Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιοι Τεσσαράκοντα


(Απολυτίκιο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα· διά πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ΄ αιτήσασθε, Τριάδα την Υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Βρισκόμαστε στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι ο Λικίνιος, ο ίδιος εκείνος αυτοκράτορας, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε συνυπογράψει μαζί με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξηθρησκείας (313). Επτά χρόνια μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων οι πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και οι δύο αυτοκράτορες από σύμμαχοι και φίλοι γίνονται αντίπαλοι.
Έτσι, κανένας πλέον ψυχικός και πολιτικός δεσμός δεν μπορεί να συγκρατήσει το Λικίνιο, ο οποίος τώρα από αντίδραση προς τον Κωνσταντίνο καταστρατηγεί το διάταγμα των Μεδιολάνων και, όντας στην πραγματικότητα γνήσιος ειδωλολάτρης, εξαπολεύει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών, οπαδών και υποστηρικτών του Κωνσταντίνου.
Οι διοικητές των διαφόρων επαρχιών του κράτους του, το οποίο περιελάμβανε τις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είναι υποχρεωμένες τώρα να συλλαμβάνουν και να θανατώνουν με φρικτά βασανιστήρια όσους αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα. Πολλοί χριστιανοί βρίσκουν φρικτό θάνατο, άλλοι εγκαταλείπουν τις πόλεις τους και καταφεύγουν στα δάση και στα βουνά, όπου οι διώκτες τους δεν μπορούν να τους βρουν. Οι διοικητές των επαρχιών συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα συλλάβει τους περισσότερους χριστιανούς ή ποιος θα επινοήσει τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια αφ΄ ενός μεν για να είναι αρεστός στους θεούς των ειδωλολατρών και στους ίδιους τους ειδωλολάτρες, αφ΄ ετέρου δε για να αποσπάσει την εύνοια του αυτοκράτορα.

Ένα διάταγμα διαφορετικό από τα άλλα

Απ΄ όλους τους διοικητές τη φήμη του πιο ανελέητου διώκτη των Χριστιανών την είχε ο διοικητής της επαρχίας του Πόντου Αγρικόλας. Η επαρχία του Πόντου βρισκόταν στα σύνορα και ήταν συνεχώς εκτεθειμένη στις εισβολές φοβερών εχθρών της Αυτοκρατορίας και κυρίων των Γότθων. Η περοφρούρησή της ήταν ζωτικής σημασίας για την Αυτοκρατορία και πρωταρχικό καθήκον του εκάστοτε διοικητή. Ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία στην περιοχή αξιόμαχων στρατιωτικών δυνάμεων και ο διοικητής κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την οργάνωση ισχυρού και ετοιμοπόλεμου στρατού.
Στις τάξεις του στρατού της επαρχίας του Πόντου και συγκεκριμένα στην πόλη Σεβάστεια υπηρετούσαν σαράντα στρατιώτες από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Στις φονικές μάχες που στο παρελθόν είχε συνάψει ο αυτοκρατορικός στρατός με τους Γότθους είχαν πολεμήσει με απαράμιλλη ανδρεία και ποτέ δεν είχαν ηττηθεί. Είχαν τόσο θάρρος, τόση δύναμη και τόση ικανότητα στην τέχνη του πολέμου που αποτελούσαν ξεχωριστό σώμα επιλέκτων στρατιωτών. Σε μια περιοχή τόσο επικίνδυνη όσο ήταν ο Πόντος, η παρουσία τους αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας. Γι΄ αυτό το λόγο, όλοι, λαός και άρχοντες, τους εκτιμούσαν, τους θαύμαζαν και τους αγαπούσαν!
Η φήμη τους είχε φτάσει μέχρι τ΄ αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος δεν παρέλειψε να τους ανταμείψει πλουσιοπάροχα με αξιώματα και τιμές. Ήταν οι ισχυροί προστάτες της αυτοκρατορίας, οι ακοίμητοι φρουροί της επαρχίας του Πόντου.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα ομολογούν το Χριστό

