Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

ΟΜΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΑΝΩΤΗ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ, ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟ




          Ὅσο θυμοῦμαι καί συλλογίζομαι τό πέρασμα τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἀπ’τή ζωή μας, ἐκτιμῶ τό πέρασμά του σάν ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ παρατεταμένο πρός τό λαό του` ἔτσι βεβαιώνομαι καί γιά ὅλους τούς ἁγίους ὅτι εἶναι ἕνας θησαυρός δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, πού καί μέ πολύ λίγη θέληση μποροῦν νά μᾶς στηρίξουν τίς καρδιές μας μέσα στούς πειρασμούς τῆς ἀπογοήτευσης. Κι ὅταν μελετοῦμε τά συναξάρια τῶν ἁγίων, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ βίος τοῦ καθενός προβάλλεται εἰδικά στις ἀνάγκες καί στις περιπέτειες τῆς ἐποχῆς του σάν ξεχωριστή ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στά ἐρωτήματα καί τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς κάθε ἐποχῆς.
          Ἔτσι ὁ ἅγιος Πορφύριος φυτεύτηκε ἀπό τόν δωροδότη Θεό καί στό Ἅγιον Ὄρος καί στήν ἐπαρχία τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί στήν καρδιά τῆς Ἀθήνας γιά πολλά χρόνια καί μάλιστα χρόνια δύσκολα καί ταραγμένα. Στό Ἅγιον Ὄρος ἡ παιδική ἀκόμα ζωή του ἀπάντησε στούς σκανδαλισμένους ἀναχωρητές, ὅτι ἡ ἄσκηση δέν εἶναι βασανισμός μόνο ἀλλά καί γλέντι χαρᾶς καί ἀγάπης. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ὑπῆρξε πανηγυριστής τῆς ὑπακοῆς καί τοῦ ἀσκητικοῦ μόχθου. Ἀποζητοῦσε νά βρεθεῖ στήν ὑπηρεσία αὐστηρῶν γερόντων καί λυπῶταν, ὅταν δέν τόν μάλωναν. Ἕτσι ὁ Θεός μέ τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου δίδαξε στούς λίγους ἀκόμα ἀσκητές τή γλύκα τῆς ὑπέρ Χριστοῦ κακοπάθειας.
          Στήν Εὔβοια ἐγκαταστάθηκε γιά λίγα χρόνια στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους καί στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νικολάου στήν Ἀμάρυνθο, ὅπου οἱ ἁπλοϊκοί ἀγρότες γνώρισαν τά θαύματα τοῦ ἁγίου καί ἀνταποκρίθηκαν μέ εὐχαριστία. Στήν καρδιά τῆς Ἀθήνας, στήν Ὁμόνοια, ξεδιάλεξε τίς πονεμένες ψυχές, τίς παρηγόρησε καί δίδαξε μέ τό παράδειγμά του τήν ὑπομονή, τό φιλότιμο τῆς αὐτοσυντήρησης, τήν ὁλοκληρωτική ἀφοσίωση στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Στό Μήλεσι πραγματοποίησε τό ὄνειρό του νά χτίσει μοναστήρι παρ’ ὅλες τίς ἀντιξοότητες. Ἔβλεπε τούς οὐρανοξύστες νά πνίγουν τήν Ἀθήνα καί ὀνειρευόταν τή μοναστηριακή ἀνάπαυση… Τόν ῥωτήσαμε γιατί ἔχτισε τόσο μεγάλο ναό γιά καθολικό τοῦ μοναστηριοῦ κι ἔλεγε: νά ἰδεῖτε κόσμος πού θά ἔρχεται ἐδῶ ἀπ’ τήν Ἀθήνα… Στά ὑπόγεια τοῦ καθολικοῦ ἔφτιαξε ναό τῶν Κελτῶν ἁγίων, πού ἦταν ἄγνωστοι γιά πολλούς τά χρόνια ἐκεῖνα. Παρακινήθηκε ἀπό τόν προφητικό λόγο τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου, πού ἔλεγε πώς ὅταν ἀρχίσουν στήν Ἑλλάδα νά μελετοῦν τήν ἱστορία τῶν Κελτῶν ἁγίων, τότε οἱ Ἀγγλικανοί θά ξαναγίνουν Ὀρθόδοξοι. Κι ὅταν πρίν δύο χρόνια ἔπρεπε νά μιλήσω γιά ἕναν ἅγιο τῆς Κελτικῆς Ἐκκλησίας, δέν χωροῦσε ὁ κόσμος στόν ὑπόγειο ναό καί συγκινήθηκα, γιατί εἶδα νά ἐπαληθεύεται ἡ προσδοκία τοῦ ἁγίου. Ὁ μεγάλος ναός τοῦ καθολικοῦ ἦταν σχεδόν γεμάτος! Ὁ ἅγιος μᾶς δίδαξε νά ἀγαποῦμε τά πάντα ὡς δωρεές τοῦ Χριστοῦ καί ὡς ἀφορμές δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀγαποῦσε τά ζῷα καί ἰδιαίτερα τά πουλιά, ἀγαπούσε τά λουλούδια καί συγκινοῦνταν ἀπ’τά ἰδιαίτερα χρώματα καί ἀρώματά τους. Κοίταζε ὄχι πλάνα τοῦ περιβάλλοντος ἀλλά εἰδικά ἕνα-ἕνα τά λουλουδάκια, τά ζωάκια, τά ἔντομα. Ζοῦσε αὐτόν τόν κόσμο σάν Παράδεισο. Ἔβλεπε τά πάντα λουσμένα στό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ ἅγιος τοῦ Λεπροκομείου Εὐμένιος, πού ῥωτοῦσε μέ ἀπορία: -Μά καλά, δέν σᾶς ἀρέσει ἡ Ὁμόνοια;! Κι ἐνοοῦσε τήν πλατεῖα Ὁμονοίας, πού τήν ἔβλεπε σάν τό ὡραιότερο τοπίο!
          Τούς ἀνθρώπους, πού πήγαιναν κοντά του, δέν τούς μετροῦσε σάν ἄτομα οὔτε τούς κατέτασσε σέ ὁμάδες. Ἔβλεπε τόν καθένα ὡς πρόσωπο μέ ὅλες τίς ἰδιαιτερότητές του καί τούς θυμῶταν. Διέβλεπε τά πάθη ἀλλά καί τά παθήματα τῶν ἐπισκεπτῶν του καί πολλές φορές πρίν νά τούς δεῖ ἀκόμα. Συμπονοῦσε, παρηγοροῦσε, καθησύχαζε καί θεράπευε τούς ταλαιπωρημένους ἀνθρώπους. Ἀκόμα συμβούλευε ἀλλά καί μάλωνε συχνά. Μάλωνε μέ πραότητα σχεδόν πάντοτε. Κάποτε τόν ἐπισκεφτήκαμε μαζί μέ τήν γυναῖκά μου, πού τήν ἔβλεπε γιά πρώτη φορά. Μόλις μπήκαμε στό καλυβάκι του καί μᾶς εἶδε, βάζει τίς φωνές στήν γυναῖκά μου: -Ἄφησέ τα, κυρά μου, τά παιδιά σου, μήν τά βασανίζεις` τἄφαγες τά καημένα. Θά σοῦ φύγουνε. Ἐμεῖς μ’ἕνα στόμα ἀπολογηθήκαμε ὅτι γιά νά γίνουν καλά παιδιά τά πιέζουμε κι ἐκεῖνος συνέχισε μέ αὐστηρό ὕφος: -Ἐσεῖς νά γίνετε καλύτεροι καί νά τά ἀφήσετε ἥσυχα. Μετά ζήτησε νά τοῦ ποῦμε τά ονόματά τους μέ τή σειρά ἡλικίας τους καί ξαναζήτησε καί δεύτερη φορά νά τά ὁνοματίσουμε. Γιατί ξαναζητᾷς τά ὀνόματά τους, ῥώτησα ἐγώ ὑποψιασμένος. Κι ἐκεῖνος ἀπήντησε: -Γιά νά τά θυμοῦμαι βρέ… Ἔτσι ἤξερα κι ἐγώ ὅτι τά θυμοῦνταν ὁ ἅγιος στις προσευχές του.
          Ὁ ἅγιος Πορφύριος εἶχε συνείδηση τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς του μέσα στό λαό τοῦ Θεοῦ καί ἐκτιμοῦσε καί κάθε ἄλλη προσπάθεια γι’ αὐτόν τόν σκοπό.
          Θυμοῦμαι ἦταν Ὀκτώβρης τοῦ 1989 καί ἡ Πειραϊκή Ἐκκλησία, πού μόλις εἶχε ἱδρύσει τόν ῥαδιοφωνικό της σταθμό στά 91,2, ἔκανε τήν πρώτη ἐξωτερική της μετάδοση ἀπό τόν Παρνασσό στήν πλατεῖα Καρύτση. Μετέδιδε τήν παρουσίαση τοῦ πρώτου μου ἐγχειριδίου «Τά κρυφά σχολειά», γιά τή διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στά πρῶτα τμήματα, πού σχηματίστηκαν ἀπό ἐθελοντές μαθητές στούς νάρθηκες τῶν ἱερῶν ναῶν. Ὁ ἅγιος Πορφύριος παρακουλούθησε τήν ὁμιλία μέ ἕνα κασσεττοφωνάκι καί ἐνθουσιάστηκε ὑπερβολικά ἴσως ὄχι ἀπό τήν ὁμιλία, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἀπό τήν πρωτοβουλία μας. Ἰδιαίτερα ἐνθουσιάστηκε μέ τή λειτουργία τοῦ πρώτου Ἐκκλησιαστικοῦ Ῥαδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ στήν Ἑλλάδα. Πῆρε ἀμέσως τηλέφωνο σπίτι μου, χωρίς νά εἶμαι ἀκόμα ἐκεῖ καί βρῆκε τή γυναῖκά μου καί ἐξέφρασε τόν θαυμασμό του. Ἡ γυναῖκά μου ἀπ’τή συγκίνησή της δέν συγκράτησε σχεδόν τίποτε ἀπό τά λόγια του, ξαφνιάστηκε ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τοῦ ἁγίου. Πραγματοποιήσατε, ἔλεγε, τό ὄνειρο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού ἤθελε νά μπορέσει νά ἀνέβει στά σύννεφα κι ἀπό ΄κεῖ νά κηρύξει στό λαό τοῦ Θεοῦ.
