐτές ἀρκετές προϋποθέσεις γιά νά στηριχθεῖ ἐπάνω τους μία με­γάλη καί γενναία ἀπόφαση. Τή ζωή δέν τήν διέπουν μόνο φυσικοί νόμοι καί λογικές σχέσεις, μά καί αὐ­θόρμητοι ἄλλοι παράγοντες. Ἄν ἦταν νά κινεῖται ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τόν λογισμό, τότε δέν θά ἀποφά­σιζε τίποτε μεγάλο στή ζωή του, γιατί ὅπως τό εἶπε ὁ ἀρχαῖος: «λογισμός ὅκνον φέρει». Ὅ,τι λοιπόν δίνει στόν ἄνθρωπο ἀξία καί τόν κάνει ἔλεύθερο, ἔξω καί ἐπάνω ἀπό τά ἔργα τῶν χειρῶν του, κυρίαρχο τῆς ὑλικῆς φύσης μέσα στήν ὁποία ζεῖ καί τήν ὁποία κατακτᾶ, εἶναι ἡ πίστη του: Ἡ ἐσωτερική ἐκείνη ἐνέργεια, πού τόν φωτίζει καί τόν θερμαίνει, πού τοῦ γεννᾶ τήν συνείδηση καί τήν θέληση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τήν εὐθύνη τῶν πράξεών του. Ἡ δύ­ναμη ἐκείνη, πού τόν κινεῖ καί τόν κάνει νά ἀγωνί­ζεται καί νά νικᾶ, νά πάσχει καί νά θυσιάζεται. Ὄντως, «μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα»! Ὅ,τι ἔχει σήμερα ἡ ζωή μας, για τό ὁποίο καυχώμαστε, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πίστης, πού ἐμπνέει τόν ἄν­θρωπο καί τόν κινεῖ σέ ἐργασία καί δικαιώνει τόν μόχθο του καί προάγει τόν βίο του καί νικᾶ τόν κόσμο καί τόν θάνατο.
Ἅς ἐντοπίσουμε τό λόγο στή θρησκευτική πίστη, σ’ ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἐκτός ἀπό ὅ,τι μέ φυσικό τρόπο ἀποκαλύπτει ὁ Θεός στόν ἔξω κόσμο καί μέσα στόν ἄνθρωπο, οἱ ἄλλες θρησκευτικές ἀλήθειες, πού ἀποκαλύπτονται ὑπερφυσικά, γίνονται δεκτές μόνον μέ τήν πίστη. Ἡ νόηση, σάν ψυχική λειτουργία, δέν φτάνει τίς ἀλή­θειες τῆς Ἀποκάλυψης καί ἡ λογική, σάν ὄργανο, δέν τίς συλλαμβάνει. Ἀλλιῶς δέν θά ἦσαν ἀλήθειες «ἐξ ἀποκαλύψεως Θεοῦ» ἀλλά, «ἐξ ἀνακαλύψεως» ἀνθρώπου. Τότε δέν θά μιλούσαμε γιά πίστη καί θρησκεία, μά γιά γνώσῃ καί ἐπιστήμη. Πέρα ἀπό τήν ἐπιστήμη εἶναι ἡ θρησκεία, ἔνας κόσμος ὁλόκληρος.
Κάτι, ὄχι μόνον ἀσυγκρίτως πολύ περισσότερο, μά τελείως διαφορετικό εἶναι ἡ πίστη ἀπό τήν γνώσῃ. Ἄλλης τάξεως, πνευματικῆς καί ἠθικῆς, ἀξία. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι, πού προσκρούουν, ὅσοι περιορίζονται νά βλέπουν μόνον μέ τήν λογική γνώση καί ἀκόμη περισσότερο, ὅσοι μένουν στήν «κατ’ αἴσθηση ἀντίληψη».
Ἡ θρησκευτική πίστη, ἡ πεποίθηση δηλαδή στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ κι ἡ ἐμπιστοσύνη στό λόγο του, εἶναι ἡ μεγάλη καί ἀκατανίκητη ἠθική δύναμη μέσα στόν ἄνθρωπο. Ἡ δύναμη, πού κάνει τόν άνθρωπο μέσα στήν ὑλική δημιουργία. Γιατί βέβαια πίσῳ ἀπό τήν ἐπιστήμη καί τήν τεχνική, μέ τίς ὁποίες ὁ ἄνθρωπος ἐπιβάλλει τή θέλησή του στόν υλικό κόσμο, πίσω ἀπό τίς ὑλικές δυνάμεις καί τίς ποσότητες, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, σάν δύναμη ἠθική καί σαν ποιότητα. Εἶναι ἡ πίστη καί τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τήν αἴσθηση, τήν λογική καί τήν γνώσῃ ὁ ἄνθρωπος συνδέεται, κατά τόν νόμο τῆς αἰτιότητας καί τῆς ἀνάγκης, μέ τόν υλικό κόσμο. Μέ τήν πίστη συνά­πτεται, κατά τόν νόμο τοῦ πνεύματος καί τῆς ἐλευ­θερίας, με τόν Θεό.
Ὁ καρπός ὅμως τῆς πίστης εἶναι τά καλά ἔργα. Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θεωρία καί φιλοσοφικό σύ­στημα. Εἶναι πίστη καί ζωή, ἀλήθεια καί ἁγιότητα. Ὁ Χριστός εἶπε «ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ἡ ὁδός, πού οδηγεῖ στήν σωτηρία, ἡ σωτηρία, πού ὑπάρχει στήν ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια, πού εἶναι πίστη καί ζωή. Ὁ Ἀπόστολος Παύλος ἀριστοτεχνικά σέ μία φράση ἐκφράζει τή σχέση, πού ὑπάρχει ἀνά­μεσα στήν πίστη καί τά ἔργα τοῦ χριστιανοῦ. «Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης», λέει καί ἐννοεῖ πώς χριστιανισμός θά πεῖ νά πιστεύει κανείς στήν ἀλήθεια και να πραγματώνει τἡν πίστἡ του σε ἔργα ἀγάπης.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἀπό αὐτή τήν πίστη, πού ὁλοκληρώνεται σέ ἔργα ἀγάπης, ἔχουμε ἰδιαίτερη ἀνάγκη σήμερα, πού καί οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων ἔχουν παγώσει ἀπό τόν ἐγωισμό καί ἡ ἀπιστία καί ὁ θεωρητικός καί πρακτι­κός ὑλισμός ἔχουν κυριολεκτικά κυριαρχίσει στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἀμήν.


