Η απαίδευτη και απλή γυναίκα,
που μαθητεύει στην Εκκλησία, γίνεται των
σοφών σοφωτέρα. Γνωρίζει το Ευαγγέλιο, χωρίς να ξεύρη να διαβάζη.
Αφηγείται πανέμορφα τους βίους Αγίων. Ξεχωρίζει την καθημερινή από την σκόλη,
την νηστεία από την κατάλυση. Του Γένους τις τυράγνιες και τα βάσανα διηγείται
με καιόμενη καρδιά.
-
Σαν σήμερα, παι’άκια μου, οι Τούρκοι μας πήραν
την Πόλη. Το αίμα έτρεξε ποτάμι στα λιθόστρωτα.
Γνωρίζει
την διάκριση και παλεύει την ζωή με τις άγιες αρετές. Καμμιά κακοτυχία δεν την
απελπίζει και καμμιά χαρά δεν την ξυπάζει. Προ πάντων, έχει ύφος αρχοντικό και
ήθος υψηλό σαν κι αυτό των Αγίων. Και, συνελόντι ειπείν, η γυναίκα της Εκκλησίας
δεν περνά μεσαίωνα, κι ας φορά τριμμένα συρτά και κουρελιασμένο λέντιο.
Τουναντίον
η γυναίκα μακριά από την Εκκλησία , και μάλιστα αν τύχη να πλουτήση και
ευημερήση, καταντά η πιο αλλόκοτη ύπαρξη πάνω στη γη. Αν κάτι στραβώση στην ευτυχισμένη
ζωή της, πολύ γρήγορα καταβάλλεται, καταρρακώνεται η προ ολίγου υψηλά ισταμένη.
Η
γυναίκα της Εκκλησίας δεν πιστεύει ευκαιριακά∙ ποτέ δεν είναι καιροσκόπος στα
πράγματα της πίστης. Έτσι και η κυρά- Μαρία η Σκαραμαγκά με τα πολλά παιδιά,
όταν κάποια στιγμή δοκιμάστηκε η αγάπη της για την Παναγιά με την παρουσία ενός
λαγού, έμεινε ακύμαντη.
Είναι
αρχές Αυγούστου του 1942. Η πείνα χωρίζει ανδρόγυνα για μια ελιά και ένα
κρεμμύδι. Όμως η νηστεία της Παναγίας τηρείται σ’ όλα τα σπίτια που φοβούνται
τον Θεό. Κάπου η κυρά-Μαριώ εξοικονόμησε λίγο αλεύρι. Πρόσταξε τα παιδιά της να
ανάψουν τον μικρό τους φούρνο. Ζύμωνε η μάννα το ψωμί στο σπίτι και στο φουρνόσπιτο
τα παιδιά έπαιρναν από την γωνιά λίγα-λίγα τα στοιβαγμένα φρύγανα να κάψουν την
κάμινο. Μέσα στα φρύγανα βρέθηκε να ‘χη τρυπώσει ένας λαγός. Τα παιδιά πήραν
φτυάρια και σκότωσαν το ζωντανό. Χαρούμενα έτρεξαν στην μάννα.
-
Θα φάμε λαγό σήμερα, μάννα∙ μας τον έστειλε η
Παναγία.
-
Τι λέτε παιδάκια μου; Θα μαγαρίσω τα σκεύη,
μαγειρεύοντας κρέας τώρα που σαρακοστεύουμε για την Παναγία; Αν είναι από την
Παναγία, θα μας στείλη πάλι στην ώρα της κατάλυσης. Παρ’ τε το απ’ εδώ.
-
Μάννα, πεθαίνουμε της πείνας κι εσύ δεν δέχεσαι
το δώρο της Παναγίας σε μας τα υστερημένα κάθε τροφής;
-
Καλά μου παιδιά, ας δώσουμε πρώτοι εμείς στην
Παναγία την νηστεία, κι Εκείνη με την σειρά της πλούσια την Χάρη της. Όσα και
να φάμε, αν Εκείνη δεν θέλη να ζήσωμε, θα πεθάνωμε.
Ο
γείτονας πήρε τ0ον λαγό και, πίνοντας γλυκό κρασί, έφτιαξε πανηγύρια…
Πέρασε
ο χρόνος της νηστείας με ελάχιστα κηπουρικά, που έδωσε η ξερική καλουριά.
Είμαστε 14 Αυγούστου. Οι άνθρωποι γυρίζουν στ’ αμπέλια να βρουν κάποια
σταφιδιασμένη ρώγα να ‘χη πέση στη γη, να την βάλουν στο στόμα τους, για να στυλώσουν.
-
Βρήκες Δημήτρη, ρώγες;
-
Βρήκα, μάννα, αλλά οι παλιοσφήκες είχαν τραβήξει
όλο τον χυμό και ήταν κατάξερες.
-
Βλέπεις από τις αμαρτίες μας, παιδί μου, και
αυτή η άλογη φύση οδυνάται και υποφέρει.
Η κυρά-
Μαρία έχει πάλι λίγο αλευράκι συνάξει.
-
Παιδιά μου, της Παναγίας ξημερώνει. Ας ανάψωμε
τον φούρνο να ψήσωμε λίγο άρτο, που είναι μόνον επιούσιος∙ δεν θα περισσέψη για
την άλλη μέρα ούτε μπουκιά.
Τα
παιδιά χαρούμενα μπήκαν στο φουρνόσπιτο. Άναψαν φωτιά και άρχισαν να ρίχνουν
ξερόκλαδα στον κλίβανο. Φούντωσε η φωτιά και οι πύρινες γλώσσες γλείφουν λαίμαργα
το στόμα του φούρνου. Τα φρύγανα
λιγοστεύουν στην γωνιά του φουρνόσπιτου. Και να πάλι στον ίδιο τόπο,
στην ίδια θέση, ένας μεγάλος κούνελος έχει φωλιάσει, για να αποκρυβή από την
μανία του πεινασμένου και γιατί όχι του καλοφαγά, που ονειρεύεται με στιφάδο
φτιαγμένο με ξύδι παριανό και γλυκό κρασί να γιορτάση την Παναγία.
-
Παιδιά μου, φωνάζει η κυρά- Μαριώ, αυτό είναι
από την Παναγία. Το προηγούμενο ζουλάπι ήταν από τον διάβολο. Ήταν από
παραχώρηση Θεού, για να δοκιμασθή η πίστη μας στην Καταπολιανή, στην φρουρό και
προστάτιδα του νομού μας. Εγώ θα σας τον φτιάξω με πολλή επιτηδειότητα, για να σας
ευφράνω, κι εσείς σιγοψάλλετε: «Εν τη κοιμίσει Σου ουκ εγκατέλιπες τον κόσμον, Παναγία
Παρθένε».
Από το
βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Α’ έκδοση
Σεπτέμβριος 2010
Ιερά Μονή
Δοχειαρίου, Άγιον Όρος








![Φωτογραφία: Οι πνευματικοί νόμοι
Πως λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι
- Γέροντα, ποιοι νόμοι λέγονται πνευματικοί;
- Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται»[35]. Αυτός είναι πνευματικός νόμος.
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους: Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη, οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό. Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πη: «Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι· συγχώρεσέ με!», αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του. Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε.
Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης»[36], που λέει το Ευαγγέλιο. Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο.
Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του, τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
25 , ΛΟΥΚ 18-14 ΜΑΤΘ 32-12
26,ΜΑΤΘ 26-52](https://fbcdn-sphotos-a-a.akamaihd.net/hphotos-ak-ash4/c0.0.403.403/p403x403/189546_270785456360463_1237978386_n.jpg)