          Τόν ἀπασχολοῦσε τόν ἅγιο ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν καί μοῦ πρότεινε νά πάω κάποια μέρα, γιά νά μοῦ δείξει πῶς νά τά διδάσκω καλύτερα καί εἶμαι πλέον βέβαιος ὅτι νοερά μέ δίδαξε καί μέ βελτίωσε, παρ’ὅλο πού δέν ὁλοκληρώσαμε… Καί αὐτά ἔγιναν ἐνῷ συσταίνονταν ὁ ἴδιος ὡς ‘‘πτυχιοῦχος’’ τῆς Α΄Δημοτικοῦ.
          Ἀπό τότε ἔνιωθα ὅτι μέ συνοδεύει καί μέ παρακολουθεῖ στό πενιχρό, διδακτικό καί κηρυκτικό μου ἔργο. Κάποια μέρα μέ κάλεσε ὁ πατήρ Βασίλειος Τσιμούρης, ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀναργύρων Καραβᾶ, νά τόν συνοδεύσω στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου, γιά νά τελέσουμε μαζί τόν ἑσπερινό, μετά ἀπό πρόσκληση τῶν μοναζουσῶν. Ὅταν μπῆκα στό μικρό ναό, πού εἶναι ἀνάμεσα στά κελλιά, ἔνιωσα ἔντονη συγκίνηση καθώς ἀνέπνεα τόν ἀέρα, πού εἶχε ἁγιάσει ὁ ἅγιος μέ τίς συχνές ἀκολουθίες του μέσα σ’αὐτόν. Ἀπό τή συγκίνηση νόμιζα πώς ἔτρεμα, ἄν δέν ἔτρεμα πραγματικά. Κι ἐνῷ ἐγώ τά εἶχα χαμένα, κάποιος μέ εἰδοποίησε νά πάω στό ἱερό βῆμα. Ἐκεῖ ὁ πατήρ Βασίλειος μοῦ πρότεινε νά ‘‘πῶ δυό λόγια’’ στό μικρό ἐκκλησίασμα. Ἔντρομος καθώς ἤμουν εἶπα πώς δέν εἶμαι σέ θέση νά μαζέψω τίς σκέψεις μου, τά εἶχα χαμένα. Τότε ὁ πατήρ Βασίλειος ἀνοίγει μιά κασσέλα καί βγάζει ἀπό μέσα ἕνα φελόνιο καί τό ῥίχνει ἐπάνω μου, ὅπως ὁ πνευματικός τό πετραχῆλι του στόν ἐξομολογούμενο καί ἔκανε μιά σύντομη εὐχή. Μέ μιᾶς ἡ ταραχή μου σταμάτησε, γέμισα γαλήνη καί αὐτοκυριαρχία καί τόν ἄκουσα νά μοῦ λέει:      -Τώρα βγές στήν Ὡραία Πύλη. Κατάλαβα ὅτι αὐτό τό φελόνιο ἦταν τοῦ ἁγίου καί δυναμώθηκα. Βγῆκα στήν Ὡραία Πύλη, ἐξακολουθώντας ν’ ἀμφιβάλλω ἄν θά ἔλεγα κάτι ἀξιόλογο. Εἶδα ὅμως ἀπό κάτω τίς μοναχές νά γράφουν στό μαγνητοφωνάκι τους τήν ὁμιλία μου κι ἀπ’ αὐτό συμπέρανα ὅτι δέν ἔλεγα ἀνοησίες, ὅπως φοβώμουν.
          Ἔτσι ἀντιλήφθηκα ὅτι καί μέτά θάνατον ὁ ἅγιος εἶναι μαζί μας καί μᾶς παρακολουθεῖ, γι’αὐτό τόν ἐπικαλοῦμαι σέ κάθε δύσκολη ὥρα σάν νά τόν ἔχω μπροστά μου καί συνειδητά τό πιστεύω ὅτι τόν ἔχω μπροστά μου. Καί πιστεύω ὅτι βλέπει τά καμώματά μας, τούς φόβους  καί τίς λιποψυχίες μας καί θ’ἀγανακτεῖ μέ τήν ἀνωριμότητά μας καί θά λέει: -Τί φοβᾶστε, βρέ χαζοί;
          Μέ τήν πολυβασανισμένη ζωή του, μέ τήν ἄνετη χάρη του νά θεραπεύει καταστάσεις, νά προειδοποιεῖ, νά διαβλέπει, νά προβλέπει, νά ἐξηγεῖ μέ θαυμαστή σοφία καί πληροφόρηση πάνω σέ θέματα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς ἐξειδικευμένης ἀκόμα, μέ τίς θαυματουργικές ἐμφανίσεις του σέ νοσοκομεῖα τοῦ ἐξωτερικοῦ, πού μέ ἐπιμέλεια  τίς ἔκρυβε, γιά νά συμπαρασταθεῖ σέ συγκεκριμένα πρόσωπα γιά συγκεκριμένους λόγους. Μέ ὅλα αὐτά ἀνέτρεψε τήν ἀπολυτοποίηση τοῦ κοσμικοῦ τρόπου ζωῆς. Περνοῦσε μπροστά ἀπό τήν ἐπιστήμη χωρίς νά τήν περιφρονεῖ ἀλλά ἴσα-ἴσα δίνοντάς της μιά πνευματική πνοή.
          Ὁ ἅγιος Πορφύριος ξεσκέπασε τήν αἰτία τῆς κατάθλιψης, πού ἐπικρατεῖ στόν παγκόσμιο πληθυσμό καί εἶναι ἰσχυρότερη στούς πιό εὐημεροῦντες λαούς. Οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι μάχονται τόν Θεό καί τόν μισοῦν συνειδητά, πιστεύουν ὅτι μποροῦν νά εὐτυχήσουν καί καταθλίβονται ὅταν διαπιστώσουν ὅτι δέν τό κατορθώνουν. Ὅσοι προσπαθοῦν νά παίξουν κρατῶντας μιά στάση ἀνοχῆς ἀπέναντι στό Θεό καί προσπαθοῦν νά τόν ξεγελάσουν μέ τυπικές ὑποκριτικές συμμορφώσεις, πάλι καταθλίβονται καί δέν ἔχουν ἐλπίδα νά βροῦν τή χαρά, γιατί πιστεύουν ὅτι ἔχουν τοὐλάχιστον τίς προϋποθέσεις τῆς χαρᾶς` κρατοῦν γερά τήν πίστη τους ὅτι ὁ πλοῦτος, ἡ ἐπιστήμη, ἡ πολιτική καί ἡ συνεπής κερδοσκοπία τελικά θά τούς κάνουν εὐτυχισμένους. Καί ἡ καρδιά τους, τό ἀμανέτι τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει καί ὁ Μακρυγιάννης, κλαίει καί θρηνεῖ γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Πλάστη της` κι αὐτό λέγεται κατάθλιψη.
          Ὁ ἅγιος Πορφύριος γελοιοποίησε τό κοσμικό πνεῦμα πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στη λεγόμενη ‘‘πρόοδο καί ἀνάπτυξη’’, ὅταν γίνει ἰδανικό καί τελικός σκοπός τῆς ζωῆς. Ἔδειξε ἁπλά καί πρακτικά τό μεγαλεῖο τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀγάπης πρός τόν καθένα καί τό κάθε τι ὅταν αὐτός πού ἀγαπάει εἶναι στραμμένος στό κέντρο, πού εἶναι ὁ Χριστός.
          Ἔβλεπε τόν Χριστό νά γνέφει στοργικά μέσα ἀπ’ὅλα τά πράγματα. ‘‘Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν’’. Δέν ὑπάρχει ἀληθινή ἀρετή χωρίς τόν Χριστό. Γιά τήν ἀκρίβεια δέν ὑπάρχει ἀρετή, ἀλλά ὁ Χριστός πού ἐκφράζεται ὡς ἀρετή.
          Ἀνέβηκε πάνω ἀπ’τήν ἠθική καί τήν ἠθικολογία` τά ἀντικατέστησε μέ τόν ἔρωτα. Ὅταν ἀγαπᾷς θερμά κάποιον ἤ κάτι, πῶς μπορεῖς νά τό βλάψεις ἤ νά τό δεῖς αἰσχρά. Τελικά ἐπέμενε ὅτι τά πάντα ὑπάρχουν ἀληθινά καί δυναμικά ὡς ἐκφράσεις τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί ἦταν πρόσχαρος καί ὑπομονετικός ἀκόμα καί μέσα στούς τόσους πόνους καί τά κάθε λογῆς βάσανα.
          Ὁ ἅγιος Πορφύριος διακήρυξε καθαρά καί δυνατά ἀλλά καί ἔδειξε μέ τό σαφές παράδειγμά του ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Δόξα τῷ Θεῷ λοιπόν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΣΤ΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Μτθ. κε΄ 14-30)
- Ἡ παραβολή τῶν ταλάντων -
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί χριστιανοί, συχνά δίδασκε τούς ἀνθρώπους μέ παραβολές. Οἱ παραβολές ἦταν φτιαχτές ἱστορίες ἀπό τήν καθημερινή ζωή πού φανέρωναν καί φανερώνουν, μέ παραστατικό καί ἐντυπωσιακό τρόπο ἡ καθεμιά, κάτι ξεχωριστό γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι πού τίς ἀκοῦνε κατανοοῦν τήν ἀξία τους, ἀφοῦ ὁ Χριστός φανερώνει μ’ αὐτές μοναδικές ἀλήθειες γιά τό Θεό, τό συνάνθρωπο καί τήν ἀγάπη. Ἀκόμη χαράσσονται βαθιά μέσα τους καί τίς θυμοῦνται πάντοτε.
