Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Το δια κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Το Σάββατο της Α΄ εβδομάδας των Νηστειών ακούμε το μαγευτικό εκείνο πρόλογο της Επιστολής (Εβρ. 1,1-12) με τη ιεροπρεπή του επιβεβαίωση για την Δημιουργία, τη Μετάνοια και την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Επίσης εορτάζομε το δια κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί καθαρίζονται με τη νηστεία στη πρώτη εβδομάδα της αγίας Σαρακοστής - γι' αυτό την λέμε καθαρά εβδομάδα - θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα. Ετσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε γύρω στα μέσα του Δ΄ αιώνα, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος σε δόξα Θεού και τιμή του μάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. (Ωρολόγιο της Εκκλησίας).

Άγιοι Τεσσαράκοντα


(Απολυτίκιο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα· διά πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ΄ αιτήσασθε, Τριάδα την Υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Βρισκόμαστε στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι ο Λικίνιος, ο ίδιος εκείνος αυτοκράτορας, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε συνυπογράψει μαζί με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξηθρησκείας (313). Επτά χρόνια μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων οι πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και οι δύο αυτοκράτορες από σύμμαχοι και φίλοι γίνονται αντίπαλοι.
Έτσι, κανένας πλέον ψυχικός και πολιτικός δεσμός δεν μπορεί να συγκρατήσει το Λικίνιο, ο οποίος τώρα από αντίδραση προς τον Κωνσταντίνο καταστρατηγεί το διάταγμα των Μεδιολάνων και, όντας στην πραγματικότητα γνήσιος ειδωλολάτρης, εξαπολεύει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών, οπαδών και υποστηρικτών του Κωνσταντίνου.
Οι διοικητές των διαφόρων επαρχιών του κράτους του, το οποίο περιελάμβανε τις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είναι υποχρεωμένες τώρα να συλλαμβάνουν και να θανατώνουν με φρικτά βασανιστήρια όσους αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα. Πολλοί χριστιανοί βρίσκουν φρικτό θάνατο, άλλοι εγκαταλείπουν τις πόλεις τους και καταφεύγουν στα δάση και στα βουνά, όπου οι διώκτες τους δεν μπορούν να τους βρουν. Οι διοικητές των επαρχιών συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα συλλάβει τους περισσότερους χριστιανούς ή ποιος θα επινοήσει τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια αφ΄ ενός μεν για να είναι αρεστός στους θεούς των ειδωλολατρών και στους ίδιους τους ειδωλολάτρες, αφ΄ ετέρου δε για να αποσπάσει την εύνοια του αυτοκράτορα.

Ένα διάταγμα διαφορετικό από τα άλλα

Απ΄ όλους τους διοικητές τη φήμη του πιο ανελέητου διώκτη των Χριστιανών την είχε ο διοικητής της επαρχίας του Πόντου Αγρικόλας. Η επαρχία του Πόντου βρισκόταν στα σύνορα και ήταν συνεχώς εκτεθειμένη στις εισβολές φοβερών εχθρών της Αυτοκρατορίας και κυρίων των Γότθων. Η περοφρούρησή της ήταν ζωτικής σημασίας για την Αυτοκρατορία και πρωταρχικό καθήκον του εκάστοτε διοικητή. Ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία στην περιοχή αξιόμαχων στρατιωτικών δυνάμεων και ο διοικητής κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την οργάνωση ισχυρού και ετοιμοπόλεμου στρατού.
Στις τάξεις του στρατού της επαρχίας του Πόντου και συγκεκριμένα στην πόλη Σεβάστεια υπηρετούσαν σαράντα στρατιώτες από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Στις φονικές μάχες που στο παρελθόν είχε συνάψει ο αυτοκρατορικός στρατός με τους Γότθους είχαν πολεμήσει με απαράμιλλη ανδρεία και ποτέ δεν είχαν ηττηθεί. Είχαν τόσο θάρρος, τόση δύναμη και τόση ικανότητα στην τέχνη του πολέμου που αποτελούσαν ξεχωριστό σώμα επιλέκτων στρατιωτών. Σε μια περιοχή τόσο επικίνδυνη όσο ήταν ο Πόντος, η παρουσία τους αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας. Γι΄ αυτό το λόγο, όλοι, λαός και άρχοντες, τους εκτιμούσαν, τους θαύμαζαν και τους αγαπούσαν!
Η φήμη τους είχε φτάσει μέχρι τ΄ αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος δεν παρέλειψε να τους ανταμείψει πλουσιοπάροχα με αξιώματα και τιμές. Ήταν οι ισχυροί προστάτες της αυτοκρατορίας, οι ακοίμητοι φρουροί της επαρχίας του Πόντου.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα ομολογούν το Χριστό

Όμως, το μυστικό της επιτυχίας τους μόνον οι ίδιοι το ήξεραν, και αυτό δεν ήταν άλλο από την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού, τον Οποίον προσκυνούσαν και λάτρευαν ως τον αληθινό Θεό.
Πέρα από κάθε προσδοκία του λαού που τους υπεραγαπούσε και υπεράνω κάθε υποψίας των διοικητών και ανωτέρων τους, οι σαράντα επίλεκτοι στρατιώτες, οι Άγιου Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, ήταν γνήσια και σεμνά τέκνα της Εκκλησίας, πίστευαν στο Χριστό με όλη τη δύναμη της ψυχής τους και αποστρέφονταν με βδελυγμία τα άψυχα είδωλα. Έτσι, όταν έγινε γνωστό στον Αγρικόλα ότι οι Τεσσαράκοντα είναι χριστιανοί, εκείνοι χάρηκαν υπερβολικά γιατί θα τους δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσουν φανερά το Χριστό.
Πράγματι, ο θηριώδης και αιμοβόρος Αγρικόλας τους κάλεσε και τους πρόσταξε να πειθαρχήσουν στο διάταγμα του αυτοκράτορα και να θυσιάσουν στους θεούς των ειδωλολατρών. Ήταν σίγουρος ότι οι Τεσσαράκοντα δε θα τολμούσαν να αρνηθούν και δε θα διακινδύνευαν τόσο εύκολα το αξίωμά τους και την υψηλή θέση που κατείχαν στο στράτευμα. Όμως έκανε λάθος!
Οι Άγιοι προτίμησαν την αγάπη του Χριστού και χωρίς να φοβηθούν τον ηγεμόνα, του απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή:
- Είμαστε Χριστιανοί, ηγεμόνα, και πιστεύουμε το Χριστό ως Θεό και μάθε ότι τη διαταγή του βασιλιά και τα είδωλα μαζί τα αποστρεφόμαστε και ως βδελύγματα τα απορρίπτουμε.
Η σταθερή απάντηση των Αγίων του προκάλεσε έκπληξη και τον έφερε σε αμηχανία. Γρήγορα όμως συνήλθε. Κατάλαβε ότι ήταν ακόμη νωρίς για θυμούς και ξεσπάσματα. Έπρεπε να μεταχειριστεί δόλο και πανουργία, αν ήθελε να κάμψει το αγωνιστικό τους φρόνημα και να παραλύσει τον τόνο της πίστεως τους στο Χριστό!
- Και οι σαράντα, άρχισε να λέει με ήπια φωνή, υπηρετούσατε πάντα το βασιλιά με αφοσίωση και σα να ήσαστε σαρκικοί αδερφοί, δείχνατε όλοι μια και την αυτή προθυμία στο να πολεμάτε υπέρ του βασιλέως. Σε σχέση με πολλούς συνομηλίκους σας έχετε πολλή ανδρεία και μεγάλη φρόνηση. Αυτό όλοι το ομολογούν, κι εγώ ο ίδιος ακόμη. Πρέπει όμως αυτή σας την ομόνοια και συμφωνία να τη δείξετε και σήμερα προς την διαταγή του βασιλιά. Καθώς λοιπόν έχετε την πρώτη τιμή μεταξύ των άλλων, έτσι πρέπει και πρώτοι να θυσιάσετε στους θεούς, τους οποίους προσκυνά ο βασιλιάς και όλοι οι άρχοντές του. Διότι, αν υπακούσετε και κάμετε αυτό που σας λέω, θα τιμηθείτε περισσότερο και θα δοξασθείτε με χαρίσματα και αξιώματα. Διαφορετικά, λυπάμαι που το λέω, αλλά θα δοκιμάσετε πικρό θάνατο.
Έτσι μίλησε ο ηγεμόνας, προσπαθώντας με κολακείες και υποσχέσεις να πείσει τους Αγίους Τεσσαράκοντα να θυσιάσουν. Τί φοβερό δίλημμα! Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα πολλοί χριστιανοί είχαν δειλιάσει και υποκύπτοντας στις φοβερές απειλές είχαν προσκυνήσει τα είδωλα. Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα έβλεπε κανείς να ξεγυμνώνεται σε όλη της την αθλιότητα η ανθρώπινη αδυναμία και οι χριστιανοί να προδίδουν ότι πολυτιμότερο είχαν, την πίστη τους. Όμως τα λόγια του Αγρικόλα, αντί να σπείρουν στις ψυχές των Αγίων μας τη δειλία και τον πανικό, άναψαν τον πόθο του μαρτυρίου και στερέωσαν την πίστη τους στο Θεό.
-Εμείς, ηγεμόνα, πράγματι, καθώς λέγεις πολεμούσαμε και κινδυνεύαμε με πολλή προθυμία για χάρη του βασιλιά. Αν, όμως, για την αγάπη του φθαρτού βασιλιά αδιαφορούσαμε για τη ζωή μας, δεν πρέπει τώρα να αγωνισθούμε με περισσότερη προθυμία για την αγάπη του ουράνιου βασιλέως; Γατί μιλάς για τιμές και χαρίσματα; Τι προσφέρεις τόσα πολλά, όσα φροντίζεις να αφαιρέσεις; Μισούμε τη δωρεά που προξενεί ζημιά. Δε δεχόμαστε την τιμή που είναι μητέρα της ατιμίας. Προσφέρεις χρήματα που παραμένουν εδώ και δόξα που μαραίνεται. Μας κάνεις γνωστούς στον βασιλιά, αλλά μας αποξενώνεις από τον αληθινό Βασιλέα. Γιατί με τσιγγουνιά προτείνεις λίγα από τα αγαθά του κόσμου; Εμείς ολόκληρο τον κόσμο περιφρονήσαμε. Αυτά που βλέπουμε δεν είναι αντάξια της ποθητής ελπίδος μας. Βλέπεις τον ουρανόν αυτόν, πόσο ωραίος είναι να τον βλέπεις και πόσο μεγάλος; Και τη γη πόσο μεγάλη είναι; Και τα αξιοθαύμαστα πάνω σ΄ αυτήν; Τίποτε από όλα αυτά δεν εξισώνεται με την μακαριότητα των δικαίων. Διότι όλα αυτά παρέρχονται. Τα δικά μας όμως παραμένουν αιώνια. Μια χάρη ποθούμε· το στεφάνι της δικαιοσύνης. Μια δόξα λαχταράμε· αυτήν της ουρανίου βασιλείας. Είμαστε φιλόδοξοι για την ουράνια τιμή. Μια τιμωρία φοβόμαστε· αυτή της κολάσεως.
Έτσι απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή. Ο ηγεμόνας βρέθηκε σε πραγματικά δύσκολη θέση. Έβλεπε ότι καμία κολακεία και κανένα τέχνασμα δεν μπορούσαν, τουλάχιστον για την ώρα, να μεταπείσουν τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Θέλοντας λοιπόν να τους φοβίσει διέταξε να τους κλείσουν φυλακή.

Στη Φυλακή

Εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο του δεσμωτηρίου, οι Άγιοι άρχισαν να προσεύχονται θερμά: «Φύλαξε μας, Κύριε, στην αληθινή σου πίστη και λύτρωσέ μας από τα σκάνδαλα των ανόμων εχθρών μας». Το ψυχικό μαρτύριο των Αγίων, το μαρτύριο της συνειδήσεως, εξίσου φοβερό και αδυσώπητο, όσο και το σωματικό μαρτύριο, είχε αρχίσει. Οι Άγιοί μας είχαν ανάγκη από την εξ΄ ύψους δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και γι΄ αυτό προσεύχονταν αδιαλείπτως καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας. «Μη χωρίζου των ψυχών ημών εν θλίψεσι, μη μακρύνου των φρενών ημών εν περιστάσεσι».
Κι όταν ήλθε η νύχτα, συνέχισαν να προσεύχονται με ακλόνητη πίστη: «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του Ουρανού αυλισθήσεται». Πρώτος άρχιζε τις προσευχές ο Άγιος Κυρίων, ο οποίος έδινε στους υπολοίπους πνευματικές συμβουλές και παραινέσεις και γενικά τους στήριζε στην ευσέβεια και στην ομολογία της πίστεως.
Τις απαντήσεις όμως προς τον Ηγεμόνα τις είχαν αναλάβει ο Άγιος Κάνδιδος και ο Άγιος Δόμνος, οι οποίοι ήταν οι πιο μορφωμένοι και οι πιο σεβάσμιοι από όλους. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ οι Άγιοι αγρυπνούσαν προσευχόμενοι, τους εμφανίστηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα σ΄ ένα υπερκόσμιο φως και τους είπε:
- Μου αρέσει πολύ που είστε τόσο πρόθυμοι, όποιος, όμως, υπομείνει μέχρι τέλους, αυτός και θα σωθεί.
Άφατη χαρά και απερίγραπτη αγαλλίαση κατέλαβε τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Το βαθύ σκοτάδι της φυλακής το οποίο έθλιβε τις ψυχές τους διαλύθηκε.
«Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», αναφώνησαν θριαμβευτικά. Όμως τι να εσήμαιναν άραγε τα τελευταία λόγια του Κυρίου; «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Λόγια ανησυχητικά, λόγια προειδοποιητικά. Πράγματι, ο Κύριος τους προέλεγε ότι κάποιος απ΄ αυτούς θα δειλιάσει στο τέλος και θα εγκαταλείψει το μαρτύριο. Θέλοντας λοιπόν να τον αποτρέψει από μια τέτοια απόφαση, είπε «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Κατά παρόμοιο τρόπο στον καιρό της προδοσίας Του, θέλοντας να αποτρέψει τον Ιούδα από την προδοσία, είπε στους Αποστόλους: «Αμήν λέγω υμίν, ότι εις εξ υμών παραδώσει με». Αφού άκουσαν τα λόγια αυτά του Χριστού, οι Άγιοι συνέχισαν να προσεύχονται μέχρι που ξημέρωσε.

Νέα απόπειρα του ηγεμόνα να τους μεταπείσει

Ο Ηγεμόνας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του. Ήταν πολύ εγωιστής και φίλαρχος, ένας πραγματικό τύραννος. Γι΄ αυτό και την ανυπακοή των Αγίων τη θεωρούσε βαριά προσβολή απέναντι στο πρόσωπό του. Θέλοντας λοιπόν να εκδικηθεί και να εξευτελίσει τους Αγίους, συγκέντρωσε τους φίλους του και τους συμβούλους του, κάθισε πάνω σ΄ έναν επίσημο θρόνο και διέταξε να τους φέρουν μπροστά του. Αν οι Άγιοι επέμεναν στην άρνησή τους, το κύρος του και η εξουσία του θα κλονίζονταν επικίνδυνα. Όταν οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά του, άρχισε να μιλάει με λόγια κολακευτικά, γιατί κατά βάθος ήταν θρασύδειλος και τελείως ανίσχυρος:
- Χωρίς να θέλω να σας κολακεύσω και χωρίς να αποβλέπω στο πρόσωπό σας, ω στρατιώτες, σας λέω ότι δεν είδα άλλους στρατιώτες του βασιλιά, όπως εσάς, ανδρείους, συνετούς, ωραίους στην όψη. Γι΄ αυτό όταν σας βλέπω συχνά στο πρόσωπο, χαίρομαι και σας αγαπώ περισσότερο από τους άλλους. Μη θελήσετε λοιπόν την αγάπη που σας έχω να τη μεταβάλετε σε έχθρα, ούτε την ημερότητά μου να τη μετατρέψετε σε οργή. Γιατί είναι στο θέλημά σας σήμερα να γίνω ή φίλος ή εχθρός σας. Επειδή, αν με ακούσετε και κάμετε αυτά που σας είπα και χθες, μπορώ να σας τιμήσω ως φίλους, αν όμως με παρακούσετε, θα σας φερθώ ως εχθρός σας!
Αυτά τους έλεγε με μεγάλη πονηριά και ημερότητα ο Αγρικόλας, το όργανο του διαβόλου, του αρχηγού και εφευρέτη κάθε κακίας και πονηρίας. Όμως ο Άγιος Κάνδιδος χωρίς καθόλου να δειλιάσει, του απάντησε:
- Καλά σε λένε Αγρικόλα, ω ηγεμόνα. Διότι πράγματι είσαι άγριος και νομίζεις ότι με τέτοιες κολακείες θα μας δελεάσεις. Μη γένοιτο, όμως, να παρεκκλίνουμε ποτέ από το σκοπό μας.
- Δε σας είπα ότι από σας εξαρτάται αν θα γίνω φίλος σας ή εχθρός σας; βρυχήθηκε ο Αγρικόλας.
-Επειδή λέγεις ότι στο χέρι μας είναι και τα δύο, γι΄ αυτό λοιπόν γνώριζε ότι εμείς το Χριστό αγαπάμε, εσένα όμως σε μισούμε και σε αποστρεφόμαστε· ούτε πάλι θα θέλαμε να μας αγαπάς, διότι ποιαν αγάπη θέλουμε εμείς από σένα, αφού δεν είσαι άνθρωπος, αλλά αγριότερος από όλα τα θηρία και σκεπάζεις την αγριότητά σου με κολακείες και υποκρισίες;
Μόλις ο Αγρικόλας άκουσε τα λόγια αυτά για τα οποία μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεφε την ελπίδα ότι δε θα τα ακούσει, αλλοιώθηκε η όψη του από τον υπερβολικό θυμό του, κοκκίνισε το πρόσωπό του, έχασε τη φωνή του. Μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση παραφροσύνης και μανίας, έδωσε, τέλος, διαταγή στους στρατιώτες να δέσουν τα χέρια των Αγίων και να τους οδηγήσουν στη φυλακή σέρνοντάς τους και χτυπώντας τους και να τους κρατήσουν εκεί μέχρι την ημέρα που θα ερχόταν ο δούκας Λυσίας από την Καισάρεια, απεσταλμένος του αυτοκράτορα και πρώτος εξουσιαστής ανάμεσα στους ηγεμόνες της Ανατολής. Ο Αγρικόλας πράγματι περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία και αγωνία την άφιξη του δούκα, διότι ήλπιζε ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα τα κατάφερνε να λυγίσει του Αγίους Τεσσαράκοντα και να τους αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.
Στο σκληρό ψυχολογικό πόλεμο του Αγρικόλα οι Άγιοί μας είχαν βγει για δεύτερη φορά νικητές και έμπαιναν μέσα στη φυλακή χαρούμενοι γιατί είχαν αξιωθεί για δεύτερη φορά να ομολογήσουν το όνομα του Χριστού και να διωχθούν για την αγάπη Του. Μέσα στη σκοτεινή και υγρή φυλακή τους δοξολογούσαν μέρα και νύχτα το Θεό, ο δε Άγιος Κυρίων δίδασκε τους συστρατιώτες του με τα εξής λόγια: «Αδελφοί μου, συστρατιώτες, όπως στην προσωρινή αυτή στρατιωτική υπηρεσία μας δε χωριστήκαμε, αλλά είμαστε και οι Σαράντα ομόψυχοι και μονιασμένοι, έτσι και στην ομολογία του Χριστού φροντίστε να διαφυλάξουμε την ίδια ομόνοια και συμφωνία. Και όπως φροντίσαμε να φανούμε αρεστοί στο θνητό βασιλέα, έτσι ας προσπαθήσουμε όλοι μας να αρέσουμε στο μόνο αθάνατο και αιώνιο Βασιλέα, για να ζήσουμε μαζί του».
Με τέτοιες προσευχές και συμβουλές πέρασαν οι Άγιοι επτά ημέρες κλεισμένοι μέσα στη φυλακή έως ότου ήλθε ο Λυσίας.