π. Δ.Χ.Δ.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα Κυριακής 26 Νοεμβρίου 2017





ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ Δ´ 1 - 7
1 Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, 2 μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, 3 σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. 4 ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· 5 εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· 6 εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν. 7 Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.

  Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα


ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ Δ´ 1 - 7
1 Σας παρακαλώ, λοιπόν, και σας εξορκίζω εγώ, ο οποίος είμαι φυλακισμένος και αλυσοδεμένος δια το όναμα του Κυρίου, να ζήτε και να συμπεριφέρεσθε, όπως ταιριάζει εις την υψηλήν κλήσιν, με την οποίαν έχετε προσκληθή από τον Θεόν. 2 Δηλαδή να ζήτε και να φέρεσθε με κάθε ταπεινοφροσύνην και πραότητα, με ανοχήν απέναντι των άλλων και μεγαλοκαρδίαν, ανεχόμενοι ο ένας του άλλου τας αδυναμίας με αγάπην, 3 να επιμελήσθε και να αγωνίζεσθε να διατηρήτε την ενότητα, με την οποίαν το Πνεύμα το Αγιον σας έχει συνδέσει, έχοντες ως σύνδεσμον την ειρήνην, η οποία θα βασιλεύη μεταξύ σας και θα σας ενώνη εις ένα πνευματικόν σώμα. 4 Είσθε ένα πνευματικόν σώμα και έχετε ένα και το αυτό Πνεύμα Αγιον, που σας ζωογονεί, καθώς επίσης έχετε κληθή όλοι εις μίαν και την αυτήν ελπίδα της κλήσεώς σας. 5 Ενας και μόνος είναι ο Κυριος, μία είναι η πίστις όλων των Χριστιανών, ένα το βάπτισμα που έχουν λάβει. 6 Ενας και μόνος ο Θεός και Πατήρ όλων, αυτός ο οποίος κυριαρχεί επί όλων ανεξαιρέτως και δια μέσου όλων ενεργεί και φανερώνει την αγαθήν του πρόνοιαν, και μέσα εις όλους μας κατοικεί. 7 Εις τον καθένα δε από ημάς εδόθη η χάρις, τα χαρίσματα και αι δωρεαί, σύμφωνα με το μέτρον, με το οποίον δικαίως και σαφώς μοιράζει ο Χριστός τας δωρεάς του. (Ας μη υπάρχουν, λοιπόν, ζηλοφθονίαι μεταξύ σας, διότι τα χαρίσματα είναι δώρα του Θεού, δια την εξυπηρέτησιν όλων).



