Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή τοῦ Ζακχαίου -π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τὸ ὁποῖο συντελεῖται μέσα μας εἶναι ἡ συνάντησή μας μὲ τὸν Κύριο. Μιὰ συνάντηση μοναδικὴ καὶ προσωπική, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει μιὰ φορὰ στὴ ζωή μας, ἀλλὰ νὰ εἶναι τόσο καταλυτικὴ , ποὺ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀναθεωρήσουμε μέσα μας ὅλα  τὰ πράγματα κι ὅλες  τὶς ἀξίες, ὅλα ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα καθημερινὰ ἀναλώνουμε τὸ βίο μας καὶ τὸν  ἑαυτό μας. Καὶ μπορεῖ πάλι νὰ νομίζουμε ὅτι συναντήσαμε τὸν Κύριο καὶ νὰ τὸ διαλαλοῦμε, ἀλλὰ νὰ μήν ἔχει ἀλλάξει τίποτε μέσα μας, πέρα ἀπὸ μιὰ ἐξωτερική καὶ τυπικὴ συμπεριφορά. Ὅμως τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας ἀντανακλᾶ στὸν καθημερινό μας βίο, ὄχι μὲ  μιὰ φαρισαϊκὴ  ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ μὲ  μιὰ ἐπώδυνη πορεία, σὰν καὶ κείνη τῶν ἁγίων, ποὺ κρύβουν βέβαια τὴν ἁγιότητά τους, ἀλλὰ μὲ τὸ βίο τους καὶ τὰ ἔργα τους, τὰ ὁποῖα γίνονται πάντοτε πρὸς δόξαν Θεοῦ, φανερώνουν  τὴν ἀγάπη τὴ δική τους καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου.
      Ἀκολουθώντας τὴν πορεία τοῦ Ζακχαίου, ὅπως μᾶς τὴν περιγράφει τὸ Εὐαγγέλιο  σήμερα, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ  βλέπουμε εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ὁ πόθος του νὰ συναντήσει τὸν Κύριο. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος, ἄνθρωπος ἄρπαγας καὶ σκληρὸς, ποὺ  θεμελίωσε τὸν πλοῦτο του στὴν ἀδικία. Ὅμως μέσα του, παρόλα τὰ πλούτη του, βρισκόταν σ’ ἕνα κρυφὸ ἀδιέξοδο  ποὺ ὁλοκάθαρα εἶδε ὁ Χριστὸς. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδίως οἱ εὐσεβεῖς κρίνουν κάποιον ἐξωτερικά καὶ τὸν καταδικάζουν  σὰν ἁμαρτωλό, δίχως νὰ μποροῦν νὰ νοιώσουν τὴν ἀγωνία του, τὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας του. Τὸν πόνο ποὺ ἔφερε καὶ τὴ μεγάλη ἐπιθυμία του νὰ γνωρίσει τὸ Χριστὸ, ποὺ  «ἦλθε ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Ἡ ἐπιθυμία του βρῆκε καὶ τὸν τρόπο καὶ «προσδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν»,   ἔτρεξε μπροστὰ  κι ἀνέβηκε σ’ ἕνα δένδρο. Ὅσο κι ἄν χάνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀπρόσωπων ἐνασχολήσεών του, μέσα στὴ βοή τῆς καθημερινότητας, ὑπάρχει πάντα ἕνα δένδρο, ἕνα σημεῖο πιὸ ψηλό, ἀπ’ ὅπου μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια. Ἐκεὶ ποὺ θὰ μᾶς συναντήσει καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο τὸ θεϊκό, «τὸ ἐτάζον καρδίας καὶ νεφρούς», ποὺ εἰσχωρεῖ στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου  κι ἐλευθερώνει τὴν ψυχή του. Καὶ συντελεῖται τότε τὸ μέγα θαῦμα! Μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ ἐξομολογεῖται τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή του, μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ μοιράζει τὴ μισή περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀποζημιώνει τετραπλᾶ ὅσους ἀδίκησε. Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἐξομολόγηση καὶ ταπείνωση εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας, ποὺ ἄνθισε μέσα του ὅταν ἀντίκρυσε τὸ Σωτήρα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ θέλει νὰ μείνει στὸ σπίτι του, «παρὰ ἁμαρτωλῶ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι».  