Οι Άγιοι ομολογούν το Χριστό ενώπιον του Λυσία

Την επομένη, ο δούκας μαζί με τον ηγεμόνα, φοβεροί και αποτρόπαιοι στην όψη, κάθισαν στους μεγαλοπρεπείς και επίσημους θρόνους τους και διέταξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά τους. Η είδηση ότι ο δούκας Λυσίας είχε έλθει από την Καισάρεια για να δικάσει τους Τεσσαράκοντα είχε διαδοθεί σαν αστραπή στη Σεβάστεια και πλήθη λαού είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στον τόπο όπου θα γινόταν η δίκη. Ήταν όλοι πολύ αναστατωμένοι και συγχισμένοι γιατί δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι οι Τεσσαράκοντα, οι προστάτες τους, οι γενναίοι και αήττητοι στρατιώτες της Σεβάστειας, ήταν Χριστιανοί. Ήταν συγχυσμένοι, κεραυνοβολημένοι και ελαφρά οργισμένοι. Παρ΄ όλ΄ αυτά βαθιά μέσα τους επέμεναν να πιστεύουν ότι οι Τεσσαράκοντα ήταν ειδωλολάτρες και σέβονταν την πατροπαράδοτη θρησκεία των ειδωλολατρών. Η μεγάλη αγάπη που έτρεφαν προς αυτούς δεν τους επέτρεπαν να ενδώσουν στις φήμες και να κατηγορήσουν τους ευεργέτες τους. Αν όμως, οι κατηγορίες αποδεικνύονταν βάσιμες; Όλη αυτή η σύγχυση και η αναποφασιστικότητα τους είχε φέρει μια απογοήτευση και μια νευρικότητα, η οποία όσο περνούσε η ώρα μεταβαλλόταν σε φανερή οργή και η αγάπη μεταστρεφόταν σε αντιπάθεια και αποδοκιμασία.
Οι στρατιώτες έτρεξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά στο Λυσία. Στο δρόμο, άρχισε ο Άγιος Κυρίων να διδάσκει τους υπόλοιπους Αγίους και να τους λέει:
«Προσέξτε, αδελφοί. Μη φοβηθούμε τις απειλές των αρχόντων αυτών, των οποίων η δόξα είναι όπως το άνθος του χόρτου που σήμερα φαίνεται ωραίο και αύριο μαραίνεται, η δε ευημερία τους είναι όπως το όνειρο.
»Δε θυμάστε ότι στις μάχες ποτέ δε στηρίζαμε το θάρρος μας στη δύναμη των όπλων μας, αλλά πάντοτε προσευχόμασταν στο Δεσπότη Χριστό και αυτός άκουγε τη δέησή μας και μας έδινε δύναμη, με την οποία νικούσαμε τους εχθρούς μας. Δε θυμάστε ότι στον τελευταίο πόλεμο οι άλλοι στρατιώτες του βασιλέως έφυγαν όλοι, και μόνο εμείς οι Σαράντα μείναμε μεταξύ των εχθρών μας και ζητήσαμε τη βοήθεια του Χριστού και τους νικήσαμε τρέποντάς τους σε φυγή; Αν λοιπόν τότε που θέταμε τη ζωή μας σε κίνδυνο για χάρη του φθαρτού βασιλέως, του ασεβούς και παράνομου, ο Χριστός μας έδινε τη βοήθειά Του, τώρα που πολεμάμε για την αγάπη Του, θα μας αφήσει αβοήθητους;
»Δεν πολεμούσαμε έχοντας αντιπάλους πλήθος αμέτρητο; Τώρα μόνο τρεις είναι οι αντίπαλοί μας· ο αόρατος και ασώματος εχθρός μας, ο διάβολος, ο δούκας Λυσίας και ο ηγεμόνας Αγρικόλας· μάλλον ένας είναι ο πραγματικός εχθρός μας, ο διάβολος, ο οποίος αναγκάζει το Λυσία και τον Αγρικόλα να εκτελούν τις επιθυμίες του.
»Τι λοιπόν, θα νικήσει ο ένας εμάς τους Σαράντα; Μη γένοιτο!»
Και συνέχισε να λέει στους Αγίους:
«Γι΄ αυτό λοιπόν σας παρακαλώ αδελφοί, να μη δειλιάσουμε στους πειρασμούς, να μη φοβηθούμε τις απειλές, να μην υπακούσουμε στο διάβολο, να μην υποταχθούμε στους εχθρούς του Χριστού· και όπως είχαμε τη συνήθεια, όταν μπαίναμε στη μάχη, να ψάλλουμε τον ψαλμό «Ο Θεός εν τω ονόματί Σου σώσον με και εν τη δυνάμει Σου κρινείς με», έτσι να κάνουμε και τώρα· ας επικαλεστούμε το μόνο αληθινό Θεό, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει τη δύναμη να μας στείλει τη βοήθειά του για να νικήσουμε τους εχθρούς της πίστεώς και να ποδοπατήσουμε το νοητό και αόρατο αντίπαλό μας».
Αυτά έλεγε ο Άγιος Κυρίων, καθώς έρχονταν, μέχρις ότου έφθασαν στον τόπο όπου κάθονταν ο δούκας και ο ηγεμόνας. Ο δούκας Λυσίας καθόταν στον πιο ψηλό θρόνο περιστοιχισμένος από την προσωπική του φρουρά που την αποτελούσαν στρατιώτες βλοσυροί και αγριωποί.
Φορούσε μια στολή επισημότατη και ένα πολυτελές διάδημα στο κεφάλι. Δίπλα του σ΄ ένα χαμηλότερο θρόνο καθόταν ο Αγρικόλας, ο ηγεμόνας της Σεβάστειας. Σε άλλη επίσημη εξέδρα κάθονταν οι αξιωματούχοι και σύμβουλοι του ηγεμόνα, όλοι πρόσωπα υψηλά. Και σε αρκετή απόσταση πλήθη λαού που παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Παντού κυριαρχούσε μια επισημότητα, μια δραματική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα. Όλοι είχαν το αίσθημα μιας τρομερής καταιγίδας που δε θα αργούσε να ξεσπάσει. Ο Λυσίας παρατηρούσε ώρα πολλή τους Αγίους χωρίς να μιλάει. Δεν μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του και την απορία του. Και όσο περνούσε η ώρα και συνέχιζε να τους περιεργάζεται με προσοχή τόσο η έκπληξή του γινόταν φανερή αμηχανία. Κάποια στιγμή αποφάσισε να λύσει την σιωπή του και άρχισε να μιλάει ζυγίζοντας μια μια τις λέξεις: «Νομίζω, στρατιώτες, ότι δεν έχετε αντίθετη γνώμη στο να θυσιάσετε στους μεγάλους θεούς, αλλά ότι απλώς περιμένετε να σας προσκαλέσω εγώ για να το πράξετε. Ως συνετοί όμως που είστε, θα πρέπει να ξέρετε ότι αυτός που υποτάσσεται στο πρόσταγμά του βασιλέως έχει και δόξα και τιμή, αν όμως δια της βίας εξαναγκαστεί να υπακούσει ή από φόβο, τότε δεν του οφείλεται καμία χάρη. Έτσι και σεις, μην περιμένετε κατόπιν τιμωριών και βασάνων να θυσιάσετε, αλλά πριν βασανισθείτε, υποταχθείτε στο θέλημα του βασιλέως· διότι σήμερα ένα από τα δύο πρόκειται να συμβεί: ή να θυσιάσετε στους θεούς και να απολαύσετε τις πιο μεγάλες τιμές ή να σας αφαιρέσω τη στρατιωτική ζώνη και να σας βασανίσω αλύπητα».
Τότε ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε:
«Οδηγέ του σκότους και διδάσκαλε της ανομίας, με τι προσπαθείς να μας φοβίσεις, εμάς τους ατρόμητους; Με τι προσπαθείς να μας κάνεις να δειλιάσουμε; Με τιμωρίες; Εμείς τις θεωρούμε χαρά και απόλαυση. Με θάνατο; Εμείς τον θεωρούμε ζωή. Με χρήματα; Εμείς τα βλέπουμε σα χώμα. Δοκίμασε όποιο τρόπο θέλεις και θα δεις τότε τη βοήθεια του αληθινού Θεού. Διότι εμείς είμαστε αποφασισμένοι για την αγάπη Του, να υπομείνουμε κάθε τιμωρία. Όσο για τη στρατιωτική μας ζώνη, δε χρειάζεται να μας την αφαιρέσεις· στη χαρίζουμε εμείς!». Είπε και όλοι οι Άγιοι πέταξαν μπροστά στα πόδια του τις στρατιωτικές τους ζώνες με περιφρόνηση.

Ο λιθοβολισμός των αγίων από τους στρατιώτες και θαυματουργική διάσωσή τους

Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο Λυσίας έμεινε αποσβολωμένος. Θύμωσε πάρα πολύ, άφρισε από το κακό του και μέσα στην παραζάλη του διέταξε τους στρατιώτες να πάρουν πέτρες στα χέρια τους και να χτυπήσουνε μ΄ αυτές τους Αγίους στο στόμα μέχρι να συντριβούν τα δόντια τους. Οι στρατιώτες όμως, έβλεπαν πόσο άδικη ήταν η απόφαση του Λυσία και τα αισθήματα συμπαθείας και εκτίμησης που έτρεφαν για τους Αγίους Τεσσαράκοντα, τους παλαιούς συντρόφους τους, δεν τους επέτρεπαν να τους κακοποιήσουν τόσο σκληρά. Γι΄ αυτό καθυστερούσαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ο Λυσίας τότε θύμωσε ακόμη περισσότερο και τρέμοντας από την οργή του είπε ουρλιάζοντας στους στρατιώτες του: «Γιατί καταραμένοι αργοπορείτε και δεν κάνετε καθώς σας πρόσταξα;» Οι στρατιώτες τότε φοβήθηκαν πολύ και με μεγάλη σπουδή πήραν τις πέτρες και όρμησαν εναντίων των Αγίων. Θεία δύναμη όμως τους χτύπησε αοράτως και δεν έβλεπαν τους Αγίους παρά χτυπούσαν ο ένας τον άλλον.
Ο Λυσίας τότε οργίστηκε και έγινε έξω φρενών, πήρε μια πέτρα και την εκφενδόνισε με δύναμη κατά των Αγίων, αστόχησε όμως και χτύπησε τον ηγεμόνα Αγρικόλα στο πρόσωπο. Ο Αγρικόλας έπεσε κάτω αιμόφυρτος και σφαδάζοντας από τους πόνους.
Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η Θεία Δικαιοσύνη τιμωρούσε εκείνη την ώρα τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήταν άξιοι τιμωρίας, όμως εκείνοι τυφλωμένοι από το σκοτάδι της πλάνης τους και από την αμαρτία δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη θεία οικονομία.
Τότε ο Αγιος Κυρίων είπε: «Οι εχθροί ημών αυτοί ησθένησαν και έπεσαν· όντως η ρομφαία αυτών εισήλθεν εις τας καρδίας αυτών και η δύναμις αυτών συνετρίβη» (Ψαλμ. λστ΄, 15).
Ο ηγεμόνας Αγρικόλας απάντησε: «Νομίζω, όπως και κάθε συνετός άνθρωπος το βλέπει, ότι αυτό που συνέβη σήμερα δεν ήταν παρά μια ολοφάνερη μαγεία».
Ω πόσο μεγάλη πύρωση του ειδωλολάτρη ηγεμόνα και πόσο αμετανοησία που προκαλούν βαθιά λύπη και δικαιολογημένη αγανάκτηση!
Την ίδια ώρα πρόλαβε ο Άγιος Δόμνος και είπε: «Δεν είναι μαγεία, άνθρωποι, αυτό που συνέβη, αλλά η δίκαιη απόφαση του μεγάλου Θεού. Διότι «τα πρόσωπά σας, τα οποία ελάλουν κατ΄ αυτού ατίμως, εν υπερηφάνεια και εξουδενώσει, τα επλήρωσεν ατιμίας» (Ψαλμ. λ΄, 19). Με τα λόγια αυτά και άλλα, πιο αυστηρά και ελεγκτικά ο Άγιος Δόμνος άναψε το θυμό του δούκα. Γι΄ αυτό και διέταξε να τους κλείσουν πάλι στη φυλακή μέχρις ότου αποφασίσει με ποιο τρόπο να τους θανατώσει.
Ο Χριστός εμφανίζεται στους Αγίους στη φυλακή και τους ενθαρρύνει

Οι Άγιοι μέσα στη φυλακή υμνούσαν και δοξολογούσαν όλη τη νύχτα το Θεό. Τον ευχαριστούσαν που τους αξίωσε να μείνουν σταθεροί και ακλόνητοι στην ομολογία της χριστιανικής τους πίστεως. Μέχρι τώρα είχαν πληρώσει την αφοσίωσή τους στο Χριστό με μια φοβερή και εξοντωτική ψυχική ταλαιπωρία που απέβλεπε στο να κάμψει με ύπουλο και δόλιο τρόπο το αγωνιστικό φρόνημα και να τους οδηγήσει μέσα από μια τρομερή δοκιμασία και ένα πραγματικό μαρτύριο της συνειδήσεώς τους στην άρνηση του Χριστού.
Από τώρα και στο εξής όμως οι αδίστακτοι εχθροί τους και κυρίως ο εχθρός τους διάβολος, θα προσπαθούσαν να τους καταβάλλουν μέσα από σωματικές τιμωρίες και πικρό μαρτυρικό θάνατο. Οι Άγιοί μας ήταν έτοιμοι για όλα! Ήταν αποφασισμένοι για χάρη του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, να πεθάνουν όχι μια αλλά χίλιες φορές! Ωστόσο όσο η ώρα περνούσε όλο και καλύτερα συνειδητοποιούσαν το μέγεθος της τιμωρίας που τους περίμενε. Το πικρό ποτήρι των θλίψεων και των δοκιμασιών που είναι ο κλήρος και το μερίδιο των αληθινών μαθητών του Χριστού, αυτή τη δύσκολη ώρα είχε ξεχειλίσει και μια αίσθηση βαθιάς οδύνης διαπέρασε σα ρομφαία δίστομη την καρδιά τους. Είχαν ανάγκη από παρηγοριά και ενθάρρυνση.
Εκείνη την ώρα λοιπόν, κατά τα μεσάνυχτα, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο οποίος ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο τη στιγμή της δοκιμασίας του, σύμφωνα με τα λόγια της Αγ. Γραφής «επιλήσεται γυνή των εκγόνων αυτής ή εγώ επιλήσομαι σου» (θα ξεχάσει η γυναίκα τα παιδιά της, εγώ όμως δε θα σε ξεχάσω), εμφανίστηκε και πάλι ανάμεσά τους. Αμέσως η φυλακή έλλαμψε από υπερκόσμιο φως και οι Άγιοι γονάτισαν γεμάτοι δέος, σεβασμό και ανείπωτη αγαλλίαση. Το πρόσωπο του Χριστού είχε μια ασύλληπτη γλυκύτητα, μια απέραντη καλοσύνη. «Ο πιστεύων εις εμέ», άρχισε τότε να τους λέει, «καν αποθάνη ζήσεται· έχεται θάρρος και μη φοβάστε τα βασανιστήριά τους, διότι είναι προσωρινά. Νομίμως αθλήσατε, για να στεφανωθείτε δικαίως». Αυτά τα λόγια τους είπε ο Κύριος ενθαρρύνοντας και παρηγορώντας τους Αγίους μας και έπειτα έγινε άφαντος.