Μία ἀπό τίς πολλές παραβολές τοῦ Χριστοῦ ἀκούσαμε καί στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, τήν παραβολή τῶν ταλάντων. «Ἕνας ἄνθρωπος, λέγει ὁ Ἰησοῦς, πού θά πήγαινε ταξίδι κάλεσε τούς δούλους του καί τούς ἐμπιστεύτηκε τά ὑπάρχοντά του. Σ’ ἕναν ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ’ ἄλλον δύο, σ’ ἄλλον ἕνα, στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἱκανότητά του. Καί ἔφυγε ἀμέσως γιά τό ταξίδι».
Ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς, πού θά πήγαινε ταξίδι, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν δωρεοδότη Θεό, πού μοιράζει στούς ἀνθρώπους πλουσιοπάροχα τά χαρίσματά Του. Παρατηροῦμε μάλιστα πώς τά χαρίσματα δέ δίδονται ὅλα σέ ὅλους: «ᾧ μέν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δέ δύο, ᾧ δέ ἕν». Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε πῶς ὁ Θεός μοιράζει τά χαρίσματά Του. Ὁ Θεός δίνει στόν καθένα ὅσο θέλει καί ὁ ἄνθρωπος παίρνει τό χάρισμά του ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά του. Τό εὐχάριστο, βέβαια, εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρίς ἔστω καί ἕνα τάλαντο. Ἀρκεῖ νά προσπαθήσουμε ὁ καθένας νά ἀνιχνεύσουμε καί νά βροῦμε μέσα μας τό χάρισμα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός. Κι ἄς μή παραπονιόμαστε πώς τάχα ἀδικηθήκαμε. Εἶναι ἀρκετό νά γνωρίζουμε πώς «ἐκάστω δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τό συμφέρον» (Α΄ Κορ. ιβ, 7) καί «κατά τήν ἰδίαν δύναμιν». Ἡ ποικιλία ἐξάλλου τῶν χαρισμάτων μέσα στό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεγονός. Γιά νά λειτουργεῖ ἁρμονικά καί ἀποδοτικά αὐτό τό σῶμα ἔχει ἀνάγκη πολλῶν καί ποικίλων χαρισμάτων. Γι’ αὐτό κάθε μέλος αὐτοῦ του σώματος θεωρεῖται καί εἶναι χαρισματοῦχο. Δέν ἔχει σημασία ἄν ὅλοι δέν ἔχουν κάποιο ἐντυπωσιακό χάρισμα. Γεγονός ὅμως εἶναι πώς ὁ καθένας ἔχει τήν ἰδιαιτερότητά του, ἀφοῦ εἶναι μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο πρόσωπο. Γι’ αὐτή τήν ποικιλία τῶν χαρισμάτων ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει πώς, ὅπως ἡ κιθάρα μόνο ὅταν ἔχει διαφορετικές χορδές μπορεῖ νά ἀποδίδει ἁρμονική μελωδία, ἔτσι καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία λειτουργεῖ ἁρμονικά μέ τίς διαφοροποιήσεις τῶν χαρισμάτων.
«Ὕστερα ἀπό ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα», συνεχίζει ὁ Χριστός στήν παραβολή Του, «γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καί τούς ζητεῖ λογαριασμό. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τά πέντε τάλαντα καί τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. Κύριε, τοῦ λέει, μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα, κοίτα, κέρδισα μ’ αὐτά ἄλλα πέντε. Ὁ κύριος του εἶπε: Εὖγε, καλέ καί ἔμπιστε δοῦλε, ἀποδείχτηκες ἀξιόπιστος στά λίγα, γι’ αὐτό θά σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. Ἔλα νά γιορτάσεις μαζί μου». Τά ἴδια ἄκουσε καί ἐκεῖνος πού πῆρε δύο τάλαντα καί τοῦ παρουσίασε τέσσερα. Ἦρθε ὅμως καί ὁ τρίτος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο καί τοῦ εἶπε: «Κύριε, ἤξερα πώς εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος… γι’ αὐτό φοβήθηκα καί ἔκρυψα τό τάλαντό σου στή γῆ. Ὁρίστε τά λεφτά σου». Ὁ κύριος του ἀποκρίθηκε: «Πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ, ἤξερες ὅτι θερίζω ὅπου δέν ἔσπειρα… ἔπρεπε λοιπόν νά βάλεις τά χρήματα στήν τράπεζα καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα μέ τόκο. Πάρτε του λοιπόν τό τάλαντο καί δῶστε το σ’ αὐτόν πού ἔχει τά δέκα. Καί τόν ἄθλιο αὐτόν δοῦλο πετάξτε τόν ἔξω στό σκοτάδι».
Γιά τά χαρίσματα, ἀγαπητοί χριστιανοί, πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός θά λογοδοτήσουμε ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς κρίσεως. Εἶναι πλάνη νά νομίζουμε πώς τό χάρισμα μᾶς ἀνήκει καί μᾶς προσδίδει προσωπική ἀξία. Ἄν τό βλέπουμε ἔτσι, τότε τό χρησιμοποιοῦμε γιά προσωπική προβολή καί ἐπιβολή καί συχνά γιά καταδυνάστευση καί ἐκμετάλλευση τῶν ἄλλων. Ὁδηγούμαστε συνεπῶς στήν κατάχρηση τῆς δωρεᾶς, στόν ἐγωισμό, στήν ἄρνηση τῆς ἀγάπης ἤ στήν ἀδράνεια καί στήν ἀπόκρυψη τοῦ ταλάντου καί τελικά στήν ἀπώλεια τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ γιατί «ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος καί ὁ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ», ὅπως ἔγινε μέ τό πονηρό καί ὀκνηρό δοῦλο.
Συνεπῶς, ὀφείλουμε νά καλλιεργοῦμε καί νά ἀναπτύσσουμε τά τάλαντά μας. Νά ἐργαζόμαστε πάνω σ’ αὐτά, νά τά ἀξιοποιοῦμε καί νά τά πολλαπλασιάζουμε. Ἡ ἀξιοποίηση βέβαια γίνεται ὅταν προσφέρουμε τά χαρίσματά μας «πρός τόν καταρτισμόν τῶν Ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀξιοποίηση τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει καί κοινωνική προσφορά καί φιλανθρωπία πρός τούς πάσχοντες ἀδελφούς μας. Ἐξάλλου εἶναι γνωστό ἀπό τήν παραβολή τῆς κρίσεως, πώς τό κριτήριο τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό μας. Τό ἄνοιγμα ἄρα τοῦ οὐρανοῦ καί ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας περνᾶ μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τή σχέση μας δηλαδή μέ τό Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή της καί τή σχέση μας μέ τούς ἀδελφούς μας, πού εἶναι τά μέλη της. Ἄν τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε τά χαρίσματά μας θά χρησιμοποιηθοῦν γιά τήν προαγωγή αὐτοῦ τοῦ σώματος καί ὑπάρχει βέβαιη ἐλπίδα νά ἀκούσουμε καί ἐμεῖς τά λόγια του Κυρίου: «Εὖ δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ· εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου». Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Ο Απόστολος της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου 2016