Μόνο ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει μετανοιώσει πραγματικὰ γιὰ τὶς πράξεις του, μόνο ἐκεῖνος φοβᾶται τὴν ἐξομολόγηση, γιατὶ θέλοντας νὰ τὶς συνεχίσει, δὲν θέλει ποτὲ νὰ ἀναγνωρίσει πὼς ἦταν ἁμαρτωλές. Ὁ Ζακχαῖος, ἀποζημιώνοντας ὅσους εἶχε ἀδικήσει, ἐξομολογιόταν μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ σὲ κοινοὺς καὶ γνωστοὺς ἀνθρώπους, καὶ δὲν  ζήτησε, ὅπως οἱ καλοὶ χριστιανοί, ὅπως ἡ ἀμετανόητη κοινωνία τοῦ      καιροῦ μας,  «ἅγιους», ἤ ἄγνωστους  ἱερεῖς   νὰ ἐξομολογηθεῖ  τὰ  ἁμαρτήματά του.  Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πόνος καὶ ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ὁ λυγμὸς ποὺ ξεσπάει κι ἀπαλύνει τὸν πόνο, ποὺ  φέρνει ἔπειτα τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση. Μετάνοια ἀληθινὴ  σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ἐξομολόγηση, δίχως ἀναστολὲς καὶ  χωρὶς φόβο καὶ προπαντὸς ἐλεύθερη ἀποδεύσμευση ἀπὸ τὰ παλιὰ καὶ πλήρη ἀποδοχὴ τοῦ νόμου  τῆς ἀγάπης. Ἡ μετάνοια εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἐσωτερικοῦ πολέμου ποὺ διεξάγεται μέσα μας, τοῦ πολέμου τῶν παθῶν, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ‘γίνεται  νύχτα καὶ μέρα ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσής μας, πότε κρυφὰ καὶ πότε φανερά. Καὶ μιὰ ἐπιθυμία πρὸς τὰ ἄνω ἤ πρὸς τὰ κάτω μᾶς στροβιλίζει καὶ μᾶς δημιουργεῖ τρικυμία μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴ δίνη τῶν ἄλλων τερπνῶν τῆς ζωῆς, μὲ τὸν πηλό καὶ τὴ λάσπη στὴν ὁποία εἴμαστε χωμένοι, καὶ μὲ τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται στὸ νόμο τοῦ Πνεύματος καὶ προσπαθεῖ νὰ καταστρέψει τὴ βασιλικὴ  καὶ θεία εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας’.
      Ἀπὸ τὴν προθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ τὸν κρατοῦν δέσμιο πάνω στὴ γῆ, εἴτε αὐτὰ εἶναι ὑλικὸς πλοῦτος, εἴτε δύναμη , εἴτε ἐξουσία φαίνεται καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Ὁ ἄνθρωπος ξεγελιέται πολὺ εὔκολα καὶ εὔκολα μεταβάλλει τὴν πορεία του σὲ στάση καὶ ἀδιέξοδο. Τὰ πάντα συνδέονται μὲ τὴ βασικὴ τοποθέτηση τῆς καρδιᾶς του, γι αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἔλεγε σὲ κάποια ἄλλη περίσταση «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν»,  ἡ καρδιά σας βρίσκεται ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός σας. Ὁ θησαυρὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε πολύτιμο, αὐτὸ ποὺ  προσευχώμαστε στὸ Θεὸ νὰ μᾶς δώσει, αὐτὸ ποὺ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ, πασχίζουμε ν’ ἀποκτήσουμε. Ὅμως τὶς περισσότερες φορὲς αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ  «βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ»,  ἀλλὰ κάποιο  καθαρὰ ἐγκόσμιο καὶ ἐφήμερο ἀγαθὸ.
 
Ὁ ἄνθρωπος, ἀ., ἀ., εἶναι τόσο μικρὸς, ποὺ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, τὸ ἀκολουθεῖ, γίνεται εὔκολα μέρος του… Ξεχωρίζει ὅμως πάντα ἡ ἐμφανὴς ἀδικία καὶ ἁμαρτωλότητά του, γιατὶ τὸ πλῆθος «ἀκολουθεῖ» τὸν Ἰησοῦ, τηρεῖ τὸ Νόμο καὶ τὶς ἐντολές, μὲ τὴ λογικὴ πάντα καὶ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ νὰ  κατατάσσει τὸν Ζακχαῖο ἐκεῖ ποὺ τοῦ ἀξίζει, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὸ Χριστὸ ποῦ νὰ μείνει. Μέσα στὸ θρησκευόμενο πλῆθος δὲν χάνεται μόνο ὁ ἄνθρωπος, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἔχει ἐφαρμογή ἐδὼ ὁ λόγος του, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὶς παραβολές, «ἵνα βλέποντες βλέπωσιν καὶ μὴ ἴδωσιν, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσιν καὶ μὴ συνιῶσιν».