Οι Άγιοι στην παγωμένη λίμνη

Το πρωί, όταν ξημέρωσε, οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον Αγρικόλα, ο οποίος είχε λάβει από το δούκα εξουσία κατά των Αγίων. Τα πρόσωπα των Αγίων μας έλαμπαν από μια ανέκφραστη και υπερκόσμια ωραιότητα, ήταν έτοιμοι για την υπέρτατη θυσία. Μέσα στην καρδιά τους έκαιγε μια λάβα που δεν μπορούσε άλλο να μένει κρυμμένη στα έγκατα. Ποθούσαν το μαρτύριο όσο τίποτε άλλο και δεν άντεχαν πια να περιμένουν την ώρα που θα θυσίαζαν την ζωή τους και τα νιάτα τους για την αγάπη του Χριστού. Δεν ήταν πια πολίτες αυτού του κόσμου, τη «μέλλουσα πόλη» επιζητούσαν και ο χωρισμός από τον Ουράνιο Πατέρα τους φαινόταν αβάσταχτος. Έβλεπαν με τα νοερά μάτια της ψυχής τους τον αγωνοθέτη Χριστό και επείγονταν για το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο Αγρικόλας τους κοίταξε με προσοχή. Εκείνοι την ώρα οι Άγιοι και μόνο αυτοί, είδαν τον εχθρό της αληθείας, το διάβολο, ο οποίος στο δεξί χέρι κρατούσε μαχαίρι, ενώ στο αριστερό ένα τεράστιο φίδι και έλεγε στο αυτί του ηγεμόνα: «είσαι δικός μου, αγωνίζου». Ενώ λοιπόν τα έβλεπαν αυτά, τους είπε ο ηγεμόνας: «Νομίζω ότι μετά από τόσα βασανιστήρια και τόσες τιμωρίες, θα έχετε γνωρίσει το συμφέρον σας. Τι λοιπόν αποφασίσατε; Θυσιάζετε στους μεγάλους θεούς σύμφωνα με την προσταγή του βασιλέως η θέλετε να πεθάνετε;». Ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε: «Όπως με τη θέλησή μας πετάξαμε τις στρατιωτικές μας ζώνες, έτσι με προθυμία περιφρονούμε και το θάνατο για την αγάπη του Χριστού».
Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να δέσουν τους Αγίους από το λαιμό με σχοινιά και να τους οδηγήσουν στη λίμνη. Λίγο έξω από τη Σεβάστεια υπήρχε πράγματι μια λίμνη μεγάλη και βαθιά, η οποία από το δριμύ ψύχος των ημερών εκείνων είχε παγώσει, η δε ημέρα την οποία διάλεξε ο ηγεμόνας για να ρίξει τους Αγίους στη λίμνη, ήταν ασυνήθιστα ψυχρή, διότι φυσούσε βόρειος άνεμος, ο οποίος έσπρωχνε κάθε τι το έμψυχο στο θάνατο. Τα νερά της λίμνης είχαν χάσει την απαλή τους φύση και είχαν γίνει σκληρά σαν την πέτρα. Αυτός ο απαραμύθητος τρόπος είχε επιλεγεί ως τόπος του μαρτυρίου των Αγίων Τεσσαράκοντα. Όμως αυτή την παγωμένη και ανθρωποκτόνο λίμνη οι Άγιοί μας επρόκειτο να τη ζεστάνουν με τη φωτιά της αγάπης τους προς το Θεό και με την αγία υπομονή κα καρτερία τους.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα άκουσαν με μεγάλη χαρά το πρόσταγμα του ηγεμόνα και αγωνίζονταν ο ένας να βγάλει τα ρούχα του πιο γρήγορα από τον άλλο. Και συνέβαινε τότε αυτό που συμβαίνει συνήθως σε περίοδο λεηλασίας και λαφυραγωγίας, κατά την οποία οι στρατιώτες αγωνίζονταν ποιος να αρπάξει περισσότερα από τον άλλο. Έτσι και οι Άγιοί μας συναγωνίζονταν σε ενθουσιασμό ο ένας με τον άλλο, ποιος να βρεθεί πρώτος γυμνός μέσα στην παγωμένη λίμνη.
Το βασανιστήριο που διάλεξε ο αιμοβόρος Αγρικόλας για να τιμωρήσει τους Αγίους και να τους θανατώσει ήταν ομολογουμένως διαβολική επινόηση και πολύ σπάνια το συναντάμε στους βίους άλλων Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας, ίσως μάλιστα το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα να είναι και η μοναδική περίπτωση. Θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για το μαρτύριο αυτό, αν δίναμε μια περιγραφή των συμπτωμάτων που εμφανίζονται στο σώμα κατά την διάρκεια της εκθέσεώς του στο ψύχος. Το σώμα λοιπόν που θα εκτεθεί στο ψύχος, στην αρχή, όσο το αίμα πήζει, γίνεται ολόκληρο μαυροκίτρινο και χάνει την φυσική του ωραιότητα, έπειτα αρχίζει να χοροπηδά και να ανατινάσσεται προς τα επάνω, ενώ τα δόντια κτυπούν, οι ίνες συσπώνται και όλο το σώμα χωρίς να θέλει συσπάται. Κάποιος τσουχτερός πόνος, πόνος ανείπωτος που φθάνει ως το μεδούλι των κοκάλων, κάνει δυσκολοβάσταχτο το αίσθημα σ΄ αυτούς που παγώνουν. Έπειτα το σώμα αρχίζει να ακρωτηριάζεται, ενώ τα άκρα καίγονται, σαν από φωτιά και αρχίζουν να σαπίζουν και να διαλύονται. Διότι με το να απομακρύνεται η θερμότητα από τα άκρα του σώματος και να φεύγει συγχρόνως στο βάθος, αφήνει νεκρά μεν τα μέρη από όπου απομακρύνθηκε, παραδίνει δε σε δυνατούς πόνους αυτά προς τα οποία υποχωρεί. Το αίμα τέλος συσσωρεύεται στην καρδιά και αυτή σφίγγεται από το συσσωρευμένο αίμα και δέχεται αφόρητους πόνους. Με το πάγωμα δε ο θάνατος πλησιάζει ώρα με την ώρα.
Ποια άλλη σωματική τιμωρία μπορεί να συγκριθεί με αυτήν που περιγράψαμε; Ποιος άλλος θάνατος θα μπορούσε να είναι τόσο πικρός; Και μόνο η εικόνα του σώματος που μαραίνεται και αφανίζεται, ενώ ακόμη είναι ζωντανό, θα μπορούσε να μας κάνει να αναλυφθούμε σε δάκρυα. Ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να φανταστεί θάνατο τόσο αργό και τόσο επώδυνο; Ποια καρδιά ανθρώπινη μπορεί να βαστάξει τόση απανθρωπιά;
Κι όμως οι Άγιοί μας μολονότι επρόκειτο να υποστούν τέτοια φρικιαστική τιμωρία, βιάζονταν να φθάσουν στη λίμνη και παρακινούσαν ο ένας τον άλλο με τα εξής λόγια:
«Να μη βγάλουμε μόνο τα ρούχα μας, αλλά να ξεχάσουμε και τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Επειδή εξαιτίας του όφεως φορέσαμε τους δερμάτινους χιτώνες, ας γυμνωθούμε τώρα για χάρη του παραδείσου, τον οποίο χάσαμε. Τι θα ανταποδώσουμε στον Κύριο για όλα εκείνα τα οποία προσέφερε σε μας;
»Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γυμνώθηκε πάνω στο Σταυρό για μας. Τι το αξιοθαύμαστο, αν γυμνωθούμε κι εμείς για Εκείνον; Στρατιώτες ήταν εκείνοι οι οποίοι Τον γύμνωσαν, αφήνοντας έτσι σε όλες τις επερχόμενες γενεές κατηγορία εναντίον της τάξεως των στρατιωτών. Ας γυμνωθούμε λοιπόν τώρα εμείς για να την εξαλείψουμε.
»Εκείνοι γύμνωσαν το Χριστό και μοιράστηκαν τα ρούχα Του. Ας γυμνωθούμε τώρα εμείς για να δώσουμε με τη θέλησή μας στους άλλους στρατιώτες τα δικά μας ρούχα. Δριμύς και τσουχτερός είναι ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο Παράδεισος· θλιβερή η παγωνιά, αλλά η απόλαυση του Παραδείσου γλυκύτατη· ας υπομείνουμε λίγο και η αγκαλιά του Αβραάμ θα μας ζεστάνει.
»Με τον κόπο μιας νύκτας θα εξαγοράσουμε αιώνια χαρά. Ας καούν τα πόδια μας από την παγωνιά, για να χορεύουν αιώνια στον Παράδεισο· ας διαλυθούν τα χέρια μας για να μπορούμε να τα υψώνουμε με παρρησία προς το Θεό. Πόσοι στρατιώτες δεν έπεσαν στον πόλεμο για την αγάπη φθαρτού βασιλέως; Πόσοι άνθρωποι για κάποιο παράπτωμα δεν υπέμειναν παρά τη θέλησή τους την καταδίκη του θανάτου; Εμείς με τη θέλησή μας να μην περιφρονήσουμε το θάνατο; Μη δειλιάσουμε λοιπόν, ω συστρατιώτες· να μην ακούσουμε το διάβολο, σώμα είναι ας μην το λυπηθούμε, αφού οπωσδήποτε θα πεθάνουμε κάποτε. Ας πεθάνουμε λοιπόν τώρα θεληματικώς, για να ζήσουμε αιώνια. Ας γίνουμε θυσία στο Θεό, θυσιάζοντας τα μέλη μας για την αγάπη του Χριστού». Με τέτοια απόφαση λοιπόν μπήκαν οι Άγιοι στην λίμνη.
Σε μικρή απόσταση από τους Αγίους και πίσω από τα βράχια που υψώνονταν στις όχθες της λίμνης είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού που είχε έλθει για να παρακολουθήσει από κοντά αυτό το ασυνήθιστο θέαμα. Είχαν όλοι την περιέργεια να δουν αν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα θα αντέξουν μέχρις τέλους ή θα δειλιάσουν; Ωστόσο ανάμεσα στο πλήθος υπήρχαν και πολλοί χριστιανοί, οι οποίοι προσεύχονταν με θέρμη να υπομείνουν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα τη δοκιμασία για να κερδίσουν το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου. Με μεγάλη αγωνία όμως αντίκριζαν αυτή την ώρα το λουτρό που βρισκόταν απέναντι από τη λίμνη. Ο πονηρότατος Αγρικόλας είχε προστάξει να το ανάψουν για να το βλέπουν οι Άγιοι, ελπίζοντας ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο λόγω του ανυπόφορου ψύχους θα εγκατέλειπαν τη λίμνη και θα πήγαιναν στο λουτρό για να ζεσταθούν. Έτσι οπωσδήποτε θα έδειχναν ότι δείλιασαν. Όσο κράταγε λοιπόν η ημέρα οι Άγιοι δεν αισθανόταν το ψύχος διότι θερμαίνονταν από τη φλόγα της πίστεως. Αυτή τη φορά αποτελούσαν ένα καινούριο σώμα Επιλέκτων στρατιωτών το οποίο ανήκε στον Ουράνιο Βασιλέα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που τη συνοχή του και την ενότητά του δεν μπορούσε τίποτε να τη διασπάσει. Έδιναν φοβερή μάχη μαζί με τον αόρατο εχθρό τους, το διάβολο, και ως τώρα τον είχαν καταισχύνει.


Η απώλεια του λιποτάκτη

Οι ώρες κύλησαν ωστόσο η μια μετά την άλλη, η νύχτα προχώρησε. Τότε, περίπου στις τρεις με τέσσερις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όταν η παγωνιά της νύχτας είχε αυξηθεί πολύ, οι Άγιοι άρχισαν να νοιώθουν φοβερούς πόνους πάνω στο σώμα τους. Διότι τα μέλη τους άρχισαν να νεκρώνονται, το αίμα τους πάγωσε και η οδύνη που ένοιωθαν στην καρδιά τους ήταν ανυπόφορη. Οι μεν τριάντα εννέα λοιπόν υπέμεναν με γενναιότητα, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο με νουθεσίες και συμβουλές. Ένας, όμως, μην μπορώντας να αντέξει άλλο το κρύο, βγήκε από την λίμνη και άρχισε να κατευθύνεται προς το λουτρό. Όταν όμως πλησίασε αρκετά στη φωτιά του λουτρού, διαλύθηκε σαν το κερί. Η ρομφαία της λύπης ξέσχισε τις ψυχές των Αγίων Μαρτύρων. Η οδύνη τους για τον αδελφό τους που λιποτάχτησε ήταν απερίγραπτη. Βαθιά η θλίψη τους για τον ακρωτηριασμό του ιερού αριθμού τους, διότι ενώ πριν ήταν σαράντα, τώρα στερήθηκαν τον ένα. Με δάκρυα στα μάτια και δυνατές φωνές άρχισαν να παρακαλούν το Θεό:
- «Μη εν ποταμοίς ωργίσθης, Κύριε, ή εν ποταμοίς ο θυμός σου; ή εν θαλάσση το όρμημά σου;» (Αββακ. γ΄ Cool. Διότι αυτός που μας αποχωρίστηκε, διασκορπίστηκαν τα μέλη του και χύθηκαν σαν το νερό. Εμάς, όμως, ενίσχυσέ μας, για να μη δειλιάσουμε μήτε να σε αρνηθούμε, Θεέ και Κύριε του ελέους, τον οποίον υμνούν όλες οι άβυσσοι των υδάτων, η φωτιά, το χαλάζι, το χιόνι, ο κρύσταλλος, οι άνεμοι.
»Συ που καταπράυνες την τρικυμισμένη θάλασσα, τότε που είχες έλθει στον κόσμο για να σώσεις το ανθρώπινο γένος.
Συ που με το βλέμμα Σου ξηραίνεις τις πηγές των υδάτων. Συ που με την απειλή Σου σαλεύεις τη γη, εισάκουσε τη δέησή μας και ελάφρυνε το βάρος και την πικρότητα του παγωμένου αέρα, και ας γνωρίσουν όλοι ότι σε καλέσαμε και μας άκουσες, σε Σένα ελπίσαμε και σωθήκαμε».


Το Θαύμα

Δεν πρόλαβαν τότε οι Άγιοι να τελειώσουν τη δέησή τους και ο Θεός την άκουσε και το δριμύ και ανυπόφορο εκείνο ψύχος το μετέβαλε σε θερμότητα. Αμέσως τότε ο πάγος άρχισε να λειώνει και να σπάζει σε μεγάλα κομμάτια, το νερό ζεστάθηκε κι ένα φως ουράνιο, εξαίσιο και εκτυφλωτικό άστραψε ολόγυρα. Εκείνη τη στιγμή οι άλλοι στρατιώτες, οι οποίοι φύλαγαν τους Αγίους, τυλίχτηκαν στους μανδύες τους και συνέχισαν να κοιμούνται βαθιά. Μόνον ο δεσμοφύλακας Αγλάιος βλέποντας την τόση υπομονή των Αγίων, στεκόταν άυπνος και άκουγε την προσευχή τους.
«Τι να σημαίνουν άραγε όλ΄ αυτά;» σκεφτόταν μέσα του ο ειδωλολάτρης δεσμοφύλακας. «Ποια δύναμη τους κρατάει να κάθονται τόσες ώρες μέσα σ΄ αυτή την παγωνιά και να μην τη λογαριάζουν καθόλου;
Μου φαίνεται πως άδικα τόσην ώρα προσπαθώ να βρω μιαν εξήγηση. Μάλιστα όσο φέρνω στο νου μου κι αυτό που συνέβη πριν από λίγο, ανατριχιάζω και στα ερωτηματικά μου καινούργια ερωτηματικά προστίθενται. Γιατί, μα την αλήθεια, εκείνος που βγήκε από την λίμνη δεν πρόλαβε να ακουμπήσει τα σκαλοπάτια του λουτρού και αμέσως διαλύθηκε! Λες και κάποιος τον τιμώρησε που άφησε τη λίμνη και τους συντρόφους του! Αλλά και την προσευχή των υπολοίπων όσο σκέφτομαι αυτή την ώρα, απορώ και εξίσταμαι. Τι λόγια περίεργα και πρωτάκουστα περιέχει! Σε ποιο Θεό να προσεύχονται άραγε με τόσο πάθος και τόση πίστη;» Αυτά σκεφτόταν ο Αγλάιος και ήταν γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό. Εκείνη την ώρα φύσηξε ένας τσουχτερός αέρας και ο δεσμοφύλακας διέκοψε τις βαθειές αυτές σκέψεις του. Τότε ακριβώς μπόρεσε και είδε! «Τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε και σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι λίγο νωρίς ακόμα για να ξημερώσει; Τι είναι αυτό το φως πάνω στη λίμνη;» Και λέγοντας αυτά έτρεξε να δει από πού ερχόταν αυτό το υπέρλαμπρο εκείνο φως, το οποίο είχε λάμψει πάνω στη λίμνη και είχε διαλύσει τον πάγο.
Είδε τότε να κατεβαίνουν από τον ουρανό σαράντα στεφάνια. Τα τριάντα εννέα χαμήλωσαν και κάθισαν πάνω στα κεφάλια των Αγίων, το ένα όμως έμεινε μετέωρο στον αέρα γιατί δεν είχε τόπο να σταθεί. Ο Αγλάιος έμεινε καρφωμένος στην θέση του και παρακολουθούσε με θαυμασμό το θείο όραμα. Μετά από αρκετή ώρα αφού πια η ψυχή του είχε χορτάσει από αυτήν την εξαίσια επουράνια οπτασία, εννόησε τη σημασία του οράματος και κατάλαβε ότι το στεφάνι εκείνο ήταν του λιποτάκτη, ο οποίος, επειδή έφυγε από τη λίμνη, έχασε και το στεφάνι του Μαρτυρίου.
Αμέσως λοιπόν έτρεξε με ορμή και ξύπνησε τους συντρόφους του, πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη ομολογώντας με παρρησία: «Χριστιανός είμαι κι εγώ» και μια δυνατή φωνή έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ που φανερώνεις τη δόξα σου στους αξίους δούλους Σου, Συ που έδειξες και σε μένα τον ανάξιο δούλο Σου τα θαυμάσιά Σου, δέξαι με κι εμένα και συναρίθμησέ με στο χορό των Αγίων Σου»
Μόλις το είδαν αυτό οι Άγιοι, άρχισαν να ευχαριστούν μεγαλοφώνως το Θεό λέγοντας:
«Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημώς; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια» (Ψαλμ. οστ΄, 14-15), διότι τους εχθρούς μας τους έκανες βοηθούς μας και το τάγμα μας, το οποίο ακρωτηριάστηκε από το συστρατιώτη μας, το αναπλήρωσες με το δεσμοφύλακα, κι έτσι ντρόπιασες, το σατανά, ενώ εμάς μας γέμισες χαρά!
Ο Αγρικόλας στη λίμνη

Όταν ξημέρωσε ο Αγρικόλας μπήκε στην άμαξα με τα γρηγορότερα άλογα και ξεκίνησε για τη λίμνη. Ο αμαξάς χτυπούσε το καμουτσίκι με δύναμη. Ο ηγεμόνας ήθελε να φτάσει στη λίμνη μια ώρα γρηγορότερα. Στο δρόμο σκεφτόταν με αγωνία: «Δεν μπορεί, θα δείλιασαν, θα εγκατέλειψαν τη λίμνη! Αποκλείεται να είναι ακόμα στη λίμνη! Οφείλω να συγχαρώ τον εαυτό μου για τη μεγάλη παγίδα που τους έστησα ανάβοντας το λουτρό που βρίσκεται απέναντι από τη λίμνη. Μόνο μια ιδιοφυΐα σαν κι εμένα θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο! Όχι, όχι, δεν μπορεί, μπροστά στο θάνατο θα δείλιασαν. Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι τελικά υπάκουσαν στη διαταγή μου» έλεγε και ξανάλεγε χωρίς οι σκέψεις του να έχουν ένα ειρμό. Κρύος ιδρώτας τον έλουζε, ενώ μάταια προσπαθούσε να χαμογελάσει. Νικημένος και ταπεινωμένος από τους Αγίους Τεσσαράκοντα, φαινόταν σα χαμένος, σαν να ζούσε στο δικό του κόσμο. Ολοένα ερχόταν στο μυαλό του η σκέψη ότι εφ΄ όσον βρέθηκαν κάποιο άνθρωποι, όπως οι Τεσσαράκοντα, οι οποίοι αμφισβήτησαν ανοιχτά την εξουσία του, θα ήταν πια εύκολο και στους υπολοίπους να κάνουν το ίδιο, αν ήθελαν. Η καχυποψία του αυτή και ο βαρειά πληγωμένος εγωϊσμός του, του είχαν δημιουργήσει ένα διαταραγμένο εσωτερικό κόσμο. Ξαφνικά η άμαξα σταμάτησε. Ο Αγρικόλας κατέβηκε και άρχισε να κατευθύνεται προς τη λίμνη με βήμα γοργό. Με προσοχή άρχισε να παρατηρεί έναν έναν τους Αγίους μας. Ώσπου ξαφνικά άφησε μια δυνατή κραυγή: «Ο Αγλάιος, ναι, αυτός είναι ο Αγλάιος!». Με έκπληξη και ανησυχία ρώτησε τους άλλους στρατιώτες πώς συνέβη ο έμπιστος δεσμοφύλακάς του να βρεθεί ανάμεσα στους Μάρτυρες. Εκείνοι τότε έντρομοι του απάντησαν:
«Εμείς νικημένοι από τον ύπνο κοιμόμασταν οπότε κατά τα βαθιά χαράματα ήλθε ξαφνικά και μας ξύπνησε. Είδαμε τότε ένα λαμπρό φως πάνω στη λίμνη, εκτυφλωτικό και ασυνήθιστο. Αμέσως εκείνος πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη φωνάζοντας δυνατά: «Χριστιανός είμαι κι εγώ».Άλλο τίποτε δεν γνωρίζουμε».
Μόλις τ΄ άκουσε αυτά ο ηγεμόνας ντράπηκε και ταράχτηκε, ενώ η σύγχυσή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Πως ήταν δυνατόν ένας από τους πιο πιστούς στρατιώτες του να λιποτακτήση και να πάει με το μέρος του Χριστού; Έξαλλος και πολύ οργισμένος διέταξε να σύρουν τους Μάρτυρες έξω από τη λίμνη και να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να συντρίψουν τα μέλη τους. Αμέσως οι στρατιώτες έθεσαν σε εφαρμογή το πρόσταγμα και άρχισαν να βγάζουν από τη λίμνη τα σώματα των Αγίων.