Όμως, το μυστικό της επιτυχίας τους μόνον οι ίδιοι το ήξεραν, και αυτό δεν ήταν άλλο από την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού, τον Οποίον προσκυνούσαν και λάτρευαν ως τον αληθινό Θεό.
Πέρα από κάθε προσδοκία του λαού που τους υπεραγαπούσε και υπεράνω κάθε υποψίας των διοικητών και ανωτέρων τους, οι σαράντα επίλεκτοι στρατιώτες, οι Άγιου Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, ήταν γνήσια και σεμνά τέκνα της Εκκλησίας, πίστευαν στο Χριστό με όλη τη δύναμη της ψυχής τους και αποστρέφονταν με βδελυγμία τα άψυχα είδωλα. Έτσι, όταν έγινε γνωστό στον Αγρικόλα ότι οι Τεσσαράκοντα είναι χριστιανοί, εκείνοι χάρηκαν υπερβολικά γιατί θα τους δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσουν φανερά το Χριστό.
Πράγματι, ο θηριώδης και αιμοβόρος Αγρικόλας τους κάλεσε και τους πρόσταξε να πειθαρχήσουν στο διάταγμα του αυτοκράτορα και να θυσιάσουν στους θεούς των ειδωλολατρών. Ήταν σίγουρος ότι οι Τεσσαράκοντα δε θα τολμούσαν να αρνηθούν και δε θα διακινδύνευαν τόσο εύκολα το αξίωμά τους και την υψηλή θέση που κατείχαν στο στράτευμα. Όμως έκανε λάθος!
Οι Άγιοι προτίμησαν την αγάπη του Χριστού και χωρίς να φοβηθούν τον ηγεμόνα, του απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή:
- Είμαστε Χριστιανοί, ηγεμόνα, και πιστεύουμε το Χριστό ως Θεό και μάθε ότι τη διαταγή του βασιλιά και τα είδωλα μαζί τα αποστρεφόμαστε και ως βδελύγματα τα απορρίπτουμε.
Η σταθερή απάντηση των Αγίων του προκάλεσε έκπληξη και τον έφερε σε αμηχανία. Γρήγορα όμως συνήλθε. Κατάλαβε ότι ήταν ακόμη νωρίς για θυμούς και ξεσπάσματα. Έπρεπε να μεταχειριστεί δόλο και πανουργία, αν ήθελε να κάμψει το αγωνιστικό τους φρόνημα και να παραλύσει τον τόνο της πίστεως τους στο Χριστό!
- Και οι σαράντα, άρχισε να λέει με ήπια φωνή, υπηρετούσατε πάντα το βασιλιά με αφοσίωση και σα να ήσαστε σαρκικοί αδερφοί, δείχνατε όλοι μια και την αυτή προθυμία στο να πολεμάτε υπέρ του βασιλέως. Σε σχέση με πολλούς συνομηλίκους σας έχετε πολλή ανδρεία και μεγάλη φρόνηση. Αυτό όλοι το ομολογούν, κι εγώ ο ίδιος ακόμη. Πρέπει όμως αυτή σας την ομόνοια και συμφωνία να τη δείξετε και σήμερα προς την διαταγή του βασιλιά. Καθώς λοιπόν έχετε την πρώτη τιμή μεταξύ των άλλων, έτσι πρέπει και πρώτοι να θυσιάσετε στους θεούς, τους οποίους προσκυνά ο βασιλιάς και όλοι οι άρχοντές του. Διότι, αν υπακούσετε και κάμετε αυτό που σας λέω, θα τιμηθείτε περισσότερο και θα δοξασθείτε με χαρίσματα και αξιώματα. Διαφορετικά, λυπάμαι που το λέω, αλλά θα δοκιμάσετε πικρό θάνατο.