topioΤώρα εἶναι
ὁ καιρὸς
τῆς χάρης,
τώρα εἶναι
ἡ ἡμέρα
τῆς σωτηρίας.


(Β´ Κορ. στ´ 1-10)
Αδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς – λέγει γάρ· «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι»· ἰδοὺ νῦν «καιρὸς εὐπρόσδεκτος», ἰδοὺ νῦν «ἡμέρα σωτηρίας» – μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτͺῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Αδελφοί, συνεργάτες τοῦ Θεοῦ καθὼς εἴμαστε, σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μὴν ἀφήσετε νὰ πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ δεχτήκατε, γιατὶ ἡ Γραφὴ λέει· Στὸν καιρὸ τῆς χάρης σὲ ἄκουσα, καὶ τὴν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σὲ βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρὸς τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δὲν φέρνουμε σὲ κανένα, γιὰ νὰ μὴ δυσφημηθεῖ τὸ ἔργο μας. ᾿Αντίθετα, μὲ κάθε τρόπο συσταίνουμε τὸν ἑαυτό μας ὡς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ· μὲ τὴ μεγάλη ὑπομονή μας, μὲ τὶς θλίψεις, μὲ τὶς δυσχέρειες, τὶς στενοχώριες, τὶς κακοποιήσεις, τὶς φυλακίσεις, τὶς ἐναντίον μας ἐξεγέρσεις, τὶς ταλαιπωρίες, τὶς ἀγρύπνιες, τὴν πείνα. Συσταίνουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν ἐντιμότητα, τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας, τὴν ἀνεκτικότητα, τὴν καλοσύνη, τὴ φώτιση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη, μὲ τὸ κήρυγμα γιὰ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὅπλα τῆς σωτηρίας τὰ ἐπιθετικὰ καὶ τὰ ἀμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα καὶ ἀτίμωση, δυσφήμηση καὶ ἔπαινο. Μᾶς θεωροῦν λαοπλάνους, καὶ ὅμως λέμε τὴν ἀλήθεια· μᾶς ἀγνοοῦν καὶ ὅμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στὸν θάνατο, καὶ νά ποὺ ζοῦμε· μᾶς βασανίζουν, ἀλλὰ δὲν πεθαίνουμε· μᾶς προξενοῦν στενοχώριες κι ὅμως πάντοτε χαιρόμαστε· εἴμαστε φτωχοί, κάνουμε ὅμως πολλοὺς νὰ πλουτίσουν· τίποτα δὲν ἔχουμε καὶ τὰ πάντα κατέχουμε.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου 2016 - ΙΣΤ´ Ματθαίου

talantonΣὲ καθέναν ποὺ ἔχει,
θὰ τοῦ δοθεῖ
μὲ τὸ παραπάνω
καὶ θά ᾿χει περίσσευμα·
ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει,
θὰ τοῦ πάρουν
καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει.



(Ματθ. κε´ 14-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. ῾Ωσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. ῾Ο δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον. Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. ῎Αρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ μοιάζει μ᾿ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, φεύγοντας γιὰ ταξίδι, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Σ᾿ ἄλλον ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ᾿ ἄλλον δύο, σ᾿ ἄλλον ἕνα, στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὴν ἱκανότητά του, κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ ταξίδι. Αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, πῆγε καὶ τὰ ἐκμεταλλεύτηκε καὶ κέρδισε ἄλλα πέντε. Κι αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ δύο τάλαντα, κέρδισε ἐπίσης ἄλλα δύο. ᾿Εκεῖνος ὅμως ποὺ ἔλαβε τὸ ἕνα τάλαντο, πῆγε κι ἔσκαψε στὴ γῆ καὶ ἔκρυψε τὰ χρήματα τοῦ κυρίου του.  ῞Υστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα, γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καὶ ἔκανε λογαριασμὸ μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὰ πέντε τάλαντα καὶ τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. “Κύριε”, τοῦ λέει, “μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα· κοίτα, κέρδισα μ᾿ αὐτὰ ἄλλα πέντε”. ῾Ο κύριός του τοῦ εἶπε· “εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ὁ ἄλλος μὲ τὰ δύο τάλαντα καὶ τοῦ εἶπε· “κύριε, μοῦ ἐμπιστεύτηκες δύο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα ἄλλα δύο”. Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· “εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὸ ἕνα τάλαντο καὶ τοῦ εἶπε· “κύριε, ἤξερα πὼς εἶσαι σκληρὸς ἄνθρωπος. Θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔσπειρες καὶ συνάζεις καρποὺς ἐκεῖ ποὺ δὲν φύτεψες. Γι᾿ αὐτὸ φοβήθηκα καὶ πῆγα κι ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ. ῾Ορίστε τὰ λεφτά σου”. ῾Ο κύριός του τοῦ ἀποκρίθηκε· “δοῦλε κακὲ καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες πὼς θερίζω ὅπου δὲν ἔσπειρα, καὶ συνάζω καρποὺς ἀπ᾿ ὅπου δὲν φύτεψα! Τότε ἔπρεπε νὰ βάλεις τὰ χρήματά μου στὴν τράπεζα, κι ἐγὼ ὅταν θὰ γυρνοῦσα πίσω θὰ τὰ ἔπαιρνα μὲ τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, τὸ τάλαντο καὶ δῶστε το σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα. Γιατὶ σὲ καθέναν ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ παραπάνω καὶ θά ᾿χει περίσσευμα· ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει, θὰ τοῦ πάρουν καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει. Κι αὐτὸν τὸν ἄχρηστο δοῦλο πετάξτε τον ἔξω στὸ σκοτάδι. ᾿Εκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια’’». ᾿Αφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση· «῞Οποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκούει ἂς τὰ ἀκούει».

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Φαναριώτες, τα παλιά τζάκια του Βυζαντίου