Το μαρτύριο της Μάνας

Εκείνη την ώρα μια γυναίκα μαυροφορεμένη πλησίασε την λίμνη. Ήταν Χριστιανή και όλο το βράδυ είχε παρακολουθήσει πίσω από τους βράχους με αγωνία και θερμή προσευχή το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα και του μονάκριβου παιδιού της που ήταν ένας από τους Αγίους. Ο Άγιος Μελίτων. Δε δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Πήρε στην αγκαλιά της το παιδί της και άρχισε να το γλυκοφιλάει. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μητέρα η μαυροφόρα εκείνη. Πράγματι η μητρική της καρδιά δε σπάραζε για τον επερχόμενο θάνατο του μονάκριβου γιου της διότι πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ όλοι οι υπόλοιποι Άγιοι Μάρτυρες είχαν ήδη πεθάνει, ο Άγιος Μελίτων ζούσε ακόμη! Κάτι άλλο την είχε βυθίσει σε μαύρες σκέψεις. Φοβόταν πολύ και ανησυχούσε υπερβολικά μήπως το παιδί της που δεν είχε προλάβει να πεθάνει, δειλιάσει από την τιμωρία και αρνηθεί το Χριστό. Γι΄ αυτό πνίγοντας το μητρικό της φίλτρο την ώρα εκείνη και υπομένοντας το δικό της προσωπικό μαρτύριο, μιας μάνας χήρας που καλείται να θυσιάσει το μονάκριβο και πολυαγαπημένο παιδί της για την αγάπη του Χριστού, όπως άλλοτε ο Αβραάμ τον Ισαάκ, προσπαθούσε με δάκρυα στα μάτια να ενθαρρύνει το παιδί της λέγοντάς του με πόνο:
«Παιδί μου γλυκύτατο, παιδί του Ουράνιου Πατέρα και Θεού, παιδί μου που αξίζεις περισσότερο από τη μητέρα σου εξαιτίας του μαρτυρίου που υφίστασαι για την αγάπη του Χριστού, υπόμεινε λίγο, για να στεφανωθείς· μη φοβηθείς τα βασανιστήρια· να, ο Χριστός στέκεται αοράτως, για να παραλάβει την αγία ψυχή σου. Μια ώρα θα διαρκέσει ο πόνος και ύστερα πηγαίνεις στην Βασιλεία του Χριστού. Μια στιγμή είναι το κακό και θα σε δεχθεί η αιώνια ανάπαυση, η άρρητη ευφροσύνη, η ανείπωτη απόλαυση, η χαρά των Δικαίων. Εκεί να πας, παιδί μου αγαπημένο, να συμβασιλεύσεις με το Χριστό και να πρεσβεύεις προς αυτόν για την αμαρτωλή σου μητέρα».
Αυτά έλεγε η θεοσεβής μητέρα, ενώ την ίδια στιγμή οι στρατιώτες είχαν ανασύρει όλους τους Αγίους από τη λίμνη και είχαν αρχίσει να συντρίβουν τα μέλη τους, καθώς τους είχε διατάξει ο ηγεμόνας.
Ο ένας μετά τον άλλο, όλοι οι Άγιοι μας άρχισαν να περνούν και από αυτή τη φρικτή μεταθανάτια τιμωρία. Όταν όμως ήρθε και η σειρά του γιου της χήρας, του Αγίου Μελίτωνος, οι στρατιώτες είδαν ότι είχε λιποθυμήσει από το κρύο, τον λυπήθηκαν και τον άφησαν, σύμφωνα με την επιθυμία του ηγεμόνα, χωρίς να συντρίψουν τα μέλη του. Δείχνοντας μάλιστα άκαιρη φιλανθρωπία, ο ηγεμόνας διέταξε να τον επιστρέψουν στην μητέρα του, μήπως και ζήσει, ενώ τους υπόλοιπους τριάντα εννέα διέταξε να τους βάλουν σε άμαξες, να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά, να ρίξουν μέσα τα τίμια λείψανα των Αγίων και να τα κάψουν. Έπειτα ό,τι απομείνει από τα οστά τους να το ρίξουν στο ποτάμι. Ο θηριώδης Αγρικόλας φοβόταν τους Αγίους περισσότερο τώρα που ήταν νεκροί και άψυχοι παρά πριν που ήταν ζωντανοί, ήλπιζε δε ότι μετατρέποντάς τους σε στάχτη θα μπορούσε να απαλλαγεί οριστικά από τις φοβερές τύψεις που έλεγχαν τη συνείδησή του.
Οι στρατιώτες, πειθήνια όργανα του Αγρικόλα, συνέχισαν έντρομοι και γεμάτοι από φρίκη και αποτροπιασμό το έργο τους. Οι άμαξες γέμισαν από τα συντριμμένα και διαλυμένα σώματα των Αγίων και άρχισαν να κατευθύνονται προς το ποτάμι, όπου οι στρατιώτες σε λίγο θα άναβαν μια μεγάλη φωτιά για να τα κάψουν.
Τότε συνέβη κάτι το εξαιρετικά ασυνήθιστο και αξιοθαύμαστο. Η ευλογημένη μητέρα του Μάρτυρος, αφού πια τον είχε νουθετήσει όσο μπορούσε και καθώς έβλεπε τα λεπτά να κυλάνε χωρίς επιστροφή, πήρε τη γενναία απόφαση, σήκωσε αμέσως το γιο της στον ώμο της και άρχισε να τρέχει αγκομαχώντας πίσω από τις άμαξες για να προλάβει τους στρατιώτες, λέγοντας με φωνή πνιγμένη μέσα στους λυγμούς της: «Πήγαινε κι εσύ, παιδί μου αγαπημένο, μαζί με του συστρατιώτες σου, για να μη μείνεις στην ασέβεια, μη γένοιτο! ούτε να απομείνεις αστεφάνωτος. Μέχρι εδώ ήταν ο πειρασμός· υπόμεινε τη φωτιά, όπως υπέμεινες το κρύο, για να επιτύχεις την αιώνια χαρά». Ω, ηρωϊσμός και αυτοθυσία μάνας, που πάνω από το ισχυρότατο μητρικό της φίλτρο βάζει το πνευματικό συμφέρον του παιδιού της! Ω μαρτύριο αυτής της μάνας πιο φοβερό και πιο ανελέητο απ΄ όλα τα μαρτύρια! Ποιά άλλη μητέρα πράγματι θα τολμούσε να πράξει αυτό που εκείνη η μακαρία και από το Θεό ευλογημένη μάνα έπραξε; Αλλά και ποια άλλη θα μπορούσε να έχει τόσο μεγάλη πνευματική σύνεση και σοφία, ώστε σε μια τόσο κρίσιμη κατάσταση να μην παρασυρθεί από ανθρώπινες αδυναμίες και συναισθήματα, αλλά να δει καθαρά με πνευματικά μάτια, ποιο ήταν το αληθινό συμφέρον για το παιδί της, η ζωή ή ο θάνατος, ποια άλλη θα μπορούσε όντως να το πράξει, αν όχι εκείνη, η ευσεβής και φιλόθεος, η οποία όφειλε τη σύνεση και τη διάκρισή της, στην ευσεβή και ενάρετη ζωή της;
Διότι πράγματι βλέποντας τον κίνδυνο που απειλούσε το γιο της να χάσει τους κόπους του και να στερηθεί τη Βασιλεία των Ουρανών, η χριστιανική της συνείδηση σήμανε συναγερμό: η σωτηρία της ψυχής του βρισκόταν στα χέρια της. Αν δίσταζε ή καθυστερούσε λίγο, θα γινόταν η αιτία να στερηθεί το παιδί της τη χαρά των Δικαίων και τη δόξα των Μαρτύρων που του επεφύλασσε ο Χριστός στον Ουρανό. Αν ο γιος της έχανε εκείνη την ώρα την Βασιλεία των Ουρανών, θα την έχανε για πάντα. Από υπερβολική αγάπη, λοιπόν προς το παιδί της, έχοντας βαθιά συναίσθηση του καθήκοντος της απέναντί του και γνωρίζοντας πολύ καλά το αληθινό του συμφέρον, θυσίασε το σπλάγχνο της, εξασφαλίζοντάς του τον Παράδεισο.
Ωστόσο δεν πρόκειται για μια θυσία ακούσια, εφ΄ όσον η επιθυμία του Αγίου Μελίτωνος ήταν να ολοκληρώσει, το μαρτύριό του, μολονότι δεν είχε τη σωματική δύναμη που χρειαζόταν για να το κάνει.
Έτσι, σε τελική ανάλυση, η μητέρα του υπήρξε απλώς ένας βοηθός και συνεργός στην ολοκλήρωση της εκούσια μαρτυρικής θυσίας του Αγίου Μελίτωνος.
Ενώ λοιπόν η μάνα έτρεχε με κόπο για να προφθάσει τις άμαξες, ο γιος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Έτσι, δε χρειάστηκε να περάσει τη δοκιμασία της φωτιάς και η αγωνία της μητέρας έλαβε τέλος. Εκείνη, μόλις είδε ότι πέθανε, ευχαρίστησε το Θεό, προχώρησε βαστάζοντας το ιερό του λείψανο και προλαβαίνοντας τις άμαξες, το τοποθέτησε περήφανη πάνω στα άλλα λείψανα, για να μην χωρισθεί ο αγωνιστής από τους συναγωνιστές του, μαζί με τους οποίους μαρτύρησε και στεφανώθηκε από το Χριστό.
Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε στους υπηρέτες του ηγεμόνα η πράξη της μαυροφορεμένης χήρας, η οποία ενώ μπορούσε να σώσει το παιδί της δεν το έπραξε Δεν είχαν όμως καιρό για χάσιμο. Η διαταγή του Αγρικόλα έπρεπε να εφαρμοστεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας! Άναψαν λοιπόν μια μεγάλη φωτιά και εκεί μέσα κατέκαυσαν τα σώματα των Αγίων. Έπειτα ότι η φωτιά δεν μπόρεσε να εξολοθρεύσει, το πέταξαν στο ποτάμι για να το παρασύρει το ρεύμα του ποταμού και να το εξαφανίσει. Το θεομίσητο έργο τους είχε λάβει τέλος. Τώρα μπορούσαν να είναι ήσυχοι. Ο Αγρικόλας θα είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος μαζί τους. Παίρνοντα, ωστόσο, το δρόμο του γυρισμού, έλεγαν μεταξύ τους με χαμηλή φωνή: «Σε όποιο Θεό και αν πίστευαν, δεν μπορεί κανείς να μην πει ότι ήταν γενναίοι και παλληκάρια. Μα την αλήθεια, το έλεγε η ψυχή τους! Σε όλη μου τη ζωή θα τους θυμάμαι!»
«Ναι, συμφωνώ! Το πρόσταγμα του Αγρικόλα το περιφρόνησαν, χωρίς να λογαριάσουν τις συνέπειες. Ήταν παλληκάρια! Ενώ εμείς είμαστε άνανδροι και τιποτένιοι!».

Οι Χριστιανοί της Σεβάστειας περισυλλέγουν τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα

Την ίδια γνώμη για τους Αγίους είχαν όλοι στην Σεβάστεια. Εξακολουθούσαν να μιλάνε γι΄ αυτούς με θαυμασμό και εκτίμηση και τα έβαζαν με τον ασύνετο Αγρικόλα που είχε στερήσει την επαρχία τους από τέτοιους άξιους και γενναίους στρατιώτες. Εκείνοι όμως που είχαν κάθε λόγο να είναι υπερήφανοι για τους Αγίους Τεσσαράκοντα ήταν οι χριστιανοί της Σεβάστειας. Δοξολογούσαν και ευχαριστούσαν το Θεό που εκείνους μεν τους βοήθησε να υπομείνουν μέχρι τέλους το μαρτύριο, ενώ σ΄ αυτούς τους ίδιους χάρισε τέτοιους προστάτες. Λυπόντουσαν όμως διότι δεν είχαν στα χέρια τους τα άγια λείψανα τους, και η λύπη τους αυτή επεσκίαζε κάπως τη χαρά τους.
Δε χρειάστηκε, ωστόσο να περάσει πολύς καιρός για να μετατραπεί η λύπη τους και πάλι σε χαρά. Διότι τρεις μέρες μετά το μαρτύριό τους, οι Άγιοι εμφανίστηκαν στον επίσκοπο της Σεβάστειας, Πέτρο, ο οποίος έμενε σε κρυφό τόπο, διότι ο Αγρικόλας τον κυνηγούσε για να τον θανατώσει. Ο πονηρότατος ηγεμόνας ήθελε μ΄ αυτό τον τρόπο να πλήξει καίρια την τοπική Εκκλησία στερώντας της τον ποιημένα και αρχηγό της. Στον Επίσκοπο λοιπόν της Σεβάστειας, Πέτρο, εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Έλα στο ποτάμι της πόλης και θα βρεις τα Λείψανά μας. Μάζεψέ τα κατά την επιθυμία σου».
Ο Επίσκοπος χάρηκε πολύ και δόξασε το Θεό και τους Αγίους Του, που αξιώθηκαν να έχουν τόση χάρη όση και οι υπόλοιποι μεγάλοι Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του μερικούς χριστιανούς και κατέβηκε νύκτα στο ποτάμι, όπου βρήκε συγκεντρωμένα δίπλα στην όχθη του ποταμού, τα άγια Λείψανα, όσα είχαν διασωθεί από τις φλόγες. Παρατήρησε ότι από πάνω τους έλαμπε ένα δυνατό φως και το κάθε άγιο λείψανο χωριστά, στο σημείο που βρισκόταν, ακτινοβολούσε σαν ένα μικρό άστρο. Γεμάτος χαρά και ιερή συγκίνηση τα περισυνέλεξε και τα τοποθέτησε με τάξη μέσα σε καθαρές όμορφες θήκες, που είχαν φέρει μαζί τους οι συνοδοί του.
Χαρά και καύχηση των Χριστιανών για τους Αγίους Τεσσαράκοντα

Όταν ολοκλήρωσαν το μάζεμα των Αγίων Λειψάνων, έφυγαν από το ποτάμι και με πολλές προφυλάξεις επέστρεψαν στο κρησφύγετό τους. Εκεί, ο Επίσκοπος τοποθέτησε τα άγια Λείψανα σε επίσημο και περίοπτο μέρος και με δάκρυα χαράς στα μάτια ανέπεμψαν δοξολογία στο Θεό όλοι μαζί, λαός και κλήρος. Ήταν όλοι χαρούμενοι και υπερήφανοι, διότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μεγαλομάρτυρες ήταν πνευματικός καρπός της τοπικής Εκκλησίας. Δεν υπήρχε κανείς χριστιανός που να μην είχε συναναστραφεί μαζί τους και τώρα δικαιολογημένα όλοι έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους ότι οι Άγιοι ήταν αδελφοί τους, είχαν κοινωνήσει πολλές φορές από το ίδιο Άγιο Ποτήριο, είχαν παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία μαζί στον ίδιο Ναό, και όλα αυτά τώρα δυσκολεύονταν να τα πιστέψουν. Διότι εκείνοι ήταν πια Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας, ενώ αυτοί παρέμεναν ακόμη απλοί άνθρωποι.
Μέσα στην χαρούμενη αυτή οχλαγωγία λοιπόν, ο Επίσκοπος έκανε σ΄ όλους νόημα να ησυχάσουν. Φαινόταν σαν κάτι να ήθελε να τους πει. Σηκώθηκε αμέσως ο σεβάσμιος Ιεράρχης, προχώρησε με βήμα αργό και στάθηκε στο κέντρο της ομογύρεως. Ήταν βαθιά συγκινημένος, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του, ενώ μια χαρά, κάπως συγκρατημένη θα έλεγε κανείς, τον διακατείχε. Όλοι κατάλαβαν ότι ήθελε να τους πει κάτι σοβαρό, όχι όμως και ανησυχητικό. Γι΄ αυτό ησύχασαν, συγκράτησαν το μεγάλο τους ενθουσιασμό και με ηρεμία περίμεναν να ακούσουν τον Ποιμένα τους. «Δε βρίσκουμε λόγια», άρχισε εκείνος με τρεμάμενη φωνή, «για να ευχαριστήσουμε αυτή την ώρα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό για τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες Του, οι οποίοι υπήρξαν αδελφοί μας και μέσα σε μια νύχτα χειμωνιάτικη και παγωμένη έγιναν προστάτες και πρέσβεις μας προς τον Κύριον. Η χαρά λάμπει στα πρόσωπά μας και δεν μπορεί κανείς να μας την αφαιρέσει, διότι πηγάζει από την Ανάσταση του Κυρίου μας και την πίστη όλων μας σ΄ αυτήν. «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται», διδάσκει ο Χριστός μας. Βαθιά και ακλόνητη είναι η πίστη μας ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα είναι τώρα κοντά του, κοινωνοί της επουρανίου Βασιλείας Του και μέτοχοι της αφθάρτου Δόξης Του. Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα, όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θα λάμψουν πιο πολύ και από τον ήλιο και τα πολύαθλα και βασανισμένα σώματά τους θα ενωθούν με την αγία ψυχή τους και θα συμβασιλεύουν αιώνια μαζί με το Χριστό. Όλες αυτές οι σκέψεις είναι η αιτία της πολύ μεγάλης και ανέκφραστης χαράς μας. Ζητάω, ωστόσο, συγγνώμη από την αγάπη σας, που διέκοψα προς στιγμήν την πανήγυρή μας και την ανείπωτη χαρά μας, κρίνω όμως ότι αυτή η στιγμή είναι η πιο κατάλληλη για να σας διαβάσω μια επιστολή την οποία μου είχαν στείλει οι ένδοξοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όσο ήταν ακόμη στη ζωή. Η επιστολή αυτή περιέχει τη Διαθήκη τους, την οποία εγώ θα σας διαβάσω κι εσείς ν΄ ακούσετε με προσοχή:

Η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα

Ο Μελέτιος και ο Αέτιος και ο Ευτύχιος, οι δέσμιοι του Χριστού προς τους Αγίους Επισκόπους κάθε πόλεως και χώρας, και προς τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τους ομολογητές της πίστεως και προς όλους ανεξαιρέτως τους υπολοίπους ανθρώπους της Εκκλησίας, χαίρετε εν Χριστώ!
α) Όταν με τη χάρη του Θεού και τις κοινές προσευχές όλων φέρουμε εις πέρας τον αγώνα μας και φθάσουμε στα βραβεία της άνω κλήσεως, τότε επιθυμούμε να πραγματοποιηθεί η απόφασή μας αυτή, δηλαδή να μεταφερθούν τα λείψανά μας από χριστιανούς οι οποίοι σχετίζονται με τον πρεσβύτερο και πατέρα μας Πρόϊδο και με τους αδελφούς μας Κρισπίνο και Γόρδιο, Κύριλλο, Μάρκο και Σαπρίκιο, γιο του Αμμωνίου, με την πρόθυμη συνδρομή και βοήθεια πλήθους λαού, για να κατατεθούν τα λείψανά μας στην πόλη των Ζήλων, στο χωριό Σαρείμ. Διότι, αν και καταγόμαστε όλοι από διαφορετικές περιοχές, διαλέξαμε ωστόσο να έχουμε τον ίδιο τόπο αναπαύσεως· επειδή από κοινού, όλοι μαζί αγωνιστήκαμε για το βραβείο της Βασιλείας των Ουρανών, αποφασίσαμε να αναπαυθούμε όλοι μαζί στην προαναφερθείσα περιοχή. Αυτά λοιπόν αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα, και αυτά άρεσαν σε μας.
2. Γι΄ αυτό το λόγο λοιπόν (αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα) εμείς μεν, οι σύντροφοι του Αέτιου και του Ευτύχιου και των υπολοίπων εν Χριστώ αδελφών, να απαλλαγούμε από κάθε λύπη και ταραχή, εσείς όμως να τιμήσετε την αρχή της φιλαδελφίας και συναινέσετε προθύμως στην επιθυμία μας, για να λάβετε από τον κοινό Πατέρα μας, το μεγάλο μισθό της υπακοής και της συμπάθειας (που θα δείξετε προς εμάς).
3. Επίσης απαιτούμε από όλους να μην κρατήσετε για τον εαυτό σας κανένα λείψανό μας από όσα μαζεύτηκαν προς ενταφιασμό μέσα από τις φλόγες της καμίνου, αλλά αφού τα συγκεντρώσετε όλα στο ίδιο σημείο, να τα επιστρέψετε σ΄ αυτούς που προαναφέραμε, για να εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη μας για τους κόπους σας και το κέρδος της συμπαθείας και ευαρέσκειας του Θεού προς εσάς, αφού βέβαια δείξετε την προθυμία σας στον να εκτελέσετε αυτά που σας λέμε. Όπως ακριβώς η Μαρία δέχτηκε πρώτη τη χάρη της χαράς και της ευλογίας, αφού περίμενε με καρτερία και υπομονή στον τάφο του Χριστού και είδε τον Κύριο πριν από όλους τους άλλους.
4. Αν όμως κάποιος εναντιωθεί στην επιθυμία μας, ας αποξενωθεί από το θείο κέρδος και τη θεία ανταμοιβή, και ας είναι ένοχος κάθε παρακοής, αφού θα μπορούσε υπακούοντας στη μικρή μας επιθυμία να εκπληρώσει τη δικαιοσύνη, ενώ τώρα προσπαθεί όσο περνάει από το χέρι του να μας χωρίσει, δηλαδή εμάς που ο Άγιος Σωτήρ ημών με την χάρη Του και την πρόνοιά Του μας συνένωσε μέσω της πίστεως.
5. Αν, σύμφωνα με το θέλημα του φιλανθρώπου Θεού, καταλήξει και ο νεαρός Ευνοϊκος στο ίδιο (με μας) τέλος του αγώνα (δηλ. στο μαρτυρικό θάνατο), διατύπωσε (ο Ευνοϊκος) την επιθυμία να συγκαταριθμιθεί μαζί με μας (δηλ. να ταφεί μαζί με μας), αν όμως με τη χάρη του Θεού διαφυλαχθεί σώος και αβλαβής και εξακολουθεί ακόμα να ανακρίνεται και να βασανίζεται στον κόσμο (δίνοντας απλώς την ομολογία της χριστιανικής πίστεώς του, αλλά χωρίς να θανατώνεται), τον συμβουλεύουμε να αφιερώσει τον ελεύθερό του χρόνο στην ενασχόληση του με το μαρτύριο μας, να το στοχάζεται και να το φιλοσοφεί και τον παρακαλούμε να φυλάει τις εντολές του Χριστού, για να επιτύχει μαζί με μας την απόλαυση των ουρανίων αγαθών κατά τη μεγάλη ημέρα της Αναστάσεως, διότι αν και ήταν στον κόσμο, υπέμεινε τις ίδιες με εμάς θλίψεις.
6. Διότι η ευγνωμοσύνη προς τον αδελφό βλέπει τη δικαιοσύνη του Θεού, ενώ πάλι η παρακοή προς αυτόν (δηλ. προς τον αδελφό) πατεί την εντολή του Θεού. Διότι είναι γραμμένο ότι αυτός που αγαπά την αδικία, μισεί την ψυχή του.
β) Γι΄ αυτό λοιπό, αδελφέ Κρισπίνε..., απαιτώ από εσάς και σας συμβουλεύω να αποξενωθείτε από κάθε κοσμική ηδυπάθεια και πλάνη· διότι είναι σφαλερή και αδύναμη η δόξα του κόσμου, η οποία ανθεί για λίγο και αμέσως μαραίνεται σα χόρτο, αφού δέχτηκε το τέλος της γρηγορότερα από ότι την αρχή της. Προστρέξατε στον φιλάνθρωπο Θεό, ο οποίος παρέχει πλούτο άφθονο σ΄ αυτούς που τον πλησιάζουν και βραβεύει με την αιώνια ζωή αυτούς που τον πιστεύουν.
2. Ο χρόνος αυτός (δηλαδή η παρούσα ζωή) είναι κατάλληλος προς σωτηρία, γι΄ αυτούς που θέλουν να σωθούν, αφού παρέχει άφθονη την προθεσμία για μετάνοια, οποιαδήποτε όμως πρόφαση για αναβολή της μετανοίας στο απώτερο μέλλον την εξαλείφει· διότι η μεταβολή της ζωής είναι απρόβλεπτη. Αν όμως γνώρισες, δες το συμφέρον και φρόντισε να δείξεις σ΄ αυτή τη ζωή το σεβασμό σου προς τις εντολές του Θεού, για να μπορέσεις να διαγράψεις το χειρόγραφο των προηγουμένων αμαρτιών σου, εφ΄ όσον βέβαια βρεθείς να τηρείς τις εντολές του Θεού. Διότι λέγει, όπου σε βρω, εκεί και θα σε κρίνω.
3. Φροντίστε λοιπόν να βρεθείτε άμεμπτοι ως προς την τήρηση των εντολών του Χριστού, για να αποφύγετε το ακοίμητο και αιώνιο πυρ· διότι «ο καιρός (της παρούσης ζωής) έχει συντομεύσει», βοά η φωνή του Θεού από παλιά.
4. Προ πάντων λοιπόν να τιμήσετε την αγάπη· διότι αυτή μόνη της τιμάει το δίκαιο της φιλαδελφείας με το να πειθαρχεί στο Θεό· αφού μέσω του αδελφού τον οποίο βλέπουμε, τιμάται ο αόρατος Θεός· και ως προς μεν τους αδελφούς που προέρχονται από την ίδια μήτρα, είναι αρκετή η ονομασία που τους αποδίδεται για να βεβαιωθεί ότι όντως είναι τέτοιοι (δηλ. αδελφοί), ως προς όλους όμως τους φίλους του Χριστού, χρειάζεται και η συγκατάθεσή τους και η προαίρεσή τους· γι΄ αυτό ο Άγιος Σωτήρ ημών και Θεός έλεγε ότι εκείνοι είναι αδελφοί μεταξύ τους, όχι όσοι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της φύσεως, αλλά όσοι μέσω των εναρέτων πράξεων συνάπτονται με την πίστη και εκπληρώνουν το θέλημα του Πατρός ημών του επουρανίου.
γ) Χαιρετίζουμε τον πρεσβύτερο Φίλιππο και τον Προκλιανό και το Διογένη μαζί με την Αγία Εκκλησία. Χαιρετίζουμε τον κύριο Προκλιανό, που είναι στο χωριό Φυδελά, μαζί με την Αγία Εκκλησία και τους συγγενείς του, τον πατέρα μας Ιη και τον Ουάλη μαζί με την Εκκλησία. Χαιρετίζω κι εγώ ο Μελέτιος τους συγγενείς μου Λουτάνιο, Κρίσπο και Γόργιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ελπίδιο μαζί με τους συγγενείς του, τον Υπερέχιο μαζί με τους συγγενείς του.
2. Χαιρετίζουμε και αυτούς που είναι στο χωριό Σαρείμ, τον πρεσβύτερο μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς τους. Το Μάξιμο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ησύχιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Κυριακό μαζί με τους συγγενείς του. Χαιρετίζουμε τους αδελφούς μας στο Χαδου..., όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζουμε και τους αδελφούς μας στη Χαρισφώνη, όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζω και εγώ ο Αέτιος τους συγγενείς μου Μάρκο και Ακυλίνα, και τον πρεσβύτερο Κλαύδιο και τους αδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο και Κρίσπο και τις αδελφές μου και τη σύζυγό μου Δόμνα μαζί με το παιδί μου.
3. Χαιρετίζω κι εγώ ο Ευτύχιος τους γνωστούς μου στα Ξίμαρα, τη μητέρα μου Ιουλία και τους αδελφούς μου Κύριλλο, Ρούφο και Ρίγλο και Κυρίλλα· και τη νύμφη μου Βασιλεία και τους Διακόνους Κλαύδιο και Ρουφίνο και Πρόκλο. Χαιρετίζουμε και τους δούλους του Θεού Σαπρίκιο, το γιο του Αμμωνίου, και Γενέσιο, και την Σωσσάνα μαζί με τους Συγγενείς της.
4. Σας χαιρετίζουμε λοιπόν όλους εσάς, τους κυρίους μας, εμείς όλοι οι Τεσσαράκοντα αδελφοί και συνδέσμιοι Μελέτιος, Αέτιος, Ευτύχιος, Κυρίων, Κάνδιδος, Αγγίας, Γάϊος, Χουδίων, Ηράκλειος, Ιωάννης, Θεόφιλος, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Γοργόνιος, Κύριλλος, Σεβηριανός, Θεόδουλος, Νικόλαος, Φλάβιος, Ξανθίας, Ουαλέριος, Ησύχιος, Δομετιανός, Δόμνος, Ηλιανός Λεόντιος, ο και Θεόκτιστος, Ευνοϊκος, Ουάλης, Ακάκιος, Αλέξανδρος, Βικράτιος, ο και Βιβιανός, Πρίσκος, Σακερδών, Εκδίκιος, Αθανάσιος, Λυσίμαχος, Κλαύδιος, Ίλης και Μελίτων. Εμείς λοιπόν οι Τεσσαράκοντα δέσμιοι του Κυρίου Ιησού Χριστού, υπογράψαμε με το χέρι ενός από εμάς, του Μελετίου, και επικυρώσαμε όλα όσα έχουν γραφτεί παραπάνω, και αυτή η διαθήκη άρεσε σε όλους μας. Μέσα από την ψυχή μας και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, ευχόμαστε να επιτύχουμε όλοι τα αιώνια αγαθά του Θεού και τη Βασιλεία Του, τώρα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν».
Με συγκίνηση και αγαλλίαση άκουσαν όλοι από το στόμα του σεβαστού Ποιμένα τους τη Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Δεν τους στενοχωρούσε το γεγονός ότι τα Άγια Λείψανα τους θα πήγαιναν στο χωριό Σαρείμ για να ενταφιασθούν. Θα αποχωρίζονταν βέβαια έναν τέτοιο πνευματικό θησαυρό, ήταν όμως χαρούμενοι γιατί θα έκαναν υπακοή στη βαθιά επιθυμία των Αγίων Τεσσαράκοντα να μείνουν ενωμένοι και μετά το θάνατό τους. Πραγματικά, ήταν θέλημα Θεού αυτοί που ήταν ενωμένοι στη ζωή και αργότερα στο μαρτυρικό τους θάνατο, να παραμείνουν ενωμένοι σωματικά και μετά το θάνατό τους.
Κάπου εδώ όμως η διήγησή μας έχει φτάσει στο τέλος της. Οι Άγιοι ας πρεσβεύουν για όλους μας ώστε τουλάχιστον να μπορέσουμε να οσφρανθούμε το πνευματικό άρωμα του ενδόξου μαρτυρίου τους. Αμήν.

Απο :www.imsamou.gr

Αλφαβητικό εορτολόγιο

Α
Ααρών, Κυριακή των προπατόρων (Δεκέμβριος) *
Αβραάμ 24.03
Αγαθάγγελος 23.01
Αγάθη 05.02
Αγαθόκλεια 01.09
Αγάπη 17.09
Αγγελος 08.11
Αγλαΐα 19.12
Αγνή 21.01
Αδριανός 26.08
Αέρος 08.12
Αζάτ 17.04
Αθανάσιος 18.01
Αθηνά 01.09
Αίγλων 17.08
Αιθέριος 12.12
Αικατερίνη 25.11
Αιμιλιανός 18.07
Ακάκιος 03.01-17.04
Ακλάς 20.05
Αλέξανδρος 30.08-21.08
Αλέξιος 17.03
Αλκιβιάδης 16.08
Ανανίας 18.03
Ανάργυρος 01.07-01.11
Αναστασία 22.12
Αναστάσιος 22.01- 08.04*-17.09
Ανδρέας 30.11-15.05
Ανδρόνικος 17.05-30.07-06.09
Ανθή 15.12
Aνθιμος 03.09
Aννα 09.12
Αντιγόνη 01.09
Αντώνιος 17.01
Απόλλων 05.06
Απόστολος 30.06
Αργύριος 01.07-01.11
Αριάδνη 18.09
Αριστείδης 13.09
Αρτέμιος 20.10
Ασπασία 01.09
Αυγουστίνος 15.06
Αχιλλέας 24.04

Β
Βάϊα * 28.04
Βαλεντίνη 24.04
Βαρβάρα 04.12
Βασίλειος 01.01
Βερονίκη 12.07
Βίκτωρ 11.11

Γ
Γαβριήλ 08.11
Γαλήνη 16.04
Γεράσιμος 16.08-20.10
Γεώργιος 23.04
Γλυκερία 13.05
Γρηγόριος 25.01

Δ
Δαμιανός 01.07- 01.11
Δανιήλ 17.12
Δέσποινα 15.08
Δημήτριος 26.10
Δήμος 10.04
Διομήδης 16.08
Διονύσιος 03.10 - 17.12
Δονάτος 30.04*
Δωρόθεος 05.06

Ε
Ειρήνη 05.05
Ελένη 21.05
Ελευθέριος 15.12
Ελισάβετ 24.04
Ελπίδα 17.09
Εμμανουήλ 26.12
Επαμεινώνδας 10.04
Ερμιόνη 04.09
Ευάγγελος 25.03
Ευανθία 11.09
Ευγενία 24.12
Ευγένιος 07.03
Ευδοκία 01.03-10.09
Ευδοξία 31.01
Ευθύμιος 20.01
Ευλαμπία 10.10
Ευσέβιος 22.06
Ευστάθιος 20.09
Ευστράτιος 13.12
Ευτύχιος 06.04
Ευφημία 11.07-16.09
Ευφροσύνη 25.09

Ζ
Ζαχαρίας 08.02-05.09
Ζηνοβία 30.10
Ζήνων 27.09
Ζωή* 13.04

Η
Ηλίας
Ησαΐας

Θ
Θεανώ 01.09
Θέκλα 24.09
Θεμιστοκλής 21.12
Θεοδοσία 29.05
Θεοδόσιος 11.01
Θεοδώρα 11.02
Θεόδωρος 17.02- 24.02*
Θεοφάνης 06.01- 12.03
Θεόφιλος 08.07
Θωμάς 15.04*- 06.10

Ι
Ιάκωβος 30.04- 23.10
Ιάσων 29.04
Ιγνάτιος 20.12
Ιερεμίας 01.05
Ιερόθεος 04.10
Ιορδάνης 06.01
Ιουλία 18.05-15.07
Ισίδωρος 04.02
Ιωακείμ 09.09
Ιωάννης 07.01

Κ
Καλλιόπη 08.06
Κήρυκος 15.07
Κλειώ 01.09
Κλεοπάτρα 01.09
Κοσμάς 01.07-01.11
Κυπριανός 02.10
Κυριακή 07.07
Κυριάκος 29.09
Κωνσταντίνος 21.05

Λ
Λάζαρος * 31.03
Λάμπρος * 08.04
Λαυρέντιος 10.08
Λεωνίδας 15.04
Λίνος 05.11
Λουκάς 18.10
Λουκία 13.12
Λουκιανός 15.10
Λυδία 20.05

Μ
Μαγδαληνή 22.04*-22.07
Μάξιμος 21.01
Μαργαρίτα 01.09
Μάρθα 04.06
Μαρία 15.08-21.11
Μαρίνα 17.07
Μαρκέλλα 22.07
Μάρκος 25.04
Ματθαίος 16.11
Μελέτιος 12.02-01.09
Μερκούριος 25.11
Μηνάς 11.11
Μιλτιάδης 10.04
Μιχαήλ 08.11

Ν
Ναταλία 26.08
Νεκτάριος 09.11
Νεόφυτος 24.01-28.09
Νέστορας 27.10
Νικήτας 15.09
Νικηφόρος 02.06
Νικόδημος 14.07
Νικόλαος 06.12

Ξ
Ξένη 24.01
Ξενοφών 26.01

Ο
Όλγα 11.07
Ορέστης 10.11-09.06-20.08

Π
Παναγιώτης 15.08
Παντελεήμων 27.07
Παρασκευή 26.07
Παρθένιος 07.02
Πασχάλης 15.04
Παύλος 29.06
Πελαγία 08.10
Περικλής 10.04
Πέτρος 29.06
Πηγή* 13.04
Πλάτων 18.11
Πολύκαρπος 23.02
Πολυξένη 23.09
Πορφύριος 26.02
Πρόδρομος 07.01
Προκόπιος 08.07

Ρ
Ραφαήλ 09.04
Ρεβέκκα 17.12
Ρηγίνος 25.02-20.08-16.07

Σ
Σάββας 05.12
Σεραφείμ 08.11-04.12
Σέργιος 07.10
Σίμων 10.05
Σοφία 17.09
Σοφοκλής 10.04
Σπυρίδων 12.12
Σταμάτης 03.02 - 16.08
Σταύρος 14.09
Στέφανος 27.12
Στυλιανός 26.11
Συμεών 03.02 - 01.09
Σώζων 07.09
Σωσάνα 20.11
Σωκράτης 21.10
Σωτήριος 06.08

Τ
Τιμόθεος 22.01
Τίτος 25.08
Τριαντάφυλλος 08.08
Τρύφων 01.02

Υ
Υάκινθος 03.07

Φ
Φανούριος 27.08
Φίλιππος 14.11
Φιλοθέη 19.02
Φοίβη 03.09
Φωτεινή 26.02- 06.05*
Φώτιος 06.01- 06.02

Χ
Χαράλαμπος 10.02
Χαρίκλεια 01.09 - 10.02
Χαριτίνη 05.10
Χρήστος 25.12
Χριστίνα 24.07
Χριστόδουλος 16.03 - 21.10
Χριστόφορος 09.05
Χρύσα 25.12
Χρύσανθος 19.03
Χρυσάφιος 25.10
Χρυσόστομος 13.11


Με αστερίσκο [*] σημειώνονται οι κινητές εορτές.