Ἀπὸ τὸ πλῆθος ξεφεύγει κανεὶς τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες ποὺ μένει μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὸν πόνο καὶ τὶς ἁμαρτίες του, τὴν ἀγωνία καὶ τὶς προσδοκίες του, ὅταν ἁπλώνει μπροστά του τὴ ζωή του ὁλόκληρη καὶ τὴν ἀφήνει ν᾽ ἀγγίζει τὰ σύννεφα, καὶ παρακαλᾶ τότε τὸ Θεὸ νὰ τὰ ξεδιαλύνει, γιὰ νά ᾽χει ἐλπίδα στὸν Οὐρανό. Μονάχα ὁ πόνος θεριεύει τὸν πόθο καὶ μονάχα ὁ πόθος θὰ βρεῖ μιὰ συκιά ν᾽ ἀνεβεῖ, νὰ ξεχωρίσει ἀπ᾽ τὸ πλῆθος. Καὶ τότε θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖ, τὸ βλέμμα του τὸν ἀγγίζει ἀμέσως, ὄχι γιὰ νὰ τὸν ἐπιπλήξει, μὰ γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει. Ἡ ἀγωνία του μεταμορφώνεται σὲ χαρὰ καὶ πρὶν καλά-καλὰ τὸν προσκαλέσει, ἔρχεται καὶ στὸ σπίτι του, «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τ᾽ ἁγιάσει, νὰ μὴν ἀφήσει ἴχνη τῆς σκοτεινιᾶς τοῦ κόσμου σὲ τίποτα δικό του.
Ὁ ἄνθρωπος βάζει τὸν πόθο καὶ ὁ Θεός τὴ χάρη. Κι εἶναι ἡ χάρη τότε ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπ᾽ ὅσα μάζευε κι ἔχτιζε μέσα τους τὴν ψυχή του. Τὰ ἐπιστρέφει στὸ πολλαπλάσιο, δὲν τὰ χρειάζεται. Μιὰ καινούργια ζωὴ ἀρχίζει, μᾶλλον τώρα ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴ ζωή τὴν πραγματική, τὴ φωτισμένη ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· ἕνα φῶς ποὺ θὰ τὸ χρειαστεῖ γιὰ τὴ μεγάλη διάβαση...
 
 
Δάφνη
     

Περι Θειας Κοινωνίας στην αγρυπνία του Αγ, Γρηγορίου Θεολόγου-Ομιλια π.Σεβαστιανού Τοπάλη


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ – 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιθ΄, 1-10)
        Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόλις ἀπομακρυνθήκαμε λίγο ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Ἐπιφάνειας τοῦ Κυρίου μας, τῆς Γέννησής Του δηλαδὴ καὶ τῆς Βάπτισής Του, μᾶς εἰσάγει ἀπὸ σήμερα, ἕνα μήνα περίπου πρίν, στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κι ἐπειδὴ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετάνοιας, ἡ Ἐκκλησία  μὲ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομό της καὶ μᾶς καλεῖ σὲ ἔμπρακτη μετάνοια. Νὰ τί μᾶς λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς μεσ’ ἀπ’ τὴν Ἱεριχῶ. Καὶ νὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ζακχαῖο καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ σὰν ἀρχιτελώνης ἦταν πλούσιος. Καὶ ζητοῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ ποιὸς εἶναι καὶ δὲ μποροῦσε, ἐξαιτίας τοῦ κόσμου καὶ ἐπειδὴ ἦταν μικρόσωμος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, γιατί ἀπὸ κεῖ θὰ περνοῦσε. Καὶ μόλις ἦλθε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, σήκωσε τὰ μάτια Του ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε, Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει νὰ μείνω σπίτι σου. Καὶ ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε ἀμέσως καὶ ὑποδέχθηκε τὸν Ἰησοῦ μὲ χαρά. Ὅλοι τότε ποὺ τὸ εἶδαν ἐτοῦτο γόγγυζαν καὶ ἔλεγαν ὅτι μπῆκε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε. Νὰ, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου, Κύριε, τὰ δίνω στοὺς φτωχούς. Κι ἂν τύχει καὶ ἔκλεψα κανενὸς τοῦ τὸ δίνω πίσω τετραπλάσιο. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς. Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, γιατί κι αὐτὸς εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε γιὰ νὰ ψάξει νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τοὺς χαμένους».