Με την ονομασία Φαναριώτες ονομάζουμε όλους τους Έλληνες που έζησαν στην Τουρκοκρατούμενη πλέον Κωνσταντινούπολη, μετά την Άλωση. Η ονομασία προέρχεται από την συνοικία Φανάρι, είναι η περιοχή που εδρεύει το Ελληνορθόδο Πατριαρχείο από το 1601, πιο πριν έδρευε στην Παμμακάριστο. Γύρω από την συνοικία του Φαναριού λοιπόν, συγκεντρώθηκαν και έζησαν οι Έλληνες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι Έλληνες της Τουρκοκρατούμενης πλέον Κωνσταντινούπολης, ήταν μορφωμένοι άνθρωποι που διατηρούσαν στενή σχέση αλληλεξάρτησης με το Πατριαρχείο. Ασχολήθηκαν κυρίως με το εμπόριο και την είσπραξη φόρων: νοίκιαζαν μονοπώλια ή δικαίωμα εκμετάλλευσης φόρων από τους Τούρκους για δική τους εκμετάλλευση. Kατ΄αυτόν τον τρόπο, πολλοί από αυτούς πλούτισαν και προόδευσαν. Αρκετοί από αυτούς έγιναν Δραγουμάνοι της Υψηλής Πύλης και επηρέαζαν τους Τούρκους και τις πολιτικές αποφάσεις που αυτοί έπαιρναν. Συναντάμε εδώ ένα μεγάλο παράδοξο: οι νικητές Τούρκοι εμπιστεύονται κάποιες από τις σημαντικότερες πολιτικές θέσεις στους νικημένους, αλλόθρησκoυς Έλληνες. Φυσικά υπήρχε ο κίνδυνος οι Έλληνες να δρουν εναντίον των Τούρκων, και αυτό γινόταν όντως αρκετές φορές. Γιατί μπορεί οι Φαναριώτες να ζούσαν και να ευημερούσαν στην Τουρκία αλλά το μεγάλο τους όνειρο, όπως κάθε Έλληνα, ήταν η ανάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ποιες ήταν οι πιο γνωστές Φαναριώτικες οικογένειες; Μα φυσικά, οι Καντακουζηνοί, με παλαιά Βυζαντινή καταγωγή, απόγονοι του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και με δράση σε όλη την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αλλά και της Τουρκοκρατίας. Η οικογένεια Μουρούζη, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν το γένος, συνωμοτώντας κατά των Τούρκων, πέντε νέοι Μουρούζηδες αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους, ήταν όλοι Μεγάλοι Διερμηνείς είτε της Πύλης είτε του Στόλου. Οι Μαυροκορδάτοι, που έπαιξαν ενεργό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση. Οι Υψηλάντηδες, η συμμετοχή τους στην Φιλική Εταιρεία είναι σε όλους γνωστή. Και πόσες άλλες οικογένειες ακόμα: Σούτσου, Ραγκαβή, Μαυρογένη, Σχινά, Νέγρη κλπ. Αρκετοί από αυτούς είχαν ιταλική, ποντιακή, μολδαβική καταγωγή. Κυριάρχησαν στην Τουρκική ζωή για τετρακόσια χρόνια, πολλοί από αυτούς έπαιξαν το κεφάλι τους κορώνα γράμματα  για την λεγόμενη Μεγάλη Ιδέα του Γένους. Προτίμησαν όμως να παίξουν το δικό τους κεφάλι και όχι τη Μεγάλη Ιδέα. Το κεφάλι ήταν δικό τους και σε τελική ανάλυση μπορούσαν να το διαθέσουν όπως θέλουν, η ιδέα όμως δεν τους ανήκε, ήταν του Γένους.
Δύο κοινά είχαν όλοι οι Φαναριώτες, ασχέτως καταγωγής και άλλων γνωρισμάτων: α) την ελληνική γλώσσα, όλοι τους ήταν άριστοι γνώστες της ελληνικής γλώσσας, όλα τα επίσημα έγγραφα του Οθωμανικού κράτους και η αλληλογραφία με τα λοιπά κράτη γινόταν στην ελληνική! και β) η Ορθοδοξία. Αυτοί οι δύο πόλοι, άλλωστε κράτησαν ζωντανό το όνειρο.
Οι Φαναριώτες επίσης διακρίθηκαν ως Ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, θέσεις με μεγάλη ισχύ και οικονομικές απολαβές. Από τις αρχές του 18ου αιώνα έως και το 1821 τουλάχιστον 45 Φαναριώτες διετέλεσαν Ηγεμόνες των δύο Παραδουνάβιων περιοχών.

Μετά την ελληνική επανάσταση και την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους, πολλοί Φαναριώτες ήρθαν στην Ελλάδα. Αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία και έχθρα από τους ντόπιους και κανείς δεν τους αναγνώρισε το έργο τους. Τι ήταν αυτό που οδήγησε τους Παλαιοελλαδίτες να φερθούν έτσι; Η ζήλια για τα πλούτη και τα μεγαλεία των Φαναριωτών; Η άποψη ότι ήταν Τουρκόφιλοι, συνεργάτες του εχθρού; Η διαφορετική νοοτροπία; Γιατί έως και τα σύγχρονα χρόνια οι ιστορικοί δεν αναγνωρίζουν το μεγάλο έργο των Φαναριωτών;
Υπήρχαν πολλές διαφορές νοοτροπίας τότε. Ο Μωραΐτης και ο Ηπειρώτης που είχαν δώσει και αυτοί τη ζωή τους για την επανάσταση, φορούσαν φουστανέλες και τσαρούχια και ήταν αγράμματοι (όχι επειδή δεν ήθελαν τα γράμματα, αλλά επειδή ήταν φτωχοί και σκλάβοι και δεν είχαν την ευκαιρία να τα μάθουν). Από την άλλη οι Φαναριώτες φορούσαν φράγκικα ρούχα, ήταν πλούσιοι και ήξεραν πέντε γλώσσες ο καθένας τους. Οι Παλαιοελλαδίτες πάλεψαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας όπως μπορούσαν με όπλα και με πόλεμο. Από την άλλη οι Φαναριώτες πάλεψαν με διπλωματία γράφοντας γράμματα και συνωμοτώντας. Οι Παλαιοελλαδίτες ήθελαν την επανάσταση και να ελευθερώσουν όσο πιο πολλές περιοχές μπορούσαν με το τσεκούρι. Οι Φαναριώτες πίστευαν στη μεγάλη ιδέα της ανάκτησης της Πολυεθνικής Αυτοκρατορίας με αρχηγό την ελληνική νοοτροπία, γλώσσα και θρησκεία. Δηλαδή, με άλλα λόγια πίστευαν στο όνειρο του Ρήγα Βελεστινλή. Οι Παλαιοελλαδίτες είχαν ενστερνιστεί την ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης, της ισότητας και της ελευθερίας, ενώ οι Φαναριώτες αντιπροσώπευαν το παλιό κατεστημένο: αριστοκράτες, δωροδοκίες, παλιά τζάκια.
Η Ελλάδα είχε απελευθερωθεί μετά από τετρακόσια χρόνια και οι Έλληνες αντί να πορευτούν μαζί προσπαθώντας για ό,τι καλύτερο, κατηγορούσαν τον ελληνισμό- ή έστω ένα κομμάτι του. Γιατί κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί στους Φαναριώτες την ελληνικότητα! Γιατί άραγε ο πόλεμος με τα σπαθιά και τα κουμπούρια είναι ανώτερος από τον πόλεμο της συνωμοσίας και της γραφειοκρατίας; Πώς μπορεί κανείς να βαθμολογήσει τον πατριωτισμό και τις διαφορετικές προσεγγίσεις του;
Πλέον στον 21ο αιώνα, το έργο των Φαναριωτών είναι γνωστό στους Έλληνες. Έχουμε δυστυχώς βρει άλλα πράγματα για να μαλώνουμε μεταξύ μας. Θα ήθελα να κλείσω αυτό το κείμενο αντιγράφοντας τα λόγια ενός πολύ αγαπημένου μου Έλληνα, του μεγάλου Διονύση Ρώμα. Τα έχει γράψει με αφορμή το θέμα των Φαναριωτών και της έχθρας που αντιμετώπισαν από τον υπόλοιπο ελληνικό λαό.
«Όλα αυτά όμως ήτανε χολή και ξίδι για έναν κόσμο που μόλις είχε αποτινάξει το ζυγό του πασά και του μπέη και θεωρούσε κάθε υπεροχή σαν μια καταπάτηση της ιερής αρχής «Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης». Πρόκειται για την αιώνια -και τόσο ανθρώπινη- παρερμηνεία της ισότητας σαν αναγκαστικού υποβιβασμού του δυνατού στα επίπεδα του αδύναμου και όχι σαν προώθηση του τελευταίου στο επίπεδο του πρώτου.»  

Εύη Ρούτουλα

 http://anastasiosds.blogspot.gr/2016/01/blog-post_26.html

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Η γιαγιά με τους Χαιρετισμούς