Πηγή:www.apostoliki-diakonia.gr

Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης

Η θεραπευτική ενός οσίου

Στα Φάρασα, όπως και σ’ όλη την περιφέρεια τους, δεν υπήρχε άλλος γιατρός εκτός από τον όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. Ήταν δάσκαλος και γιατρός , ψυχών και σωμάτων.
Όπου περνούσε και του έφερναν αρρώστους, ποτέ δεν εξέταζε αν ήσαν χριστιανοί ή τούρκοι. Εξέταζε μόνο ποια αρρώστια τους βασάνιζε, για να διαβάσει την ανάλογη ευχή. Με τις θεραπείες του οι τούρκοι καταλάβαιναν την αξία της Ορθοδοξίας μας και εκδήλωναν τον σεβασμό τους σ’ αυτήν.
Δεν έδινε στους αρρώστους συνταγές αλλά τους διάβαζε την ανάλογη ευχή της Εκκλησίας και έτσι τους θεράπευε. Όσοι είχαν άρρωστο και δεν μπορούσαν να τον μεταφέρουν στο κελί του, είτε επειδή ήταν πού βαριά είτε επειδή βρισκόταν μακριά, έστελναν στον όσιο Αρσένιο ένα ρούχο από τον άρρωστο να το διαβάσει. Εκείνος το διάβαζε και το επέστρεφε. Ο άρρωστος το φορούσε με ευλάβεια και πίστη, και θεραπευόταν . πολλές φορές, για να τους αναπαύσει και τον λογισμό, τους έστελνε και γραμμένη την ευχή σ’ ένα χαρτί, που το φορούσαν στο άρρωστο διπλωμένο σαν φυλαχτό. Επειδή οι περιπτώσει των ασθενειών ήσαν πολλές και δεν εύρισκε στο Ευχολόγιο την ανάλογη ευχή, είχε πάρει ορισμένους ψαλμούς από το Ψαλτήρι και χρησιμοποιούσε αυτούς. Το Ευαγγέλιο συνήθως το διάβαζε μόνο για πολύ σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βωβούς, παραλύτους και δαιμονισμένους. Όταν έβλεπε κανέναν ότι ήταν και πνευματικά άρρωστος δεν τον θεράπευε αμέσως , αλλά σιγά-σιγά. Του έλεγε δηλαδή να έρχεται και να ξαναέρχεται , μέχρι που τον θεράπευε στην ψυχή. Μετά τον θεράπευε και στο σώμα.



Η Τυφλή μουσουλμάνα

Κάποτε είχαν φέρει στον όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη μια τυφλή μουσουλμάνα, την Φάτμα. Την έφεραν όμως ημέρα Τετάρτη , που ήταν έγκλειστος. Αφού χτύπησαν πολύ την πόρτα του κελιού του, την άφησαν κοντά στο κατώφλι και απομακρύνθηκαν.
Σε λίγη ώρα ήρθε μια φαρασιώτισσα με αγκύλωση στο χέρι και, γνωρίζοντας ότι την Τετάρτη και την Παρασκευή ο όσιος δεν δέχεται, πήρε χώμα από το κατώφλι της πόρτας του. Το έβαλε στο αρρωστημένο χέρι της και έγινε καλά!

Όταν είδε την τυφλή μουσουλμάνα, την ρώτησε , τι περίμενε. Η Φατμά της φανέρωσε την αιτία της αναμονής.

-Τι κάθεσαι και χασομεράς; Της είπε τότε η χριστιανή. Δεν ξέρεις ότι ο Χατζεφέντης Τετάρτη και Παρασκευή δεν ανοίγει; Πάρε χώμα από το κατώφλι της πόρτας του και τρίψε το στα μάτια σου. Έτσι κάνουμε εμείς αυτές τις δύο μέρες.

Η Φατμά παραξενεύθηκε μ’ αυτό που άκουσε, αλλά έψαξε , βρήκε το κατώφλι , πήρε χώμα και το έτριψε στα μάτια της. Αμέσως άρχισε να βλέπει θαμπά. Από την χαρά της τότε πήρε μια πέτρα και χτυπούσε σαν τρελή την πόρτα του οσίου Αρσενίου. Εκείνος άνοιξε και επειδή είδε πως ήταν μουσουλμάνα, ενώ δεν μιλούσε αυτή την ημέρα, έκανε διάκριση και την ρώτησε τι ήθελε. Του είπε τον λόγο και ο όσιος πήρε το Ευαγγέλιο και την διάβασε. Αμέσως ήρθε όλο της το φώς. Εκείνη τότε από την χαρά της έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε με ευλάβεια, αλλ΄ ο όσιος την μάλωσε και της είπε:
-Εάν θέλεις να προσκυνήσεις, να προσκυνήσεις τον Χριστό, που σου έδωσε το φώς, και όχι εμένα.

Η δαιμονισμένη νεόνυμφη

Πήγαν κάποτε στον όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη μία τουρκάλα νεόνυμφη δαιμονισμένη, δεμένη με αλυσίδες, για να την διαβάσει. Επειδή ήταν έγκλειστος εκείνη την ημέρα, οι συγγενείς της παρακάλεσαν τους επιτρόπους να μεσολαβήσουν να τους δεχθεί γιατί παρ’ όλο που την είχαν δεμένη, δεν μπορούσαν να την συγκρατήσουν.

Ο όσιος τους δέχθηκε και έκανε νόημα για να την λύσουν. Μόλις λύθηκε όμως η δαιμονισμένη, όρμησε εναντίον του, του άρπαξε το ένα του πόδι και το δάγκωνε. Ενώ κρατούσε εκείνος το Ευαγγέλιο για να την διαβάσει , δεν το άνοιξε, παρά την χτύπησε απαλά στο κεφάλι τρείς φορές. Το δαιμόνιο έφυγε αμέσως! Η γυναίκα άρχισε να κλαίει και ν’ ασπάζεται με ευλάβεια το δαγκωμένο πόδι του ιερέως. Επίσης ο πατέρας της έπεσε και αυτος στα πόδια του και τον παρακαλούσε να δεχθεί ολόκληρο το πουγγί του:
-Πάρτα όλα, να είναι δικά σου, γιατί έσωσες το παιδί μου.
Ο όσιος τον σήκωσε πάνω και του είπε:
-Κράτησε τα λεφτά σου. Η πίστη μας δεν πουλιέται.

Απο το βίο του Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου

H σωτηρία του Λογγίνου

Ο όσιος Διονύσιος (+1541) ησύχαζε κάποτε στο σπήλαιο του Αγ. Λαζάρου, παρακάτω από την μονή που ίδρυσε στον Όλυμπο.
Μια νύχτα όμως σηκώθηκε και πήγε στην μονή. Χτύπησε δυνατά την πόρτα και είπε στους πατέρες, που του άνοιξαν:
-Συγκεντρωθείτε να κάνουμε προσευχή για τον αδελφό Λογγίνο. Η ζωή του διατρέχει μεγάλο κίνδυνο.

Εκείνη την νύχτα είχαν στείλει τον μοναχό Λογγίνο να βοσκήσει τις αγελάδες της μονής. Όταν ξημέρωσε και ήρθε στο μοναστήρι, διήθηκε ότι αντιμετώπισε φοβερό κίνδυνο: Επιτέθηκαν κακοποιοί εναντίον του και αφού έκλεψαν τα πράγματα του και το άλογο του, γύμνωσαν στα σπαθιά τους για να τον θανατώσουν. Ξαφνικά όμως παρουσιάσθηκε κάποιος και τους εμπόδισε. Κατατρομαγμένοι εκείνοι έφυγαν και τον άφησαν σώο και αβλαβή. Ο άγνωστος εξαφανίστηκε απότομα, όπως απότομα είχα παρουσιαστεί.

Δύο επισκέπτες στον Όλυμπο

Ο όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω σαν καθαρό δοχείο του Αγ. Πνεύματος, έλαβε από τον Θεό έκτακτα και υπερφυσικά χαρίσματα. Έγινε σύμφωνα με τον υμνογράφο «γνώστης και προαγγελεύς εσομένων ακριβής», «κρήνη βλυστάνουσα ρείθρα ιαματικά» και «πολλών πασχόντων υγίασις».
Κάποτε είπε ξαφνικά στους αδελφούς της συνοδείας του:
-Να, έρχονται σε μας δύο μοναχοί.
Και σαν ζωγράφος που ήταν πήρε ένα χαρτί και σκιτσάρισε τέλεια τις μορφές τους. Τον έναν τον έκανε με γένεια , ενώ τον άλλο, που ήταν νεώτερος τον έκανε αγένειο.
Έπειτα από ένα ημερόνυχτο ήρθαν πράγματι δύο μοναχοί . Ο πρώτος με γένεια , λεγόταν Ιάκωβος και έμεινε μέχρι τέλους της ζωής του στο μοναστήρι του οσίου. Ο άλλος, ο αγένειος, λεγόταν Ηλίας, έγινε ηγούμενος και ακολούθως επίσκοπος Πλαταμώνα.

Η χωρική της Ραψάνης

Η Παρασκευή από το χωριό Ραψάνη παρουσίαζε ένα θλιβερό θέμα. Είχε καμπουριάσει τόσο πολύ, που το κεφάλι της έφθανε στα γόνατα! Υπέφερε έτσι υπερβολικά. Δεν μπορούσε ούτε να καθίσει ούτε να περπατήσει.
Ο άνδρας της, καταλυπημένος , την έτρεψψε σε διάφορους γιατρούς, οι οποίοι όμως δεν μπορόυσαν να κάνουν τίποτε.
Κάποτε οικονόμησε ο πανάγαθος Θεός να επισκεφθεί την Ραψάνη ο όσιος του Ολύμπου Διονύσιος. Ο σύζυγος , μόλις τον είδε, έτρεξε και με δάκρυα τον παρακαλούσε να έρθει στο σπίτι του και να προσευχηθεί για την ταλαίπωρη Παρασκευή. Ο άγιος ευχαρίστως ήρθε. Προσευχήθηκε και έβαλε το δεξί του χέρι πάνω στην άρρωστη. Αμέσως εκείνη σηκώθηκε όρθια! Όλοι οι παριστάμενοι έκθαμβοι και αγαλλόμενοι ευχαρίστησαν τον Κύριο, τον «θαυμαστόν εν τοις αγίοις Αυτού».

Η περιφρόνηση του σχήματος

Κάποια γυναίκα είχε ένα μονάκριβο γιό, ο ποίος έγινε μοναχός στην Ι. Μονή του οσίου Διονυσίου , στον Όλυμπο. Όταν μια μέρα ο μοναχός πήγε στο σπίτι για να δει την μητέρα του, αυτή γεμάτη θυμό του άρπαξε από το κεφάλι τον σκούφο και το πέταξε κάτω. Μετά του έβγαλε με βία τα ράσα, τον έντυσε κοσμικά και τον κράτησε στο σπίτι της.
Έπειτα από λίγες μέρες ήρθε στο χωριό της ο όσιος. Η μητέρα, μόλις το έμαθε, έτρεξε ν’ ασπαστεί το χέρι του. Ο όσιος, που την έβλεπε πρώτη φορά, της είπε αυστηρά:
-Μη με εγγίζεις εσύ που κατεπάτησε το αγγελικό σχήμα του γιού σου και τον κρατάς μαζί σου στον κόσμο. Αλλοίμονό σου, ταλαίπωρη, γιατί αυτός θα πεθάνει αύριο και κακό θάνατο, και έτσι θα τιμωρηθείς και σε για την αφροσύνη σου.
Πράγματι. Την άλλη μέρα ο γιός της γκρεμίστηκε από ένα ψηλό δένδρο και σκοτώθηκε.


Ο σωφρονισμός της άφρονης


Ήταν άνοιξη , όταν ο όσιος Διονύσιος του Ολύμπου κατέβηκε στην Κατερίνη. Συνάντησε εκεί μια παρέα από νέους και νέες, που τραγουδούσαν άσεμνα χειρονομούσαν άπρεπα. Ο άγιος λυπήθηκε πολύ και απευθυνόμενος κυρίως στις κοπέλες είπε:
-Γιατί εσείς που είστε κορίτσια, λέτε αυτά τα αισχρά λόγια και προκαλείτε τους νέους στην αμαρτία;
Όλες κοκκίνισαν από την ντροπή. Βρέθηκε όμως μια που ξεχώρισε. Ύψωσε με αναίδεια την φωνή της και του αποκρίθηκε:
-Τι σε νοιάζει εσένα, ψευτοκαλόγερε, τι κάνουμε εμείς; Δεν κοιτάς τα χάλια τα δικά σου;
Ο άγιος πικράθηκε ακόμη πιο πολύ για την υβριστική συμπεριφορά της νέας. Την κοίταξε με απέραντη θλίψη και της είπε:
-Ο Θεός κόρη μου, που οικονομεί την σωτηρία του καθενός μας και με σκληρούς τρόπους, είθε να σε σωφρονίσει , για να γίνεις παράδειγμα και στους άλλος.
Μετά το επεισόδιο αυτό ο όσιος πήγε το βράδυ εκείνο στο σπίτι ενός φιλομόναχου χριστιανού.
Η κοπέλα προτού να φθάσει στο σπίτι της δαιμονίστηκε! Έπεσε κάτω στον δρόμο , άρχισε να κλωτσάει και να βγάζει αφρούς από το στόμα. Οι γονείς της βλέποντας το παιδί τους σ’ αυτή την ελεεινή κατάσταση, ζήτησαν να μάθουν την αιτία. Μια φίλη της τους εξιστόρησε τι είχε συμβεί. Εκείνοι με μεγάλη αγωνία γύρισαν όλη την πόλη αναζητώντας τον άγιο.
Όταν τον βρήκε, έπεσαν στα πόδια του και με λυγμούς τον παρακαλούσαν να συγχωρήσει την κόρη τους. Ο ανεξίκακος δούλος του Θεού την συγχώρησε με όλη τους την καρδιά και την ευλόγησε. Η κοπέλα ησύχασε, ηρέμηση απαλλάχθηκε από την επήρεια του δαίμονος.
Έκτοτε έζησε με σωφροσύνη και φόβο Θεού. Έμεινε μάλιστα άγαμη σε όλη της την ζωή.

Το σαπισμένο χέρι

Κάποια Αφροδίτη από την Κεφαλληνία είχε μία αδελφή , που κάποτε αγανάκτησε , σήκωσε το χέρι προς τον ουρανό και έκανε μια ασεβή χειρονομία.

Σύντομα ήρθε η τιμωρία: Πλένοντας κάτι ρούχα, ένα μικρό βελόνι μπήκε στο χέρι της, δημιούργησε σε τρείς ημέρες γάγγραινα και το χέρι σάπισε. Οι γιατροί της είπαν να το κόψει. Τότε η ευσεβής αδελφή της την πήρε και την πήγε στον όσιο Παναγή Μπασία.

Ο άγιος ήταν βαρειά άρρωστος στο κρεββάτι και πολλοί τον ξενυχτούσαν. Η Αφροδίτη πλησίασε στο κρεββάτι, έβαλε το χέρι της αδελφή ςη επάνω του και μυστικά παρακάλεσε μέσα της:
--Παπα- Μπασιά μου, η ευχή του ας κάνει το χέρι της αδελφή μου καλά.
Τότε ο άγιος άνοιξε το στόμα του και είπε:
-Αφροδίτη. Το χέρι της αδελφή σου θα γίνει καλά! Δεν θα το κόψουν!

Ο γιατρός που εξέτασε το χέρι αργότερα , ομολόγησε ότι έγινε κάποιο θαύμα. Ήταν τελείως θεραπευμένο!

H Ρουμπίνα

Ο όσιος Παναγής Μπασιάς είχε βαπτίσει την αδελφή του Σπύρου Μηνιάτη που λεγόταν Ρουμπίνα. Αυτή παντρεύτηκε ένα πολύ σκληρό και βάναυσο άνδρα, που την κακομεταχειριζόταν. Ένα μεσημέρι η οικογένεια του Σπύρου καθόταν στο τραπέζι και έτωγε. Ξαφνικά μπροστά βλέπουν τους αναπάντεχα τον άγιο, που απευθυνόμενος προς τον Σπύρο του είπε:

-Ε! Τι κάθεσαι.. Αυτή την στιγμή την αδελφή σου την Ρουμπίνα την δέρνει απάνθρωπα ο άνδρας της. Και δεν φθάνει αυτό, αλλά της έσπασε και το χέρι της. Και το χειρότερο έκανε τα γαμήλια στέφανα τους κομμάτια.

Και συνέχισε ακόμα πιο έντονα:

-Πλήν όμως, ο πρώτος γάμος είναι μυστήριο! Ακούς;
Μετά τα λόγια αυτά έφυγε βιαστικά.
Το επεισόδιο που τους ανήγγειλε, γινόταν σ’ ένα χωριό, σε μακρινή απόσταση, αλλά ο Σπύρος πίστεψε τον άγιο και στενοχωρήθηκε κατάκαρδα για την αδελφή του. Σηκώθηκε αμέσως , ετοίμασε το μουλάρι του και έσπευσε να πάει να δει τι γίνεται στο σπίτι της.

Όταν εκείνη τον είδε, τον δέχθηκε με χαρά και του είπε:
-Πως , αδελφέ μου , τέτοια ώρα, μεσημέρι μ’ αυτή την ζέστη του Ιουλίου, ξεκίνησες για δω;
Ο Σπύρος την ρώτησε:
-Ρουμπίνα, που είναι ο άνδρας σου;
-Αχ Σπύρο μου, είχε ξενύχτι απόψε στην δουλειά του και κουράστηκε και βγήκε έξω να συναντήσει κανένα, να του περάσει η ώρα.
-Καλά , το χέρι σου τι έχει;
-Αδελφέ μου , αυτές οι προβατίνες, όταν πρόκειται να βγουν έξω από το μανδρί , κάνουν πολλά πηδήματα. Μ έσπρωξε, έπεσα και χτύπησα. Μα δεν είναι τίποτα… Έλα τώρα πάμε να ξεκουραστείς και το απόγευμα φεύγεις με την δροσιά.

Μπαίνοντας στο σπίτι ο Σπύρος αμέσως κοίταξε στα εικονίσματα, γιατί διαρκώς σκεπτόταν τα λόγια του οσίου Παναγή.