Έτσι μίλησε ο ηγεμόνας, προσπαθώντας με κολακείες και υποσχέσεις να πείσει τους Αγίους Τεσσαράκοντα να θυσιάσουν. Τί φοβερό δίλημμα! Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα πολλοί χριστιανοί είχαν δειλιάσει και υποκύπτοντας στις φοβερές απειλές είχαν προσκυνήσει τα είδωλα. Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα έβλεπε κανείς να ξεγυμνώνεται σε όλη της την αθλιότητα η ανθρώπινη αδυναμία και οι χριστιανοί να προδίδουν ότι πολυτιμότερο είχαν, την πίστη τους. Όμως τα λόγια του Αγρικόλα, αντί να σπείρουν στις ψυχές των Αγίων μας τη δειλία και τον πανικό, άναψαν τον πόθο του μαρτυρίου και στερέωσαν την πίστη τους στο Θεό.
-Εμείς, ηγεμόνα, πράγματι, καθώς λέγεις πολεμούσαμε και κινδυνεύαμε με πολλή προθυμία για χάρη του βασιλιά. Αν, όμως, για την αγάπη του φθαρτού βασιλιά αδιαφορούσαμε για τη ζωή μας, δεν πρέπει τώρα να αγωνισθούμε με περισσότερη προθυμία για την αγάπη του ουράνιου βασιλέως; Γατί μιλάς για τιμές και χαρίσματα; Τι προσφέρεις τόσα πολλά, όσα φροντίζεις να αφαιρέσεις; Μισούμε τη δωρεά που προξενεί ζημιά. Δε δεχόμαστε την τιμή που είναι μητέρα της ατιμίας. Προσφέρεις χρήματα που παραμένουν εδώ και δόξα που μαραίνεται. Μας κάνεις γνωστούς στον βασιλιά, αλλά μας αποξενώνεις από τον αληθινό Βασιλέα. Γιατί με τσιγγουνιά προτείνεις λίγα από τα αγαθά του κόσμου; Εμείς ολόκληρο τον κόσμο περιφρονήσαμε. Αυτά που βλέπουμε δεν είναι αντάξια της ποθητής ελπίδος μας. Βλέπεις τον ουρανόν αυτόν, πόσο ωραίος είναι να τον βλέπεις και πόσο μεγάλος; Και τη γη πόσο μεγάλη είναι; Και τα αξιοθαύμαστα πάνω σ΄ αυτήν; Τίποτε από όλα αυτά δεν εξισώνεται με την μακαριότητα των δικαίων. Διότι όλα αυτά παρέρχονται. Τα δικά μας όμως παραμένουν αιώνια. Μια χάρη ποθούμε· το στεφάνι της δικαιοσύνης. Μια δόξα λαχταράμε· αυτήν της ουρανίου βασιλείας. Είμαστε φιλόδοξοι για την ουράνια τιμή. Μια τιμωρία φοβόμαστε· αυτή της κολάσεως.
Έτσι απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή. Ο ηγεμόνας βρέθηκε σε πραγματικά δύσκολη θέση. Έβλεπε ότι καμία κολακεία και κανένα τέχνασμα δεν μπορούσαν, τουλάχιστον για την ώρα, να μεταπείσουν τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Θέλοντας λοιπόν να τους φοβίσει διέταξε να τους κλείσουν φυλακή.