Ήτανε Μεγάλη Σαρακοστή .Μα δε θυμάμαι του πότε...Τρίτοι Χαιρετισμοί.Στο μοναστήρι τους κάναμε αργά τους Χαιρετισμούς. Οι Παρασκευές της Σαρακοστής όπως και να το κάνεις είναι οι πιο χαρούμενες μέρες .
Στη μέση του ναού η εικόνα της Παναγιάς με τα κεριά της και τις κεντημένες ποδιές.Και το χαμε τυπικό κάθε φορά να βγάζουμε κι άλλη Παναγιά στο προσκυνητάρι να ακούσει τους Χαιρετισμούς.
Τη μια το "'Αξιον εστί" και μετά την Γλυκοφιλούσα και την Παναγία του Πάθους, εκείνη την εβδομάδα της Σταυροπροσκύνησης .Τούτες οι μικρές αλλαγές ομόρφαιναν τη ζωή.
Το Πάσχα ήταν τότε νωρίς και η Σαρακοστή έπεφτε μεσ το χειμώνα.Κρύο πολύ.Είχαμε στη λιτή ξυλόσομπα και ο εκκλησιαστικός ο π.Νήφωνας έβαζε κούτσουρα μεγάλα.Ατμόσφαιρα Παπαδιαμαντική.Τώρα τα αναπολώ με γλυκασμό και νοσταλγία.
Τέλειωσε ο κανόνας και ο δεξιός ψάλτης πήρε να λέει  αργά το τη Υπερμάχω.Και ο  παπάς αργά βγήκε από την ωραία πύλη με το βιβλίο του και το θυματό να διαβάσει τους Χαιρετισμούς.Θύμιασε με σέβας έκανε τις μετάνοιες και πήρε τη θέση του μπροστά στο προσκυνητάρι.
Ησυχία ...
Ξεκινάει ο εφημέριος τους Χαιρετισμούς..και μέσα στη σιγαλιά της ακολουθίας μια  φωνή μιας μικροκαμωμένης γιαγιάς ακουγόταν στο βάθος να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια!!!Οι πιο θερμοί  πήραν νωρίς   φωτιά.Σσσσσ
Η φωνή όμως δεν σταματούσε .Σα να το βαζε πείσμα μάλιστα να ξεπεράσει τον παπά σε δύναμη.Ακόμα και οι πιο μακρόθυμοι έφτασαν να δυσφορήσουν .
-Μα ποιος μιλά φώναξε κάποιος.Ο μόνος που δεν μίλησε ήτανε ο παπάς.
Τελειώσανε  οι χαιρετισμοί ,ξανά τη Υπερμάχω και μετά το Άσπιλε.Άμα απόλυσε ο παπάς και βγαίναμε από το Καθολικό πήρα παράμερα τη γιαγιά που μας τάραξε με τη φωνή της να τη "συνετίσω".
-Κυρία ξέρετε.... τα λόγια του παπά τα διαβάζει μοναχά εκείνος.Πως να σας το πω...Είναι τα δικά του.'Εχει άλλους ψαλμούς που τους λέμε όλοι μαζί.Μα η γιαγιά έμοιζε να μην το καταλαβαίνει και μου είπε... την ευχή σας.
-Λέω ,για αυτό που έγινε σήμερα.Δεν πρέπει να δημιοργούμε αταξία στην εκκλησία.
Μια νεαρή γυναίκα που τη συνόδευε τη γιαγιά, κάτι της φώναξε δυνατά στο αυτί και το μυστήριο της καλής γιαγιάς λύθηκε.Η γιαγιά κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της και έδειξε λυπημένη..
-Συμπάθαμε αδελφέ μου λέει, μα δεν ακούω καθόλου!!!Τους λέω τους Χαιρετισμούς και γω αφού δεν μπορώ να τους ακούσω από τον παππούλη.Συμπάθαμε αν σε πίκρανα...
Έμεινα να την κυττώ όμοια μορφή βγαλμένη από συναξάρι.
-Να τους λες γιαγιά,και λέγε και για μένα ένα "Κύριε ελέησον"εμένα που δεν τους ξέρω ούτε από μέσα.
π.Εφραίμ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ




                                             Νικολάου Στ. Μπακοδήμου, θεολόγου

                                                 
  
Παλαιὸς Μητροπολιτικὸς Ναὸς Ἁγίου Μηνᾶ.
Ἡ Ὑπαπαντὴ (Ἐργο Γεωργίου Καστροφυλάκου 1746)   


                Η σκηνή της Υπαπαντής, τοποθετείται μπροστά στο Άγιο Βήμα. Διακρίνουμε την Αγία Τράπεζα, το βημόθυρο και το θολωτό κιβώριο, στηριγμένο σε τέσσερεις κολώνες. Η Θεοτόκος απλώνει τα χέρια της για να παραλάβει το Βρέφος από το Συμεών. Εκείνος με χέρια σκεπασμένα, κρατάει το Βρέφος, το Οποίο με το δεξί χέρι απλωμένο, λαχταρά να πέσει στην αγκαλιά της. Η μορφή του Συμεών εντυπωσιάζει∙ δείχνει να συγκλονίζεται από τα γενόμενα, έτοιμος να πει ‹‹Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν σου, Δέσποτα».
Το Θείο Βρέφος, αν και η σκηνή τοποθετείται σαράντα ημέρες μετά τη Γέννηση, δε φαίνεται σπαργανωμένο∙ έχει φωτοστέφανο, ειλητάριο στο χέρι και θεία εμφάνιση, Είναι ο Εμμανουήλ, ο Λόγος του Θεού, το σωτήριον που ετοίμασε ο Θεός για όλους τους ανθρώπους, το φως και η δόξα των λαών.

   Διακρίνουμε επίσης την προφήτιδα Άννα. Το ένα της χέρι υψωμένο σε σχήμα ομιλίας, ενώ με το άλλο κρατάει ειλητάριο που γράφει κείμενο για το Χριστό. Γέρνει το κεφάλι προς τον Ιωσήφ, σα να απευθύνει το λόγο σε εκείνον.
Σε άλλες εικόνες εμφανίζεται ο Ιωσήφ να κρατάει δύο τρυγόνια ή περιστέρια. Τα πουλιά αυτά συμβόλιζαν Ιουδαιοχριστιανούς και τους εξ εθνών, αλλά και τις δύο Διαθήκες. ‹‹Ὁ τοῖς Χερουβίμ ἐποχούμενος καί ὑμνούμενος ὑπό τῶν Σεραφίμ, σήμερον τῷ θείῳ ἱερῷ κατά νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις' καί ὑπό Ἰωσήφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς, ὡς ζεῦγος τρυγόνων τήν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν καί τῶν ἐθνῶν τόν νεόλεκτον emoticon smile νεοσύλεκτο) λαόν' περιστερῶν δέ δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγός Παλαιᾶς τέ καί Καινῆς...» (Δοξαστικό στιχηρῶν).