-Ρουμπίνα, που είναι τα στέφανα σου; Δεν τα βλέπω.

Η αδελφή του, που δεν ήθελε να διαλύσει το γάμο της, δικαιολογείται και λέει:
-Σπύρο μου, με τις δουλειές μου είχα καιρό να ξεσκονίσω και τα κατέβασα να τα καθαρίσω.
Η γυναίκα προσπάθησε να κρύψει την άθλια συμπεριφορά του συζύγου της και να μη φανερώσει την αλήθεια. Αλλά ο αδελφός της, που όλα τα ήξερε με το διορατικό χάρισμα του οσίου, της είπε:
-Αδελφή μου, σήκω να φύγουμε, γιατί ο άνδρας σου είναι σκληρός και σε βασανίζει. Εγώ ήρθα εδώ, γιατί μας απεκάλυψε την κατάστασή σου ο νουνός σου παπα-Μπασιάς. Έλα μαζί μου, η ζωή σου εδώ θα είναι μαρτύριο.
Η Ρουμπίνα όμως, συνετή και ανδρεία στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, γνώριζε ότι δεν έπρεπε να διαλύσει το σπιτικό της.

-Αδελφέ μου , του απαντά, όταν ο Θεός προστάζει , πρέπει να τα υπομένω όλα.

Έτσι ο Σπύρος Μηνιάτης έφυγε διαπιστώνοντας ότι τα λόγια του οσίου ήταν αληθινά.

Η φιλανθρωπία του οσίου Παναγή

Ο όσιος Παναγής Μπασιάς έγινε ονομαστός για την φιλανθρωπία του. Ήταν ακούραστος στο να ευεργετεί . ήταν εφευρετικός στις αγαθοεργίες, αλά και τολμηρός με το θάρρος,που του έδινε η άψογη ζωή του. Συχνά έμπαινε σ’ ένα κατάστημα, άνοιγε το ταμείο, έπαιρνε όσα χρήματα ήθελε για τους φτωχούς και έφευγε.

Οι έμποροι και οι καταστηματάρχες παρακολουθούσαν άφωνοι, γιατί γνώριζαν τον προορισμό των χρημάτων που έπαιρνε. Λένε μάλιστα ότι κάποτε ένας φούρναρης τον εμπόδισε να πάρει χρήματα και τα ζυμωμένα ψωμιά του δεν φούσκωσαν, μέχρι που του ζήτησε συγγνώμη.

Μια φορά ο φτωχός παπα-Θεόδωρος Κοντομίλαχος βρέθηκε σε φοβερή κατάσταση. Η πρεσβυτέρα του επρόκετο να γεννήσει και δεν είχαν τα απαραίτητα χρήματα. Ο όδιος Παναγής, μόλις το έμαθε, πήγε στο παντοπωλείο του Γεράσιμου Μωραΐτη, άνοιξε μπροστά σε όλους το κρυφό συρτάρι του , βρήκε έξι μεξικάνικα τάλληρα(κολονάτα) και τα πήρε. Βγήκε μετά έξω, συνάντησε τον παπα-Θεόδωρο και του τα έδωσε λέγοντας του ότι θ’ αποκτήσει δίδυμα.

Ο ιερέας στην συνέχει πήγε στο ίδιο παντοπωλείο και ζήτησε ν’ αγοράσει κάρβουνα για θέρμανση δίνοντας ένα τάλληρο. Ο καταστηματάρχης το αναγνώρισε, αλλά είπε ότι δεν λυπάται τόσο για τα χρήματα που στερήθηκε, όσο γιατί ο άγιος του προφήτευσε σύντομο θάνατο και τον συμβούλευσε να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει.

Έχοντας έτσι απόλυτη εμπιστοσύνη στα λόγια του όσιο ετοιμάσθηκε και σε δεκαπέντε μέρες κοιμήθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό εδώ ότι ο όσιος συνδύασε το προορατικό χάρισμα με την υλική και πνευματική φιλανθρωπία. Παρόμοια πολλές φορές ενήργησε για να προλάβει κάποιο ηθικό ή φυσικό κακό.

Μι α βροχερή νύχτα συνάντησε κάποιον που πήγαινε να κάνει μια αμαρτία. Τον σταμάτησε και του φώναξε:
-Αμαρτωλέ, αμαρτωλέ! Γύρισε στο σπίτι σου.
Άλλοτε ,μπήκε ξαφνικά στο σπίτι του Γεράσιμου Βώρου και του ζήτησε ένα πιστόλι , που ο ιδιοκτήτης το είχε γεμάτο/ οι οικοδεσπότες δεν του το έδωσαν, φοβούμενοι μήπως σκοτωθεί. Μετά από λίγες ημέρες ο Γεράσιμος θέλησε να το αδειάσει από τις σφαίρες, αλλά τραυματίστηκε και έκοψε το χέρι του. Τότε κατάλαβαν όλοι, γιατί ο όσιος είχε ζητήσει το πιστόλι.

Άγιος Παναγής Μπασιάς

Η μελλοντική ηγουμένη

Μια Κεφαλλονίτισσα από το Ληξούρι είχε τέσσερις κόρες. Ο άνδρας της ήταν πολύ ιδιότροπος. Την έβριζε γιατί γεννούσε κορίτσια και ήταν στενοχωρημένη.
Κάποτε σκέφτηκε να πάει να συναντήσει τον όσιο Παναγή Μπασιά και να πάρει την ευχή του. Πήρε μαζί και τις κόρες της. Στα μαλλία μάλιστα της μικρότερης είχε βάλει έναν ωραίο φιόγκο. Όταν έφθασαν στον άγιο, είδαν ότι είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και έτσι περίμεναν υπομονετικά την σειρά τους. Έπειτα από αρκετή ώρα τελείωσαν οι προηγούμενοι και η μητέρα οδήγησε τα παιδιά της στον άγιο:
-Παπά έφερα τα παιδιά μου να τα ευλογήσεις.
Ο όσιος Παναγής ευλόγησε την πρώτη και της είπε:
-Καλώς την Διονύσαινα!
Στην δεύτερη είπε:
-Καλώς την Γιώργαινα!
Στην τρίτη είπε:
-Καλώς την Σπύραινα!
Προφήτευσε δηλαδή τα ονόματα των συζύγων των κοριτσιών.
Την τέταρτη δεν την ευλόγησε. Η μητέρα που μέχρι τότε χαιρόταν , άρχισε ν’ ανησυχεί. Σκέφτηκε ότι θα πέθαινε το τέταρτο παιδί της . τον παρακάλεσε λοιπόν πιο θερμά να το ευλογήσει. Ο άγιος δεν το ευλογούσε. Η μητέρα ταραγμένη ρωτούσε:
-Παπά μου, θα πεθάνει το παιδί μου; Γιατί δεν το ευλογάς;
Τότε σηκώθηκε, γονάτισε μπροστά στο μικρό κορίτσι και του είπε:
-Ευλόγησέ με, αμμά( δηλ. γερόντισσα).
Η μητέρα τρόμαξε περισσότερο μ’ αυτό και αναρωτιόταν τι να σημαίνει. Εκείνος έβγαλε τα στολίδια από τα μαλλιά της μικρής και είπε:
-Αυτά δεν χρειάζονται , ηγουμένη των Λεπέδων.
Και πράγματι! Έπειτα από πολλά χρόνια οι τρείς μεγαλύτερες αδελφές παντρεύθηκαν συζύγους με τα ονόματα που είχε προφητεύσει ο άγιος, ενώ η μικρότερη έγινε ηγουμένη της μονής των Λεπέδων , με το όνομα Ευγενία.

Αγία Ραΐς η δωδεκάχρονη παρθενομάρτυς

ΑΓΙΑ ΡΑ΄Ι΄Σ

Η δωδεκάχρονη Παρθενομάρτυς.

Η μνήμη της εορτάζεται την 23ην Σεπτεμβρίυ

Μικρός ο βίος της, που διεσώθη. Μικρή η ηλικία της, αλλά μεγάλος ο άθλος και η δόξα της ανήλικης Αγίας Ραΐδος, που θυσιάστηκε για την αγάπη του Χριστού στα δώδεκά της χρόνια! Άλλα κορίτσια στην ηλικία της παίζουν με τα παιχνίδια τους και τις κούκλες ή ονειρεύονται το κοσμικό τους μέλλον και τις χαρές του μάταιου κόσμου. Αντίθετα η μικρή Ραΐδα όλα τα είχε πρεριφρονήσει απο μικρή και δεν αγαπούσε και δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο απο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, τον Δημιουργό και Σωτήρα του σύμπαντός και τον πιό μεγάλο, τον πιό αληθινό και ασύγκριτο φίλο και προστάτη των παιδίων. Κι όπως αναφέρι ο Συναξαριστής στα «Μηναία» (μήνας Σπτέμβριος ΚΓ΄):

«Ποθουσα κάλλος η Ραΐς Θεού βλέπεις
Σαρκός το κάλλος εκδίδωσι τω ξίφει».

Και σε σημερινή απόδοσι:

«Η Ραΐς ποθώντας να δή την ομορφιά του Θεού
θυσίασε με το ξίδος την ομορφιά της σάρκας».

Δεν είναι η πρώτη και δεν είναι η μόνη ανήλικη Αγία, που εμαρτύρησε για τον Χριστό. Αμέτρητα είναι τα αγόρια και τα κορίτσια, που εθυσίασαν την ζωή τους και τις χαρές του κόσμου τούτου για τον Κύριο. Στρατιές απο, μικρούς ένσαρκους αγγέλους, που χαίρονται τώρα στην Βασιλεία των Ουρανών. Εκείνο, που ξεχωρίζει την Ραΐδα απο όλες τις άλλες μορφές των παιδίων , που αγίασαν με το μαρτύριο, είναι ότι δόθηκε μόνη της, εθελοντικά στο μαρτύριο, χωρίς κανείς να την βιάσει σε κάτι τέτοιο. Αντίθετα μάλιστα προσπάθησε και αγωνίστηκε να φτάσει ως το μαρτύριο και να ξεπεράσει τα εμπόδια που συναντούσε.Είναι μια απο τις σπάνιες, αλλά και τόσο ωραίες και μεγάλες κορυφώσεις εθελοθυσίας απο αγάπη. Κι’ όλα αυτά τα μαρτύρια και ο αποκεφαλισμός,οι σκληρές και άγριες ώρες, που λυγίζουν ακόμη και τους μεγάλους, να γίνονται σένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών και το κοριτσάκι αυτό αντίνα λιποψυχή και να αποφεύγει τον πόνη , να ζητά μόνο του , απο αγάπη και μόνο, τα βάσανα και τον θάνατο για την αγάπη και την δόξα του Θεού! Ω, Κύριε των Δυνάμεων , πόσο θαυμαστά ξέρεις να μας διδάκσεις και να μας δίνεις οδηγούς για την ζωή μας κι’ ας είμαστε εμείς τόσο ράθυμοι και σκληρόκαρδοι και εγωϊστές και ανάξιοι για κάιθε ευεργεσία. Πάντα το έλεος σου είναι μεγαλύτερο απο κάθε σκέψι και απο κάθε φαντασία της αμαρτωλής καρδιάς μας!..

Ας σταθούμε όμως μέσα στις λίγες αράδες, που διέσωσαν για την Ραΐδα οι Συναξαριστές, μέσα στις μυριάδες των Αγίων και των Μαρτύρων , που μετριουνται σε πολλά εκατομύρια.

Γράφει λοιπόν το Συναξάρι της θαυματουργής Αγίας ότι γεννήθηκε στην πόλι Τάμμαν της Αιγύπτου. Δεν αναφέρεται όμως η ακριβής ημερομηνία της γενήσεώς της. Πάντως υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στο τέλος περίπου του τρίτου αιώνος. Ήταν κό΄ρη ενός Χριστιανού ιερέως, που τον έλεγαν Πέτρο και είχε φροντίσει απο νωρίς να της δώση χριστιανική ανατροφή και να της εμπνεύση απεριόριστη πίστι και αγάπη για τον Χριστό. Μέρα και νύχτα η μιρκη Ραΐδα βρισκόταν μαζί με τον πατέρα της και ζούσε απο κοντα την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Κι’ όταν εξέφρασε την επιθυμία της να γίνη μοναχή, ο καλός πατέρας δέχτηκε μετά χαράς κι όχι όπως κάνουν σήμερα πολλοί γονείς, ποθ αρνουνται και αντιδρούν και αναστατώνουν τον κόσμο, εάν τα παιδία τους αποφασίσουν να αφιερωθούν στο Χριστό...

Ευλόγησε λοιπόν ο ιερεύς Πέτρος την δωδεκάχρονη κόρη του, της έδωσε την ευχή του και τις καλές του πατρικές συμβουλές και ύστερα της παρέδωσε στο γυναικείο μοναστήρι της Τάμμαν. Εκεί φόρεσε το σχήμα της δόκιμης μοναχής , μέχρι να φθάση στην νόμιμη ηλικία για να γίνη μοναχή.

Μια μέρα , που πήγαινε μαζί με τις άλλες μοναχές στην πηγή για να κουβαλήση νερό, είδε ένα πλήθος απο μοναχόυς, μοναχές, κληρικούς και λαϊκούς , που τους είχε συλλάβει ο σκληρός ηγεμόνως της περιοχής Λουκιανός. Όταν έμαθε ότι τους είχαν δέσει γιατί ήταν Χριστιανοί και θα τους θανάτωναν , εάν δεν αρνιόταν την πίστι τους, έτρεξε σαν μικρό ελαφάκι για να ενωθή μαζί τους και να ομολογήση τον Χριστν Κύριον και Θεός και Σωτήρα του κόσμου. Ο κομενταρίσιος ( δεσμοφύλακας) την λυπήθηκε, καθώς την είδε τόσο μικρή, με το μαύρο ράσο της και την σταμάτησε με καλό τρόπο:

-Που πας κοριτσάκι μου, εσύ με τους άλλους; Αυτούς θα τους σκοτώσουν αν επιμείνουν στην θρησκεία τους. Εσύ όμως γιατί να πεθάνης πρίν απο την ώρα σου; Κι’ ούτε κανένας σε βιάζει να κάνης κάτι τέτοιο. Είσαι μικρή ακόμα και δεν ξέρεις τι κάνεις...

-Ξέρω τι πιστεύω και τι κάνω, κομενταρίσιε, είπε, θαρρετά η μικρή Ραΐς. Κι ούτε με νοιάζει πότε θα πεθάνω, τώρα ή αργότερα. Είμαι Χριστιανή και θέλω να ομομλογήσω και να δικηρύξω την πίστι μου!

-Ξανασκέψου το , την συμβούλεψε ο δεσμοφύλακας. Είσαι τόσο μικρούλα. Κρίμα να χαθείς απο τώρα, πρίν γνωρίσεις την χωή και τον κόσμο.

-Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιό σπουδαίο απο τον Χριστό κι’ όποιος θυσιάζεται για τον Κύριο δεν πεθαίνει ποτέ του. Κατάλαβες; Μη στενοχωριέσαι λοιπόν για μένα και πες μου που είναι ο ηγεμόνας;

Της έδειξε την άμαξα του κι’ εκείνη χωρίς δισταγμό πλησίασε και είπε στον σκληρό Λουκιανό:

-Άρχοντά Λουκιανέ, είμαι Χριστιανή κι’ έτοιμη αν χρειασθή να πεθάνω για τον Χριστό και Θεό μου, που τον αγαπώ και τον λατρεύω πάνω απο όλα και απο την ίδια την ζωή!

-Μπα, μπα και τους δικόυς μας θεούς δεν τους προσκυνάς, λοιπόν μικρή μου;


-Ούτε τους προσκυνώ , ούτε τους θεωρώ θεούς, αλλά ψεύτικα είδωλα και τους περιφρωνώ με όλη την καρδιά μου!

Ο Λουκιανός κάγχασε και μίλησε με ασέβεια για την πίστι των Χριστιανών. Η Ραΐς αντί να του απαντήση με λόγια, έκανε ένα βήμα πιό κοντά στον ηγεμόνα και τον έφτυσε στο πρόσωπο. Εκείνος ξαφνιάστηκε στην αρχή με το τόλμημα της Ραΐδος και ύστερα ούρλιαξε απο τον θυμό του , για την απάντηση, που πήρε στις βλασφημίες του κατά του αληθινού Θεού.

-Βασάνιστε της! Σκοτώστε την! Κομματιάστε την!

Η μικρή Αγία όταν άκουσε τις φωνές του ηγεμόνα δεν ταράχτηκε ούτε φοβήθηκε. Η καρδιά της χαιρόταν , που θα υπέφερε για τον Κύριο, όπως κι’ Εκείνος είχε υποφέρει πάνω στον σταυρό για την σωτηρία των ανθρώπων. Χαιρόταν ,για΄τι έφτυσε έναν εχθρό του Χρισοτυ, όπως κι’ Εκείνος είχε δεχθή «Εμπτυσμούς» απο τους βασανιστές του πρίν σταυρωθή. Κι’ ακόμα έχαιρε, γιατί ο θάατος της θ τη έφερνε ολοκάθαρη και πιό γρήγορα μπροστά στον θρόνο του Θεού και θα μπορούσε να δη τις ομορφιές και τα μεγαλεία της Βασιλείας των Ουρανών.

Οι δήμιοι άρπαξαν την μικρή Ραΐδα και κατά διαταγήν του Λουκιανού, την βασάνισαν πολύ ,πρίν την αποκεφαλίσουν με ξίφος.

«Ποθούσα κάλλος η Ραΐς Θεού βλέπειν...»

Έτσι μόλις έπεσε στην γη το κομμένο κεφάλι της Αγίας η ψυχή της πέταξε ψηλά στα ουράνια και τότε ο πόθος της να δη την ομορφιά του Θεου- μακάρι όλοι να την δούμε μιά μέρα- έγινε πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Κύριος , που στεφανώνει όλους τους Μάρτυρες, στεφάνωσε και την δωδεκάχρονη Ραΐδα με την αιώνια δόξα του Μαρτυρίου υπέρ Χριστού και χαίρεται τώρα την «ανεκλάλητη χαρά» στους κόλπους του Αβραάμ. Αλλά κι’έδώ στη γη, η Αγία Παρθενομάρτυς Ραΐς, θα λάμπη μέσα στο στερέωμα της μνήμης της Εκκλησίας, για να θυμίζει ότι η δωδεκάχρονη Αγία εθυσίασε εθελοντικά την ζωή της για τον Κύριο και μας δείχνει πόσο πρέπει να αγαπούμε τον Χριστό και τίποτε να μη μας χωρίζη απο Εκείνον, στον οποίο ανήκει , μαζί με τον Θεόν Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, η δόξα , η δύναμις και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων . Αμήν.


ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΥ
ΑΣΤΗΡ

Η Αγία Θεδώρα βασίλισσα Αρτης η εκ Σερβίων

Ο Βίος και Πολιτέια της Οσίας μητρός ημών Θεοδώρας που γενήθηκε στα Σέρβια της Μακεδονίας και βασίλευσε στην Άρτα και τελείωσε τον βίο της ως μοναχή.