Ὁ Ζακχαῖος, ὡς ἀρχιτελώνης, εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ σύμβολο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπάει τὸ χρῆμα καὶ  σύμφωνα μὲ τὴ δική του  ὁμολογία δὲ διστάζει νὰ κλέβει συνανθρώπους  του. Εἶναι πλούσιος καὶ ἀγαπάει τὸν πλοῦτο του. Ὅμως, ἡ δύναμη τῆς συνείδησής του τὸν ἐλέγχει. Αἰσθάνεται ἐνοχὲς γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ ἔκανε. Ἔχει, ὅμως, ἕνα κενὸ μέσα στὴν ψυχή του, δὲν ἔχει πληρότητα. Παρόλο ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, κάτι τοῦ λείπει. Γι’ αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο γεννιέται μέσα του ὁ πόθος. Ἀναζητᾶ, λοιπὸν τὴν ἀλήθεια. Μαθαίνει ὅτι ὁ Χριστός, ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιείκεια τοὺς ἁμαρτωλούς, ἦρθε στὴν πόλη του. Τρέχει νὰ τὸν δεῖ, νὰ τὸν συναντήσει, νὰ τὸν ἀκούσει. Ἐμπόδια προβάλλονται σὲ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ὁ κόσμος πρῶτα ποὺ εἶναι πολὺς, ὁ ἐαυτός του ποὺ εἶναι μικρόσωμος, ἡ κοινωνικὴ θέση του ποὺ εἶναι ἀρχιτελώνης καὶ ὁ πλοῦτος του. Ὅταν, ὅμως ὑπάρξει ἡ δίψα γιὰ τὸ Χριστὸ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τότε δὲ λογαριάζει τὰ ἐμπόδια, κάνει θυσίες. Θυσιάζει, ἔτσι, ὁ Ζακχαῖος τὴ θέση του, ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, τὸν ἀτομισμό του, δὲν τὸν νοιάζει τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος καὶ σὰν μικρὸ παιδὶ ἀνεβαίνει πάνω στὸ δέντρο μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ταπεινώνεται, λοιπὸν καὶ δικαιώνεται.
     Ὁ Χριστὸς ἀνάμεσα στὸν ὄχλο βλέπει αὐτὴν τὴν ὥρα μόνο τὸ Ζακχαῖο, βλέπει τὸν πόθο του, γνωρίζει ὡς παντογνώστης τί ζητᾶ καὶ ἀνταποκρίνεται. Τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του («Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα») καὶ τὸν τιμᾶ μὲ τὴν ἐπίσκεψή του («Σήμερα πρέπει νὰ μείνω σπίτι σου»). Ὅλα αὐτὰ ξαφνιάζουν τὸ Ζακχαῖο, δὲν τὰ περιμένει. Κατεβαίνει ἀπὸ τὸ δέντρο καὶ ὑποδέχεται μὲ χαρὰ στὸ σπίτι του τὸν Ἰησοῦ. Ὅταν πραγματοποιηθεῖ ἡ προσωπικὴ συνάντηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὲ τὸ Χριστό, τότε ἔρχεται ἡ χαρά, ἡ γνήσια χαρά, ἡ μόνιμη, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀφαιρέσει κανείς, ἔρχεται ὁ φωτισμός, ἡ καλὴ ἀλλοίωση. Ὁ ἄνθρωπος, τότε, βλέπει καὶ ἀξιολογεῖ τὰ πράγματα διαφορετικά. Δὲ στηρίζεται στὰ ἐφήμερα καὶ φθαρτὰ καὶ αὐτὸν τὸν πλοῦτο τὸν μοιράζει εἴτε στοὺς φτωχούς, εἴτε σὲ ὅσους ἔχει ἀδικήσει.
        Ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι οἱ πολλοὶ γογγύζουν, κρίνουν, κατηγοροῦν, ἐνοχλοῦνται, γιατί ὁ Ἰησοῦς πῆγε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Μέσα στὸ σπίτι συντελεῖται ἕνα μυστήριο. Ὁ ἀρχιτελώνης ἐξομολογεῖται καὶ ὁμολογεῖ τὶς ἀδικίες καὶ τὶς κλοπὲς ποὺ ἔκανε στὴ ζωή του. «Κύριε, ἔχουν δίκιο. Ὑπῆρξα παλιάνθρωπος, καταχραστής, σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Τώρα, λοιπόν, μετανιώνω καὶ ἀλλάζω μὲ τὴ δική σου χάρη. Δίνω τὰ μισὰ ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅποιον ἀδίκησα τέσσερις φορὲς ἐπάνω.»
        Ἔτσι, μὲ τὴν ἔμπρακτη μετάνοια ὁ ἁμαρτωλὸς ἀρχίζει νὰ δίνει, ἐνῶ μέχρι τώρα ἔπαιρνε. Τώρα μοιράζεται, γιατί ἔχει ἀγάπη. Ἀποδεικνύεται ἀληθινὰ πλούσιος γιατί ἔχει χαρὰ καὶ εὐτυχία. «Σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ σωτηρία ἐγένετο».
        Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἦρθε στὴ Γῆ γιὰ νὰ καλέσει «ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» καὶ εἶναι γνωστὸ πὼς «οὐδεὶς ἀναμάρτητος». Καιρὸς, λοιπόν, νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ αὐτὸ θὰ γίνει ἀφορμὴ μετάνοιας καὶ σωτηρίας γιὰ τὸν καθένα μας. Πιὸ εὔκολα ὁ ἁμαρτωλὸς κερδίζει τὸν παράδεισο ὅταν μετανοεῖ, ὅπως ὁ ληστὴς στὸ Σταυρό, ὅπως ὁ σημερινὸς Ζακχαῖος, παρὰ ὁ δίκαιος ποὺ στηρίζεται στὶς  ἀρετές του καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἁμαρτία του. Ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ πολλοὶ ἄνθρωποι βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδο καὶ ἀπόγνωση, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε, ὅ,τι καὶ ὅσα κι ἂν ἔχουμε κάνει, ἂς ποθήσουμε τὴ συνάντησή μας μὲ τὸ Χριστό, ὅπως ὁ Ζακχαῖος, κι ἂς μετανοήσουμε γιατί ὁ Χριστὸς «ἦλθε ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Ἀμήν.
Π.Κ.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 31 Ιανουαρίου - ΙΕ´ Λουκά

Κύριε,
ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ
ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου
στοὺς φτωχοὺς
καὶ ν’ ἀνταποδώσω
στὸ τετραπλάσιο
ὅσα ἔχω πάρει μὲ ἀπάτη.

(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ᾿Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ᾿Ιδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν. ῏Ηλθε γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Εκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ᾿Ιησοῦς περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν ῾Ιεριχώ. ᾿Εκεῖ ὑπῆρχε κάποιος, ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ζακχαῖος. ῏Ηταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος. Αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς· δὲν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καὶ γιατὶ ἦταν μικρόσωμος. ῎Ετρεξε λοιπὸν μπροστὰ πρὶν ἀπὸ τὸ πλῆθος κι ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, γιατὶ θὰ περνοῦσε ἀπὸ κεῖ. ῞Οταν ἔφτασε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, κοίταξε πρὸς τὰ πάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατὶ σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου».᾿Εκεῖνος κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχτηκε μὲ χαρά. ῞Ολοι ὅσοι τὰ εἶδαν αὐτὰ διαμαρτύρονταν κι ἔλεγαν ὅτι πῆγε νὰ μείνει στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ.  Τότε σηκώθηκε ὁ Ζακχαῖος καὶ εἶπε στὸν Κύριο· «Κύριε, ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ ν’ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα ἔχω πάρει μὲ ἀπάτη».῾Ο ᾿Ιησοῦς, ἀπευθυνόμενος σ’ αὐτόν, εἶπε· «Σήμερα αὐτὴ ἡ οἰκογένεια σώθηκε· γιατὶ κι αὐτὸς ὁ τελώνης εἶναι ἀπόγονος τοῦ ᾿Αβραάμ. ῾Ο Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χάσει τὸν δρόμο τους».

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...