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή τοῦ Ζακχαίου -π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τὸ ὁποῖο συντελεῖται μέσα μας εἶναι ἡ συνάντησή μας μὲ τὸν Κύριο. Μιὰ συνάντηση μοναδικὴ καὶ προσωπική, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει μιὰ φορὰ στὴ ζωή μας, ἀλλὰ νὰ εἶναι τόσο καταλυτικὴ , ποὺ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀναθεωρήσουμε μέσα μας ὅλα  τὰ πράγματα κι ὅλες  τὶς ἀξίες, ὅλα ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα καθημερινὰ ἀναλώνουμε τὸ βίο μας καὶ τὸν  ἑαυτό μας. Καὶ μπορεῖ πάλι νὰ νομίζουμε ὅτι συναντήσαμε τὸν Κύριο καὶ νὰ τὸ διαλαλοῦμε, ἀλλὰ νὰ μήν ἔχει ἀλλάξει τίποτε μέσα μας, πέρα ἀπὸ μιὰ ἐξωτερική καὶ τυπικὴ συμπεριφορά. Ὅμως τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας ἀντανακλᾶ στὸν καθημερινό μας βίο, ὄχι μὲ  μιὰ φαρισαϊκὴ  ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ μὲ  μιὰ ἐπώδυνη πορεία, σὰν καὶ κείνη τῶν ἁγίων, ποὺ κρύβουν βέβαια τὴν ἁγιότητά τους, ἀλλὰ μὲ τὸ βίο τους καὶ τὰ ἔργα τους, τὰ ὁποῖα γίνονται πάντοτε πρὸς δόξαν Θεοῦ, φανερώνουν  τὴν ἀγάπη τὴ δική τους καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου.
      Ἀκολουθώντας τὴν πορεία τοῦ Ζακχαίου, ὅπως μᾶς τὴν περιγράφει τὸ Εὐαγγέλιο  σήμερα, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ  βλέπουμε εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ὁ πόθος του νὰ συναντήσει τὸν Κύριο. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος, ἄνθρωπος ἄρπαγας καὶ σκληρὸς, ποὺ  θεμελίωσε τὸν πλοῦτο του στὴν ἀδικία. Ὅμως μέσα του, παρόλα τὰ πλούτη του, βρισκόταν σ’ ἕνα κρυφὸ ἀδιέξοδο  ποὺ ὁλοκάθαρα εἶδε ὁ Χριστὸς. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδίως οἱ εὐσεβεῖς κρίνουν κάποιον ἐξωτερικά καὶ τὸν καταδικάζουν  σὰν ἁμαρτωλό, δίχως νὰ μποροῦν νὰ νοιώσουν τὴν ἀγωνία του, τὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας του. Τὸν πόνο ποὺ ἔφερε καὶ τὴ μεγάλη ἐπιθυμία του νὰ γνωρίσει τὸ Χριστὸ, ποὺ  «ἦλθε ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Ἡ ἐπιθυμία του βρῆκε καὶ τὸν τρόπο καὶ «προσδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν»,   ἔτρεξε μπροστὰ  κι ἀνέβηκε σ’ ἕνα δένδρο. Ὅσο κι ἄν χάνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀπρόσωπων ἐνασχολήσεών του, μέσα στὴ βοή τῆς καθημερινότητας, ὑπάρχει πάντα ἕνα δένδρο, ἕνα σημεῖο πιὸ ψηλό, ἀπ’ ὅπου μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια. Ἐκεὶ ποὺ θὰ μᾶς συναντήσει καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο τὸ θεϊκό, «τὸ ἐτάζον καρδίας καὶ νεφρούς», ποὺ εἰσχωρεῖ στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου  κι ἐλευθερώνει τὴν ψυχή του. Καὶ συντελεῖται τότε τὸ μέγα θαῦμα! Μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ ἐξομολογεῖται τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή του, μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ μοιράζει τὴ μισή περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀποζημιώνει τετραπλᾶ ὅσους ἀδίκησε. Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἐξομολόγηση καὶ ταπείνωση εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας, ποὺ ἄνθισε μέσα του ὅταν ἀντίκρυσε τὸ Σωτήρα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ θέλει νὰ μείνει στὸ σπίτι του, «παρὰ ἁμαρτωλῶ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι».  Μόνο ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει μετανοιώσει πραγματικὰ γιὰ τὶς πράξεις του, μόνο ἐκεῖνος φοβᾶται τὴν ἐξομολόγηση, γιατὶ θέλοντας νὰ τὶς συνεχίσει, δὲν θέλει ποτὲ νὰ ἀναγνωρίσει πὼς ἦταν ἁμαρτωλές. Ὁ Ζακχαῖος, ἀποζημιώνοντας ὅσους εἶχε ἀδικήσει, ἐξομολογιόταν μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ σὲ κοινοὺς καὶ γνωστοὺς ἀνθρώπους, καὶ δὲν  ζήτησε, ὅπως οἱ καλοὶ χριστιανοί, ὅπως ἡ ἀμετανόητη κοινωνία τοῦ      καιροῦ μας,  «ἅγιους», ἤ ἄγνωστους  ἱερεῖς   νὰ ἐξομολογηθεῖ  τὰ  ἁμαρτήματά του.  Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πόνος καὶ ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ὁ λυγμὸς ποὺ ξεσπάει κι ἀπαλύνει τὸν πόνο, ποὺ  φέρνει ἔπειτα τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση. Μετάνοια ἀληθινὴ  σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ἐξομολόγηση, δίχως ἀναστολὲς καὶ  χωρὶς φόβο καὶ προπαντὸς ἐλεύθερη ἀποδεύσμευση ἀπὸ τὰ παλιὰ καὶ πλήρη ἀποδοχὴ τοῦ νόμου  τῆς ἀγάπης. Ἡ μετάνοια εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἐσωτερικοῦ πολέμου ποὺ διεξάγεται μέσα μας, τοῦ πολέμου τῶν παθῶν, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ‘γίνεται  νύχτα καὶ μέρα ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσής μας, πότε κρυφὰ καὶ πότε φανερά. Καὶ μιὰ ἐπιθυμία πρὸς τὰ ἄνω ἤ πρὸς τὰ κάτω μᾶς στροβιλίζει καὶ μᾶς δημιουργεῖ τρικυμία μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴ δίνη τῶν ἄλλων τερπνῶν τῆς ζωῆς, μὲ τὸν πηλό καὶ τὴ λάσπη στὴν ὁποία εἴμαστε χωμένοι, καὶ μὲ τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται στὸ νόμο τοῦ Πνεύματος καὶ προσπαθεῖ νὰ καταστρέψει τὴ βασιλικὴ  καὶ θεία εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας’.
      Ἀπὸ τὴν προθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ τὸν κρατοῦν δέσμιο πάνω στὴ γῆ, εἴτε αὐτὰ εἶναι ὑλικὸς πλοῦτος, εἴτε δύναμη , εἴτε ἐξουσία φαίνεται καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Ὁ ἄνθρωπος ξεγελιέται πολὺ εὔκολα καὶ εὔκολα μεταβάλλει τὴν πορεία του σὲ στάση καὶ ἀδιέξοδο. Τὰ πάντα συνδέονται μὲ τὴ βασικὴ τοποθέτηση τῆς καρδιᾶς του, γι αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἔλεγε σὲ κάποια ἄλλη περίσταση «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν»,  ἡ καρδιά σας βρίσκεται ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός σας. Ὁ θησαυρὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε πολύτιμο, αὐτὸ ποὺ  προσευχώμαστε στὸ Θεὸ νὰ μᾶς δώσει, αὐτὸ ποὺ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ, πασχίζουμε ν’ ἀποκτήσουμε. Ὅμως τὶς περισσότερες φορὲς αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ  «βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ»,  ἀλλὰ κάποιο  καθαρὰ ἐγκόσμιο καὶ ἐφήμερο ἀγαθὸ.
 
Ὁ ἄνθρωπος, ἀ., ἀ., εἶναι τόσο μικρὸς, ποὺ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, τὸ ἀκολουθεῖ, γίνεται εὔκολα μέρος του… Ξεχωρίζει ὅμως πάντα ἡ ἐμφανὴς ἀδικία καὶ ἁμαρτωλότητά του, γιατὶ τὸ πλῆθος «ἀκολουθεῖ» τὸν Ἰησοῦ, τηρεῖ τὸ Νόμο καὶ τὶς ἐντολές, μὲ τὴ λογικὴ πάντα καὶ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ νὰ  κατατάσσει τὸν Ζακχαῖο ἐκεῖ ποὺ τοῦ ἀξίζει, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὸ Χριστὸ ποῦ νὰ μείνει. Μέσα στὸ θρησκευόμενο πλῆθος δὲν χάνεται μόνο ὁ ἄνθρωπος, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἔχει ἐφαρμογή ἐδὼ ὁ λόγος του, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὶς παραβολές, «ἵνα βλέποντες βλέπωσιν καὶ μὴ ἴδωσιν, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσιν καὶ μὴ συνιῶσιν».
Ἀπὸ τὸ πλῆθος ξεφεύγει κανεὶς τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες ποὺ μένει μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὸν πόνο καὶ τὶς ἁμαρτίες του, τὴν ἀγωνία καὶ τὶς προσδοκίες του, ὅταν ἁπλώνει μπροστά του τὴ ζωή του ὁλόκληρη καὶ τὴν ἀφήνει ν᾽ ἀγγίζει τὰ σύννεφα, καὶ παρακαλᾶ τότε τὸ Θεὸ νὰ τὰ ξεδιαλύνει, γιὰ νά ᾽χει ἐλπίδα στὸν Οὐρανό. Μονάχα ὁ πόνος θεριεύει τὸν πόθο καὶ μονάχα ὁ πόθος θὰ βρεῖ μιὰ συκιά ν᾽ ἀνεβεῖ, νὰ ξεχωρίσει ἀπ᾽ τὸ πλῆθος. Καὶ τότε θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖ, τὸ βλέμμα του τὸν ἀγγίζει ἀμέσως, ὄχι γιὰ νὰ τὸν ἐπιπλήξει, μὰ γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει. Ἡ ἀγωνία του μεταμορφώνεται σὲ χαρὰ καὶ πρὶν καλά-καλὰ τὸν προσκαλέσει, ἔρχεται καὶ στὸ σπίτι του, «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τ᾽ ἁγιάσει, νὰ μὴν ἀφήσει ἴχνη τῆς σκοτεινιᾶς τοῦ κόσμου σὲ τίποτα δικό του.
Ὁ ἄνθρωπος βάζει τὸν πόθο καὶ ὁ Θεός τὴ χάρη. Κι εἶναι ἡ χάρη τότε ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπ᾽ ὅσα μάζευε κι ἔχτιζε μέσα τους τὴν ψυχή του. Τὰ ἐπιστρέφει στὸ πολλαπλάσιο, δὲν τὰ χρειάζεται. Μιὰ καινούργια ζωὴ ἀρχίζει, μᾶλλον τώρα ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴ ζωή τὴν πραγματική, τὴ φωτισμένη ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· ἕνα φῶς ποὺ θὰ τὸ χρειαστεῖ γιὰ τὴ μεγάλη διάβαση...
 
 
Δάφνη
     

Περι Θειας Κοινωνίας στην αγρυπνία του Αγ, Γρηγορίου Θεολόγου-Ομιλια π.Σεβαστιανού Τοπάλη