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΗ´ 18 - 27
18 Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός. 20 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 21 ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. 22 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 24 Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! 25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 27 ὁ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.

  Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

18 Και τον ηρώτησε κάποιος άρχων, λέγων· “Διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάμω, δια να κληρονομήσω την αιώνιον ζωήν;” 19 Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς· “εφ' όσον με θεωρείς απλούν άνθρωπον, διατί με ονομάζεις αγαθόν; Κανένας δεν είναι απολύτως αγαθός, στον οποίον και να ταιριάζη πλήρως το όνομα αυτό, ει μη μόνον ο Θεός. 20 Γνωρίζεις τας εντολάς· να μη μοιχεύσης, να μη φονεύσης, να μη κλέψης, να μη ψευδομαρτυρήσης, να τιμάς τον πατέρα σου και την μητέρα σου”. 21 Εκείνος δε είπε· “όλα αυτά τα εφύλαξα εκ νεότητός μου”. 22 Οταν ήκουσε τα λόγια αυτά ο Ιησούς του είπε· “ένα ακόμα σου λείπει· όλα όσα έχεις πώλησέ τα και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα αποκτήσης έτσι θυσαυρόν στον ουρανόν και εμπρός ακολούθησέ με ως πιστός και υπάκουος μαθητής μου”. 23 Εκείνος, όταν ήκουσε αυτά, ελυπήθηκε βαθύτατα· διότι ήτο πολύ πλούσιος και είχε προσκόλλησιν εις τα πλούτη του. 24 Οταν δε τον είδε ο Ιησούς καταλυπημένον να φεύγη, είπε στους μαθητάς του· “πόσον δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα μπουν εις την βασιλείαν του Θεού! 25 Διότι είναι ευκολώτερον να περάση μια γκαμήλα από την μικρή τρύπα που ανοίγει ένα βελόνι, παρά ένας πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού”. 26 Εκείνοι δε που τον ήκουσαν είπαν· “και ποιός είναι δυνατόν να σωθή, αφού λίγο-πολύ όλοι ανακατευόμεθα με τα χρήματα και ελκυόμεθα από τα χρήματα; 27 Ο δε Κυριος είπεν· “τα αδύνατα δια τους ανθρώπους είναι κατορθωτά και δυνατά στον Θεόν”.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ – 26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017

imsk.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΓ΄  ΛΟΥΚΑ
Λουκ. ιη΄, 18-27

Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς ἀναγκάζει νά μιλήσουμε πάλι γιά τό πάντα ἐπίκαιρο ἀλλά καί πολύ δύσκολο θέμα τοῦ πλούτου. Καί εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού δημιούργησαν τό θέμα τοῦ πλούτου καί τό ἔκαναν τό δυσκολότερο ἴσως πρόβλημα, μέ τόσες διαφορετικές γνῶμες πού περιέπλεξαν τή διαχείρισή του.
Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή μᾶς διηγεῖται ἕνα γεγονός ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Πλησίασε τό Χριστό ἕνας νέος ἄνθρωπος καί τόν ρώτησε: «Ἅγιε διδάσκαλε, τί πρέπει νά κάνω, γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;» Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Γιατί μέ λές ἅγιο; Κανένας δέν εἶναι ἅγιος παρά μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Τίς ἐντολές τίς ξέρεις. Τήρησε τίς ἐντολές». Κι ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε: «Ὅλ᾽  αὐτά τά ἐτήρησα πιστά ἀπό τό μικρά μου χρόνια». «Ἕν᾽ ἀκόμα σοῦ λείπει» συνεχίζει ὁ Ἰησοῦς: «ὅλα ὅσα ἔχεις, πούλησέ τα, μοίρασέ τα στούς φτωχούς καί θά ’χεις θησαυρό στόν οὐρανό˙ ὕστερα ἔλα κι ἀκολούθα με». Μά ὅταν ἄκουσε αὐτά, ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σέ μεγάλη λύπη, γιατί ἦταν πολύ πλούσιος. Ὅταν τόν εἶδε τόσο λυπημένο, ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «Δύσκολα ἐκεῖνοι πού ἔχουν τά χρήματα θά μποῦν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί εἶναι πιό εὔκολο νά περάσει ἡ τριχιά ἀπό τήν τρύπα τῆς βελόνας, παρά πλούσιος νά μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Καί ποιός λοιπόν μπορεῖ νά σωθεῖ ἀποροῦν ὅσοι τόν ἄκουσαν. Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «Τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά γιά τό Θεό».
Τό εὐαγγελικό αὐτό κείμενο εἶναι μιά σαφής ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στό σύνθετο ἐρώτημα πού βασανίζει τόν κόσμο: Τί εἶναι ὁ πλοῦτος γιά τόν ἄνθρωπο, πῶς συνδέεται μέ τούς βαθύτερους πόθους του καί πῶς μπορεῖ νά λυτρωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ πλούτου; Τί εἶναι λοιπόν ὁ πλοῦτος γιά τόν ἄνθρωπο; Εἶναι ὅλα ὅσα μᾶς δίνει ἡ γῆ γιά νά ζήσουμε. Ὅ,τι ἔχουμε, ἡ γῆ μᾶς τό δίνει καί μέ ὅ,τι μᾶς δίνει ἡ γῆ ζοῦμε. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού σκέφτονται ἀνθρώπινα κι ἑρμηνεύουν τά πράγματα σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους. Καί ὅπως φυσικό εἶναι ἡ γῆ νά παράγει, ἔτσι φυσικό εἶναι νά ζοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄνθρωποι πού σκέφτονται ὅπως τούς ὑπαγορεύει ἡ ὑγειής συνείδηση καί ὅπως τούς ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν, τό γνωρίζουν καλύτερα, ὅτι πίσω ἀπό τούς φυσικούς νόμους εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑπάρχει καμία φυσική τάξη, πού νά χωρίζει τούς ἀνθρώπους σέ πλούσιους καί φτωχούς, χορτάτους καί πεινασμένους. Ἔτσι χωρίζονται οἱ ἄνθρωποι, γιατί ἐλπίζουν καί ἐπενδύουν στόν πλοῦτο τους. Αὐτά πού μᾶς δίνει ἡ γῆ δέν ἀνήκουν μόνο σέ κάποιους, πού τά μαζεύουν μέ ὅποιο τρόπο μποροῦν.
Ὁ Χριστός καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά ξεπεράσει στή σκέψη του τά ὅρια τῶν φυσικῶν νόμων. Τόν καλεῖ νά καταλάβει, ὅτι αὐτό πού διέπει τήν κίνηση τοῦ κόσμου καί τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, δέν εἶναι ἡ τυφλή φυσική ἀνάγκη, ἀλλά ὁ φωτισμένος νοῦς καί ἡ ἐλεύθερη συνείδηση. Ὅταν τό καταλάβει αὐτό, τότε μόνο θά μπορέσει νά δεῖ τά πράγματα διαφορετικά. Τότε θά δεῖ, πώς ἡ χορτασιά ἡ δική του δέν εἶναι τό σωστό καί τό δίκαιο, ἡ χορτασιά ἡ δική του εἶναι ἡ πείνα τοῦ φτωχοῦ συνανθρώπου του. Τότε θά δεῖ, πώς ἡ γῆ δέν εἶναι μόνο γι’ αὐτόν, ἀλλά γιά ὅλους ὅσους ζοῦν καί θά ζήσουν πάνω στή γῆ.