Στη Φυλακή

Εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο του δεσμωτηρίου, οι Άγιοι άρχισαν να προσεύχονται θερμά: «Φύλαξε μας, Κύριε, στην αληθινή σου πίστη και λύτρωσέ μας από τα σκάνδαλα των ανόμων εχθρών μας». Το ψυχικό μαρτύριο των Αγίων, το μαρτύριο της συνειδήσεως, εξίσου φοβερό και αδυσώπητο, όσο και το σωματικό μαρτύριο, είχε αρχίσει. Οι Άγιοί μας είχαν ανάγκη από την εξ΄ ύψους δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και γι΄ αυτό προσεύχονταν αδιαλείπτως καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας. «Μη χωρίζου των ψυχών ημών εν θλίψεσι, μη μακρύνου των φρενών ημών εν περιστάσεσι».
Κι όταν ήλθε η νύχτα, συνέχισαν να προσεύχονται με ακλόνητη πίστη: «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του Ουρανού αυλισθήσεται». Πρώτος άρχιζε τις προσευχές ο Άγιος Κυρίων, ο οποίος έδινε στους υπολοίπους πνευματικές συμβουλές και παραινέσεις και γενικά τους στήριζε στην ευσέβεια και στην ομολογία της πίστεως.
Τις απαντήσεις όμως προς τον Ηγεμόνα τις είχαν αναλάβει ο Άγιος Κάνδιδος και ο Άγιος Δόμνος, οι οποίοι ήταν οι πιο μορφωμένοι και οι πιο σεβάσμιοι από όλους. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ οι Άγιοι αγρυπνούσαν προσευχόμενοι, τους εμφανίστηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα σ΄ ένα υπερκόσμιο φως και τους είπε:
- Μου αρέσει πολύ που είστε τόσο πρόθυμοι, όποιος, όμως, υπομείνει μέχρι τέλους, αυτός και θα σωθεί.
Άφατη χαρά και απερίγραπτη αγαλλίαση κατέλαβε τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Το βαθύ σκοτάδι της φυλακής το οποίο έθλιβε τις ψυχές τους διαλύθηκε.
«Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», αναφώνησαν θριαμβευτικά. Όμως τι να εσήμαιναν άραγε τα τελευταία λόγια του Κυρίου; «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Λόγια ανησυχητικά, λόγια προειδοποιητικά. Πράγματι, ο Κύριος τους προέλεγε ότι κάποιος απ΄ αυτούς θα δειλιάσει στο τέλος και θα εγκαταλείψει το μαρτύριο. Θέλοντας λοιπόν να τον αποτρέψει από μια τέτοια απόφαση, είπε «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Κατά παρόμοιο τρόπο στον καιρό της προδοσίας Του, θέλοντας να αποτρέψει τον Ιούδα από την προδοσία, είπε στους Αποστόλους: «Αμήν λέγω υμίν, ότι εις εξ υμών παραδώσει με». Αφού άκουσαν τα λόγια αυτά του Χριστού, οι Άγιοι συνέχισαν να προσεύχονται μέχρι που ξημέρωσε.