(σε διηγηματική μορφή)

Η μακαριώτατη και αοίδιμος Αγία Θεοδώρα ήταν απο τα Σέρβια της Μακεδονίας, και βλάστησε στο γένος της και την πατρίδα της , σαν ρόδο πολύτιμο και ηδύπνοο, ευωδιάζοντας απο την ενάρετη και θαυμαστή πολιτεία της. Η γονείς της, ονομαζόνταν Ιωάννης και Ελένη, και καταγόταν απο γένος αρχοντικό, ήταν ευλαβείς στα θεία, ελεήμονες και δίκαιοι, και παρόλο που είχαν εξουσία, φερόταν πρός όλους με μεγάλη καλωσύνη και αγάπη.

Εκείνο τον καιρό , δηλαδή στο 1204 μετά Χριστόν , ήρθαν οι Φράγκοι στην Ανατολή και κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και έκαναν πολλά κακά στο γένος των Ελλήνων. Τότε η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας μετατέθηκε στην Νίκαια και τα παιδιά των Βασιλιάδων έφυγαν και πήγαν άλλα στον Μοριά και άλλα στην Ήπειρο και ιδρυσαν εκεί μικρά Βασίλεια. Τα αφήνουμε όμως όλα αυτά για την ιστορία,και ερχόμαστε για να πούμε για την αγία Θεοδώρα, έπειτα απο τον θάνατό του πατέρα της Ιωάννη Πετραλείφη, που ήταν διωρισμένος απο το βασιλιά διοικητή της Θεσσαλονίκης και όλης της Μακεδονίας, η οποία έμενα και φυλάσονταν απο τους αδελφούς της στα Σέρβια ως κόρη οφθαλμού. Διότι η νέα ήταν πολύ όμορφη, αλλά και πολύ σεμνή και καθαρή απο κάθε κακία.

Τότε ήρθε απο τον Μοριά , δηλαδή την Πελοπόνησο, ο Μιχαήλ Δούκας ο Παλαιολόγος, απο γένος βασιλικό, ένα ωραίο και ανδρείο παληκάρι. Όταν αυτός ο Μιχαήλ είδε την Θεοδώρα, ετρώθη στην καρδιά του απο την σεμνή ωραιότητά της, ώστε δεν βρήκε ανάπαυση στο εξής απο την λαβωματιά της αγάπης. Έβαλε λοιπόν μεσίτες και προξενητές για να την πάρει για σύζυγό του, και αυτό έγινε. Τελέστηκαν οι γάμοι με βασιλική λαμπρότητα και ο Μιχαήλ Δούκας με την γυναίκα του την Θεοδώρα έμειναν λίγο καιρό στα Σέρβια και έπειτα πήγαν με μεγάλη και λαμπρή δορυφορία, δηλαδή με στρατιωτιή ακολουθία, ως βασιλιάδες που ήταν , στην Άρτα. Εκεί ο μιχαήλ Δουκας έκτισε το κάστρο , που ακόμα και σήμερα σώζεται και κατοικησε στο εξής σην πόλη εκείνη με τη γυναίκα του τη Βασίλισσα Θεοδώρα.


Και ο Μιχαήλ φρόντιζε πως να κυβερνά βασιλικά και να διοικεί επαινετά και ένδοξα το βασίλειο. Η Θεοδώρα όμως, παρόλο που ανήλθε στο ύψος της βασιλείας, δεν κενοδόξησε ούτε παντελώς σκεφτόταν την βασιλικλή τιμή που είχε, αλλά περισσότερο ήλθε σε ταπείνωση γι’ αυτόν που ταπείνωσε τον εαυτό του δια μας τον Χριστό, και φρόντιζε μόνο πως να κατακοσμίσει τον εαυτό της με κάθε είδος αρετής. Ούτε όταν ήταν κόρη πλανήθηκε απο την ωραιότητά της ούτε όταν έγινε Βασίλισσα υπερηφανεύθηκε απο την δόξα της. Μάλλον καταφρόνησε τα πάντα, και ο λογισμός της και η μέριμνά της ήταν πως να ευεργετήσει , για την αγάπη του ελεήμονος Θεού, εκείνους που ήσαν άξιοι ελέους. Έτσι η Βασίλισσα Θεοδώρα ήταν η μητέρα των ορφανών , η προστάτιδα των χηρών και όλων εκείνων που βρίσκονταν σε ανάγκη , τους οποίους όλους είχε ως τέκνα και αδελφούς. Άκουγε η μακαρία στα αυτιά της την φωνή του Χριστύ , που λέγει « Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» και την άλλη εκείνη φωνή , ότι «εφ’ όσον εοποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων , εμοί εποιήσατε». Και έτσι με σωφροσύνη μεγάλη, με άκρα ταπείνωση και με πολλή ζώσα πραότητα, η ευσεβής Βασιλισσα είχε ανοιγμένα τα χέρια της και την καρδιά της πάντοτε στους πτωχούς του λαού και σε όλους που ζητούσαν την προστασία καιτην βοήθειά της.

Αλλά ο ανθρωποκτόνος Διάβολος , που πασχίζει κάθε φορά με κάθε λογής τρόπο να κλέψει την σωτηρία των ανθρώπων, επειδή έβλεπε την Αγία να καταγίνεται με τόση χαρά της ψυχής της στον αγώνα της αρετής, και επειδή φθόνησε τον ένθεο ζήλο της και δεν υπόφερε να βλέπει την τόση ευσέβεια των δύο συζύγων πρός τον Θεό και την τόση μεταξύ τους αγάπη, μηχανεύθηκε λοιπόν με διάφορους τρόπους για να κλεψει τον σωτήριο θησαυρό της Αγίας. Και αφού δεν μπόρεσε να νικήσει τον Αγία, κατώρθωσε στο τέλος να νικήσει τον άνδρα της τον Μιχαήλ, με το να ανάψει στην καρδιά του πονηρή επιθυμία για μια χήρα αρχόντισα με το όνομα Γαγγρινή. Και όχι μόνο ότι κυριεύτηκε ο ταλαίπορος απο τον οίστρο της ακολασίας για μια ξένη γυναίκα, αλλά και μίσησε τη νόμιμη σύζυγό του, και χωρίς να φοβάται τον Θεό μήτε να ντρέπεται τους άνθρωπους, αμάρτανε φανερά, και είχε τη Γαγγρινή ως δέσποινα στο παλάτι, και την Θεοδώρα ως υπηρέτρια.

Σε όλα αυτά η Αγία έκανε υπομονή , προσευχόταν και νήστευε, έως ότου μια ημέρα ο Βασιλίας έδιωξε τη Βασίλισσα απο το παλάτι . Τόσο είχε ο ταλαίπορος κυριευθεί απο το πάθος του , όπου συρόταν αιχμάλωτος απο την πονηρή θέληση μιας αναίσχυντης μιχαλίδας γυναίκας. Η Βασίλισσα που ήταν τότε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, πήρε τον δρόμο και πέντε χρόνια μαζί με το παιδί της όπου εν τω μεταξύ απέκτησε, περπατούσε εδώ κι εκεί έξω απο το σπίτι της με πολλές στερήσεις και κακουχίες. Αλλά όμως Άγγελος Κυρίου προστάτευε και τη μητέρα και το βρέφος. Μιά μερα που περιπλανιόταν στα μέρη της Πρένιστας, ένας ιερέας από τον τόπο εκείνο, ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος, συνάντησε έξω στους αγρούς την Αγία και την ρώτησε ποιός και ποιά είναι και απο πού και πως βρέθηκε εκεί. Εκείνη, παρόλο δεν ήθελε να φανερώσει το μυστικό της, στο τέλος ομολόγησε, επειδή ο ιερέας την όρκισε στο Θεό να μη κρύψει απο αυτόν την αλήθεια. Έτσι η Βασίλισα κλαίγοντας και στενάζοντας για την απώλεια του βαιλειά και δοξάζοντας το όνομα του Θεου για τα παθήματά της ,είπε στον ιερέα του Θεού τα πάντα , εκείνος όμως, επειδή ήξερε καλά τα λόγια του Χριστού, ότι «ξένος ήμουν και συνηγάγετέ με», πήρε την μητέρα και το βρέφος στο σπίτι του και είχε στο εξής γι’αυτούς όλη την φορντίδα.

Αλλά απο οικονομία του Θεού έφθασε το τέλος της εξορίας και των κακών που έπασχε η Αγία. Διότι ο Θεός ακούει τους στεναγμοόυς των δίκαιων και δεν παραβλέπει την δέησή τους. Έτσι μιά μέρα, που ο Βασιλιάς βρισκόταν έξω απο το παλάτι, μαζεύτηκαν οι πρώτοι του παλατιού και επειδή είχαν την υπόνοια, μπήκαν και συνέλαβαν τη Γαγγρινή και την ανάγκασαν να ομολογήσει όλη την αλήθεια, δηλαδή ότι αυτή στα αλήθεια ήταν η αιτία για την οποία ο Βασιλίας έδιωξε την Βασίλισσα. Σ’αυτή την ώρα ήρθε και ο Βασιλίας και , όταν άκουσε και έμαθε ότι η πονηρή σύμβουλος και παράνομη ευνοούμενη είχε ομολογήσει τα πάντα, έπεσε λοιπον σε μεγάλη ντροπή και μετάνοια, όπως έγινε με τον Προφήτη και βασιλία Δαβίδ. Διότι ο Μιχαήλ διέπραξε την αμαρτία κυριευμένος απο απροσεξία απο τον διάβολον, αλλά όμως είχε καλή και αγαθή καρδιά. Έτσι έστειλε αμέσως , παντού ανθρώπους σε αναζήτηση της Βασίλισσας, ώστε όταν εκείνοι ήλθαν στην Πρένιστα, την βρήκαν εκεί κάτω απο τη στεγη και την προστασία του καλόυ ιερέα. Τότε η Βασίλισσα Θεοδώρα , αφού βεβαιώθηκε για τη μετάνοια του και τη διώρθωση του Βασιλία,επειδή τη συμβούλευε και την παρακινούσε και ο ιερέας, επέστρεψε μαζί με το παιδί της στο παλάτι.

Πολλή χαρά και ευροσύνη προξένησε σε όλη την Άρτα ότι βρέθηκε και επανήλθε η Βασίλισσα, όμως μεγαλύτερη απο τη χαρά ήταν η ωφέλεια, που στο εξής βρήκε ο Βασιλιάς, επειδή τώρα σύμβουλος διά βίου στο πλευρό του αγαθός και πιστός ήταν η αοίδημος Θεοδώρα. Και (ω των σοφών σου κριμάτων Χριστέ!) έγινε λοιπόν εδώ, αυτό που λέει ο Απόστολος του Χριστού, δηλαδή ότι «ου( εκεί που) επλεόνασε η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Ο πρώην κακός και άπιστος σύζυγος, με την αγιωσύνη και την αρετή της καλής και οσίας γυναίκας του, παιδαγωγήθηκε και, με την χάρη του Θεού, απέβαλε τον παλαιό άνθρωπο. Έτσι και τα πράγματα του βασιλείου του διαφεντεύονταν καλά και άγιες εκκλησίες έκτισε, για να υμνείται σε αυτές το υπερύμνητο όνομα του Θεού. Και τα έργα αυτά έγινα μαζί με κοινή προθυμία των δύο συζύγων , όμως η μακάρια και αοίδιμος Θεοδώρα παρακινήθηκε απο την πολλή της ευσέβεια και έκτισε δική της εκκλησία στο όνομα του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου για γυναικαίο μοναστήρι.

Έπειτα απο χρόνια ήρθε ο καιρός και πέθανε ο βασιλιάς Μιχαήλ. Έτσι έχοντας η Αγία άδεια να κάνει όσα κατά θεό επιθυμούσε, έγινε αμέσως καλόγρια και απο τότε πλήθυνε περισσότερο τις προηγόυμενες νηστείες και αγρυπνίες και τις αγαθοεργίες. Μάλιστα στο μοναστήρι έδειξε τόση υπακοή και ταπεινωση , που αγόγγυστα και πρόθυμα, παρότι ήταν μια Βασιλισσα, να υποτάσεται σε όλες τις καλόγριες που ήταν μαζί της στο μοναστήρι. Ω αγία υπακοή και ταπεινοφροσύνη, εσύ αναβιβάζεις τον άνθρωπο ως τον ουρανό , έτσι όπως το δίδαξε με τα έργο του και τον λόγο του ο κύριος μας Ιησούς Χριστός. Όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας , στο παράδειγμα των οποίων ακολούθησε η αγία Θεοδώρα, όλοι είχαν ταπεινοφροσύνη και όλοι έκαναν υπακοή , ώστε και ο Θεός τους υπερύψωσε και, καθώς εκείνοι τον δόξασαν με το σώμα τους και με το πνεύμα τους, έτσι και ο Θεός τους αντεδόξασε, όπως είναι γραμμένο, ότι «τους εμέ δοξάσαντας εγώ αντιδοξάσω».

Αφου έζησε η Αγίας αρκετά ακόμη χρόνια, «νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν», ήλθε τέλος ο καιρός για να την καλέσει ο Κύριος της ζωής και του θανάτου και να αναπαυθεί απο τους κόπους της,. Όμως ακούστε αδελφοί μου,τότε τι θαύμα συνέβη. Ο Θεός έδωσε σημείο και κατάλαβε η Αγία την ώρα του θανάτου της, έτσι όπως όλοι οι άγιοι την ξέρουν αυτή την ώρα, και έτοιμοι περιμένουν τον φωτεινό Άγγελο, που θα πάρει την εξαγνισμένη ψυχή τους. Έτσι και η μακαρία και οσία Θεοδώρα, όταν είδε ότι ήλθε η ώρα της, με τέτοια λόγια προσευχήθηκε στον Ιησού Χριστό και είπε. «Κύριε και Θεέ μου , εγώ η ταπεινή δούλη σου σε όλο μου το βίο αυτή την ώρα περίμενα και γι’ αυτήν κόπιαζα. Και τώρα πως να μη χαίρομαι, που μεταβαίνω απο το θάνατο στη ζωή; Όμως αν είναι το θέλημά σου, ας μείνω ακόμη έξη μήνες για να ευπρεπήσω και να τελειώσω το ναό σου. Αν ίσως πάλι και δεν είναι με το θέλημά σου, να η δούλη σου, ας γίνει σύμφωνα το ρήμα σου. Έτσι είπε η Αγία στον λογισμό της και ( ω του θαύματο!) ο Κύριος άκουσε τη δέησή αυτή, και έδωσε σε αυτή παράταση βίου όση εκείνη ζήτησε. Και στο μεταξύ συμπλήρωσε η Αγία κάθε λογής έλλειψη στο ναό του μοναστηριού, δίδαξε και νουθέτησε ακόμα μία φορά τις καλόγριες και στο τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή στα χέρια του Θεού. Και ο Θεός την ανάπαυσε στην ουράνιο βασιλεία του, στις αιώνιες μονές, με όλους τους ανά τους αιώνες Αγίους, των οποίων μιμήθηκε τη ζωή και τα κατορθώματα.

Αλλά των Αγίων οι ευεργεσίαις προς εμάς που είμαστε στη ζωή συνεχίζονται και μετά τον θάνατο τους, παρόλο που δεν υπάρχει θάνατος για τους ανθρώπους του Θεού, παρά εκδημία απο το σώμα και ενδημία προς το Θεό, και μετάσταση απο τα λυπηρά πρός τα καλύτερα και ευτυχέστερα, όπως λέει και η Εκκλησία στις ευχές της Πεντηκοστής. Έτσι και ο ναός της όσιας Μητέρας μας Θεοδώρας και η θήκη των ιερών της λειψάνων είναι για όλους τους πιστούς άμισθο ιατρείο. Όσοι ήρθαν στο ναό της Αγίας και πρόσπεσαν σε αυτή με πίστη, λυτρώθηκαν απο δεινές αρρώστιες και μεγάλα νοσήματα με τις πρεσβείες της. Και όχι μόνο τότε αλλά και σήμερα όποιος επικαλεστεί με πίστη της πρεσβεία της προς τον Θεό, βρίσκει την Αγία βοηθό και γιατρό σε κάθε του θλίψη και αρρώστια. Όχι μονο όσοι έρχονται στο ναό της και ασπάζοντα τα ευωδιαστά θεία της λείψανα, αλλά και όσοι απο μακρυά την επικαλούνται με πίστη, και στη θάλασσα και στη ξηρά, λαμβάνουν την εκπλήρωση των αιτημάτων τους.

Έτσι και εμείς, γιορτάζοντας σήμερα την μνήμη της οσίας μας Θεοδώρας της Βασίλισσας , και τελούμε τα εγκαίνια του σε τιμή της ανεγερθένετος στα Σέρβια ναύδριου, με τις πρεσβείες της είθε να λάβουμε έλεος και χάρη και να βρούμε εύκαιρη βοήθεια απο το Θεό, στον οποίο η δόξα και το κράτος , τω Πατρί και τω Υιώ και το Αγίω Πνεύαμτι εις τους αιώνας.Αμήν.

Στα Σέρβια της Μακεδονίας
23 Ιουνία 1968

Απολυτίκια της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας Βασιλίσσης Άρτης της εκ Σερβίων

Ήχος δ΄ Ο μάρτυς σου , Κύριε

Σερβίων το βλάστημα και Άρτης το σέμωνμα,
την Βασίλισσαν και οσίαν Θεοδώραν
αξίως τιμήσωμεν·
αύτη γαρ την πορφύραν και τον κόσμος λιπούσα,
έφυγεν, αυλισθήσα ως τριγών εν ερήμω·
αυτής ταις ικαισίαις , Χριστέ ο Θεός,
σώσων τας ψυχάς ημών.

Ήχος πλ. δ΄

Θεοδώραν την οσίαν τιμήσωμεν,
των Σερβίων το άνθος το πάνσεπτον·
αύτη γάρ μετά σρκός ενασκήσασα,
αγγελικήν πολιτείαν ενεδείξατο·
όθεν και νύν πρεσβεύει τω Χριστώ
σηθήναι τας ψυχάς ημών.

Ήχος ο αυτός

Θεοδώρας τα τίμια λείψανα
οι πιστοί ευλαβώς ασπασώμαθα
και Χριστόν δι’ αυτής ικετεύσωμεν,
ίνα σώση τας ψυχάς ημών.

Μεγαλυνάρια

Βασίλισσαν άπαντες την σεπτήν
και Οσίων την περίσεμνον καλλονήν,
το μυρίπνουν άνθος και κρίνον των Σερβίων
την θείαν Θεοδώραν ύμνοις τιμήσωμεν

Άνθος των Σερβίων ερατεινόν,
χαίροις, Θεοδώρα, η σφραγίς των Βασιλισσών,
χαίροις, των Οσίων το καύχημα το μέγα,
χαίροις, η προστασία των ανυμνούντων σε.

Χαίροις, των Σερβίων κόρη σεμνή,
αρετών δοχείον, ευωδία πνευματική.
Χαίροις , Θεοδώρα, φυτόν του παραδείσου
χαίροις, η μυροθήκη του θείου πνεύματος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...