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ – 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιθ΄, 1-10)
        Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόλις ἀπομακρυνθήκαμε λίγο ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Ἐπιφάνειας τοῦ Κυρίου μας, τῆς Γέννησής Του δηλαδὴ καὶ τῆς Βάπτισής Του, μᾶς εἰσάγει ἀπὸ σήμερα, ἕνα μήνα περίπου πρίν, στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κι ἐπειδὴ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετάνοιας, ἡ Ἐκκλησία  μὲ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομό της καὶ μᾶς καλεῖ σὲ ἔμπρακτη μετάνοια. Νὰ τί μᾶς λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς μεσ’ ἀπ’ τὴν Ἱεριχῶ. Καὶ νὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ζακχαῖο καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ σὰν ἀρχιτελώνης ἦταν πλούσιος. Καὶ ζητοῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ ποιὸς εἶναι καὶ δὲ μποροῦσε, ἐξαιτίας τοῦ κόσμου καὶ ἐπειδὴ ἦταν μικρόσωμος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, γιατί ἀπὸ κεῖ θὰ περνοῦσε. Καὶ μόλις ἦλθε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, σήκωσε τὰ μάτια Του ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε, Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει νὰ μείνω σπίτι σου. Καὶ ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε ἀμέσως καὶ ὑποδέχθηκε τὸν Ἰησοῦ μὲ χαρά. Ὅλοι τότε ποὺ τὸ εἶδαν ἐτοῦτο γόγγυζαν καὶ ἔλεγαν ὅτι μπῆκε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε. Νὰ, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου, Κύριε, τὰ δίνω στοὺς φτωχούς. Κι ἂν τύχει καὶ ἔκλεψα κανενὸς τοῦ τὸ δίνω πίσω τετραπλάσιο. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς. Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, γιατί κι αὐτὸς εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε γιὰ νὰ ψάξει νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τοὺς χαμένους».
Ὁ Ζακχαῖος, ὡς ἀρχιτελώνης, εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ σύμβολο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπάει τὸ χρῆμα καὶ  σύμφωνα μὲ τὴ δική του  ὁμολογία δὲ διστάζει νὰ κλέβει συνανθρώπους  του. Εἶναι πλούσιος καὶ ἀγαπάει τὸν πλοῦτο του. Ὅμως, ἡ δύναμη τῆς συνείδησής του τὸν ἐλέγχει. Αἰσθάνεται ἐνοχὲς γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ ἔκανε. Ἔχει, ὅμως, ἕνα κενὸ μέσα στὴν ψυχή του, δὲν ἔχει πληρότητα. Παρόλο ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, κάτι τοῦ λείπει. Γι’ αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο γεννιέται μέσα του ὁ πόθος. Ἀναζητᾶ, λοιπὸν τὴν ἀλήθεια. Μαθαίνει ὅτι ὁ Χριστός, ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιείκεια τοὺς ἁμαρτωλούς, ἦρθε στὴν πόλη του. Τρέχει νὰ τὸν δεῖ, νὰ τὸν συναντήσει, νὰ τὸν ἀκούσει. Ἐμπόδια προβάλλονται σὲ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ὁ κόσμος πρῶτα ποὺ εἶναι πολὺς, ὁ ἐαυτός του ποὺ εἶναι μικρόσωμος, ἡ κοινωνικὴ θέση του ποὺ εἶναι ἀρχιτελώνης καὶ ὁ πλοῦτος του. Ὅταν, ὅμως ὑπάρξει ἡ δίψα γιὰ τὸ Χριστὸ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τότε δὲ λογαριάζει τὰ ἐμπόδια, κάνει θυσίες. Θυσιάζει, ἔτσι, ὁ Ζακχαῖος τὴ θέση του, ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, τὸν ἀτομισμό του, δὲν τὸν νοιάζει τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος καὶ σὰν μικρὸ παιδὶ ἀνεβαίνει πάνω στὸ δέντρο μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ταπεινώνεται, λοιπὸν καὶ δικαιώνεται.
     Ὁ Χριστὸς ἀνάμεσα στὸν ὄχλο βλέπει αὐτὴν τὴν ὥρα μόνο τὸ Ζακχαῖο, βλέπει τὸν πόθο του, γνωρίζει ὡς παντογνώστης τί ζητᾶ καὶ ἀνταποκρίνεται. Τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του («Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα») καὶ τὸν τιμᾶ μὲ τὴν ἐπίσκεψή του («Σήμερα πρέπει νὰ μείνω σπίτι σου»). Ὅλα αὐτὰ ξαφνιάζουν τὸ Ζακχαῖο, δὲν τὰ περιμένει. Κατεβαίνει ἀπὸ τὸ δέντρο καὶ ὑποδέχεται μὲ χαρὰ στὸ σπίτι του τὸν Ἰησοῦ. Ὅταν πραγματοποιηθεῖ ἡ προσωπικὴ συνάντηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὲ τὸ Χριστό, τότε ἔρχεται ἡ χαρά, ἡ γνήσια χαρά, ἡ μόνιμη, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀφαιρέσει κανείς, ἔρχεται ὁ φωτισμός, ἡ καλὴ ἀλλοίωση. Ὁ ἄνθρωπος, τότε, βλέπει καὶ ἀξιολογεῖ τὰ πράγματα διαφορετικά. Δὲ στηρίζεται στὰ ἐφήμερα καὶ φθαρτὰ καὶ αὐτὸν τὸν πλοῦτο τὸν μοιράζει εἴτε στοὺς φτωχούς, εἴτε σὲ ὅσους ἔχει ἀδικήσει.
        Ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι οἱ πολλοὶ γογγύζουν, κρίνουν, κατηγοροῦν, ἐνοχλοῦνται, γιατί ὁ Ἰησοῦς πῆγε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Μέσα στὸ σπίτι συντελεῖται ἕνα μυστήριο. Ὁ ἀρχιτελώνης ἐξομολογεῖται καὶ ὁμολογεῖ τὶς ἀδικίες καὶ τὶς κλοπὲς ποὺ ἔκανε στὴ ζωή του. «Κύριε, ἔχουν δίκιο. Ὑπῆρξα παλιάνθρωπος, καταχραστής, σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Τώρα, λοιπόν, μετανιώνω καὶ ἀλλάζω μὲ τὴ δική σου χάρη. Δίνω τὰ μισὰ ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅποιον ἀδίκησα τέσσερις φορὲς ἐπάνω.»
        Ἔτσι, μὲ τὴν ἔμπρακτη μετάνοια ὁ ἁμαρτωλὸς ἀρχίζει νὰ δίνει, ἐνῶ μέχρι τώρα ἔπαιρνε. Τώρα μοιράζεται, γιατί ἔχει ἀγάπη. Ἀποδεικνύεται ἀληθινὰ πλούσιος γιατί ἔχει χαρὰ καὶ εὐτυχία. «Σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ σωτηρία ἐγένετο».
        Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἦρθε στὴ Γῆ γιὰ νὰ καλέσει «ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» καὶ εἶναι γνωστὸ πὼς «οὐδεὶς ἀναμάρτητος». Καιρὸς, λοιπόν, νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ αὐτὸ θὰ γίνει ἀφορμὴ μετάνοιας καὶ σωτηρίας γιὰ τὸν καθένα μας. Πιὸ εὔκολα ὁ ἁμαρτωλὸς κερδίζει τὸν παράδεισο ὅταν μετανοεῖ, ὅπως ὁ ληστὴς στὸ Σταυρό, ὅπως ὁ σημερινὸς Ζακχαῖος, παρὰ ὁ δίκαιος ποὺ στηρίζεται στὶς  ἀρετές του καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἁμαρτία του. Ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ πολλοὶ ἄνθρωποι βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδο καὶ ἀπόγνωση, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε, ὅ,τι καὶ ὅσα κι ἂν ἔχουμε κάνει, ἂς ποθήσουμε τὴ συνάντησή μας μὲ τὸ Χριστό, ὅπως ὁ Ζακχαῖος, κι ἂς μετανοήσουμε γιατί ὁ Χριστὸς «ἦλθε ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Ἀμήν.
Π.Κ.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 31 Ιανουαρίου - ΙΕ´ Λουκά

Κύριε,
ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ
ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου
στοὺς φτωχοὺς
καὶ ν’ ἀνταποδώσω
στὸ τετραπλάσιο
ὅσα ἔχω πάρει μὲ ἀπάτη.

(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ᾿Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ᾿Ιδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν. ῏Ηλθε γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Εκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ᾿Ιησοῦς περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν ῾Ιεριχώ. ᾿Εκεῖ ὑπῆρχε κάποιος, ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ζακχαῖος. ῏Ηταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος. Αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς· δὲν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καὶ γιατὶ ἦταν μικρόσωμος. ῎Ετρεξε λοιπὸν μπροστὰ πρὶν ἀπὸ τὸ πλῆθος κι ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, γιατὶ θὰ περνοῦσε ἀπὸ κεῖ. ῞Οταν ἔφτασε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, κοίταξε πρὸς τὰ πάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατὶ σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου».᾿Εκεῖνος κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχτηκε μὲ χαρά. ῞Ολοι ὅσοι τὰ εἶδαν αὐτὰ διαμαρτύρονταν κι ἔλεγαν ὅτι πῆγε νὰ μείνει στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ.  Τότε σηκώθηκε ὁ Ζακχαῖος καὶ εἶπε στὸν Κύριο· «Κύριε, ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ ν’ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα ἔχω πάρει μὲ ἀπάτη».῾Ο ᾿Ιησοῦς, ἀπευθυνόμενος σ’ αὐτόν, εἶπε· «Σήμερα αὐτὴ ἡ οἰκογένεια σώθηκε· γιατὶ κι αὐτὸς ὁ τελώνης εἶναι ἀπόγονος τοῦ ᾿Αβραάμ. ῾Ο Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χάσει τὸν δρόμο τους».

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...