Οἱ ἄνθρωποι μιλοῦμε γιά δικαιοσύνη, γιά ἐλευθερία καί εἰρήνη καί πιστεύουμε ὅτι ὅλα αὐτά, πού εἶναι οἱ ἀκοίμητοι πόθοι τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν λαῶν, μποροῦμε νά τά ἐξασφαλίζουμε διεκδικώντας τα καί στηριζόμενοι στούς δικούς μας ἀγῶνες καί στίς δικές μας δυνάμεις. Πιστέψαμε πώς χωρίς τήν πρόνοια καί τό λόγο τοῦ  Θεοῦ, πού μᾶς ἔμαθε αὐτά τά πράγματα, μποροῦμε νά τά ἀποκτήσουμε. Χωρίς Θεό ὁ ἄνθρωπος δουλεύει, ἡ γῆ παράγει καί ὑπάρχουν ὑλικά ἀγαθά ὅσα ποτέ ἄλλοτε, εἶναι ὅμως ὅσο ποτέ ἄλλοτε ἄδικα μοιρασμένα. Χιλιάδες ἄνθρωποι καθημερινά, πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα καί ὁ πλοῦτος τῆς γῆς ξοδεύεται γιά πολεμικούς ἐξοπλισμούς ἤ συγκεντρώνεται στά χέρια μερικῶν.
Ὁ Θεός ἀνατέλει τόν ἥλιο καί βρέχει γιά ὅλους. Ἡ γῆ γεννάει γιά νά τρέφονται ὅλοι. Ἡ πνευματική ἀναπηρία τοῦ ἀνθρώπου ὅμως καί ἡ ἠθική τους ἀνικανότητα κάνει τόν πλοῦτο ἐμπόδιο γιά νά ζήσουν οἱ ἄνθρωποι καλύτερα. Ἐξαιτίας του κινδυνεύουν νά χαθοῦν.
Τά ἀγαθά τῆς γῆς δέν τά διαχειριζόμαστε χάριν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μέ βάση κάποιους νόμους καί κανόνες τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, πού βλέπει τόν ἄνθρωπο σὰν οἰκονομική μονάδα καί σάν μέσον. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος εἶναι Πρόσωπο στόν κόσμο, εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς. Σάν πρόσωπο εἶναι μέλος τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἐργάζεται, ὄχι γιά νά παράγει καί νά σωρρεύει ὑλικό πλοῦτο, ἀλλά γιά νά χαίρεται τόν κόπο του. Γιά τόν κοινωνικό καί ἐλεύθερο ἄνθρωπο χαρά εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἐργασία, ὁ κόπος του γυρίζει σ’ αὐτόν σάν δίκαιη πληρωμή καί σάν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἐργάζεται, οἰκονομεῖ τόν κόπο του καί ξέρει, πώς ὅσα ἔχει δέν εἶναι δικά του, εἶναι καί γι’ αὐτούς πού θέλουν μά δέν μποροῦν νά ἐργαστοῦν. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει νά ὑπηρετεῖ τόν πλοῦτο, ὅταν ζεῖ γιά νά δουλεύει καί νά ἀποθηκεύει τόν πλοῦτο, καί δέν ἐργάζεται γιά νά ζεῖ, ὅταν ἐξαρτᾶ τήν ὕπαρξή του ἀπό τά ἀγαθά του καί ὑποδουλώνεται σ’ αὐτά, τότε χάνει τόν προορισμό του. Τότε ταυτίζει τό «ἔχειν» μέ τό «εἶναι».
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι πλασμένος γιά νά ζήσει, νά ζήσει αἰώνια. Τό ζήτημα εἶναι, τί νομίζουμε πώς εἶναι ζωή. Ὁ πειρασμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά βλέπει γιά ζωή τόν θάνατο. Νά ἀναφέρεται καί νά προσκολλᾶται στά πράγματα καί ὄχι στό Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Ὁ νέος τοῦ εὐαγγελίου μέ τό ἐρώτημά του στόν Ἰησοῦ Χριστό ἐκφράζει τήν ἀγωνία καί τόν πόθο κάθε ἀνθρώπου: «Τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;». Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ εἶναι συγκλονιστικά ἀπόλυτη. Νά ξεχωρίσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τά πράγματα, νά ἐλευθερωθεῖς ἀπό τόν ὑλικό πλοῦτο. Αὐτό εἶναι δύσκολο, ἀκατόρθωτο γιά τόν ἄνθρωπο. Γιά ’κεῖνον ὅμως πού τό θέλει πραγματικά, τό μπορεῖ ὁ Θεός. Ἀμήν.


Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...