Νέα απόπειρα του ηγεμόνα να τους μεταπείσει

Ο Ηγεμόνας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του. Ήταν πολύ εγωιστής και φίλαρχος, ένας πραγματικό τύραννος. Γι΄ αυτό και την ανυπακοή των Αγίων τη θεωρούσε βαριά προσβολή απέναντι στο πρόσωπό του. Θέλοντας λοιπόν να εκδικηθεί και να εξευτελίσει τους Αγίους, συγκέντρωσε τους φίλους του και τους συμβούλους του, κάθισε πάνω σ΄ έναν επίσημο θρόνο και διέταξε να τους φέρουν μπροστά του. Αν οι Άγιοι επέμεναν στην άρνησή τους, το κύρος του και η εξουσία του θα κλονίζονταν επικίνδυνα. Όταν οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά του, άρχισε να μιλάει με λόγια κολακευτικά, γιατί κατά βάθος ήταν θρασύδειλος και τελείως ανίσχυρος:
- Χωρίς να θέλω να σας κολακεύσω και χωρίς να αποβλέπω στο πρόσωπό σας, ω στρατιώτες, σας λέω ότι δεν είδα άλλους στρατιώτες του βασιλιά, όπως εσάς, ανδρείους, συνετούς, ωραίους στην όψη. Γι΄ αυτό όταν σας βλέπω συχνά στο πρόσωπο, χαίρομαι και σας αγαπώ περισσότερο από τους άλλους. Μη θελήσετε λοιπόν την αγάπη που σας έχω να τη μεταβάλετε σε έχθρα, ούτε την ημερότητά μου να τη μετατρέψετε σε οργή. Γιατί είναι στο θέλημά σας σήμερα να γίνω ή φίλος ή εχθρός σας. Επειδή, αν με ακούσετε και κάμετε αυτά που σας είπα και χθες, μπορώ να σας τιμήσω ως φίλους, αν όμως με παρακούσετε, θα σας φερθώ ως εχθρός σας!
Αυτά τους έλεγε με μεγάλη πονηριά και ημερότητα ο Αγρικόλας, το όργανο του διαβόλου, του αρχηγού και εφευρέτη κάθε κακίας και πονηρίας. Όμως ο Άγιος Κάνδιδος χωρίς καθόλου να δειλιάσει, του απάντησε:
- Καλά σε λένε Αγρικόλα, ω ηγεμόνα. Διότι πράγματι είσαι άγριος και νομίζεις ότι με τέτοιες κολακείες θα μας δελεάσεις. Μη γένοιτο, όμως, να παρεκκλίνουμε ποτέ από το σκοπό μας.
- Δε σας είπα ότι από σας εξαρτάται αν θα γίνω φίλος σας ή εχθρός σας; βρυχήθηκε ο Αγρικόλας.
-Επειδή λέγεις ότι στο χέρι μας είναι και τα δύο, γι΄ αυτό λοιπόν γνώριζε ότι εμείς το Χριστό αγαπάμε, εσένα όμως σε μισούμε και σε αποστρεφόμαστε· ούτε πάλι θα θέλαμε να μας αγαπάς, διότι ποιαν αγάπη θέλουμε εμείς από σένα, αφού δεν είσαι άνθρωπος, αλλά αγριότερος από όλα τα θηρία και σκεπάζεις την αγριότητά σου με κολακείες και υποκρισίες;
Μόλις ο Αγρικόλας άκουσε τα λόγια αυτά για τα οποία μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεφε την ελπίδα ότι δε θα τα ακούσει, αλλοιώθηκε η όψη του από τον υπερβολικό θυμό του, κοκκίνισε το πρόσωπό του, έχασε τη φωνή του. Μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση παραφροσύνης και μανίας, έδωσε, τέλος, διαταγή στους στρατιώτες να δέσουν τα χέρια των Αγίων και να τους οδηγήσουν στη φυλακή σέρνοντάς τους και χτυπώντας τους και να τους κρατήσουν εκεί μέχρι την ημέρα που θα ερχόταν ο δούκας Λυσίας από την Καισάρεια, απεσταλμένος του αυτοκράτορα και πρώτος εξουσιαστής ανάμεσα στους ηγεμόνες της Ανατολής. Ο Αγρικόλας πράγματι περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία και αγωνία την άφιξη του δούκα, διότι ήλπιζε ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα τα κατάφερνε να λυγίσει του Αγίους Τεσσαράκοντα και να τους αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.
Στο σκληρό ψυχολογικό πόλεμο του Αγρικόλα οι Άγιοί μας είχαν βγει για δεύτερη φορά νικητές και έμπαιναν μέσα στη φυλακή χαρούμενοι γιατί είχαν αξιωθεί για δεύτερη φορά να ομολογήσουν το όνομα του Χριστού και να διωχθούν για την αγάπη Του. Μέσα στη σκοτεινή και υγρή φυλακή τους δοξολογούσαν μέρα και νύχτα το Θεό, ο δε Άγιος Κυρίων δίδασκε τους συστρατιώτες του με τα εξής λόγια: «Αδελφοί μου, συστρατιώτες, όπως στην προσωρινή αυτή στρατιωτική υπηρεσία μας δε χωριστήκαμε, αλλά είμαστε και οι Σαράντα ομόψυχοι και μονιασμένοι, έτσι και στην ομολογία του Χριστού φροντίστε να διαφυλάξουμε την ίδια ομόνοια και συμφωνία. Και όπως φροντίσαμε να φανούμε αρεστοί στο θνητό βασιλέα, έτσι ας προσπαθήσουμε όλοι μας να αρέσουμε στο μόνο αθάνατο και αιώνιο Βασιλέα, για να ζήσουμε μαζί του».
Με τέτοιες προσευχές και συμβουλές πέρασαν οι Άγιοι επτά ημέρες κλεισμένοι μέσα στη φυλακή έως ότου ήλθε ο Λυσίας.

Οι Άγιοι ομολογούν το Χριστό ενώπιον του Λυσία

Την επομένη, ο δούκας μαζί με τον ηγεμόνα, φοβεροί και αποτρόπαιοι στην όψη, κάθισαν στους μεγαλοπρεπείς και επίσημους θρόνους τους και διέταξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά τους. Η είδηση ότι ο δούκας Λυσίας είχε έλθει από την Καισάρεια για να δικάσει τους Τεσσαράκοντα είχε διαδοθεί σαν αστραπή στη Σεβάστεια και πλήθη λαού είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στον τόπο όπου θα γινόταν η δίκη. Ήταν όλοι πολύ αναστατωμένοι και συγχισμένοι γιατί δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι οι Τεσσαράκοντα, οι προστάτες τους, οι γενναίοι και αήττητοι στρατιώτες της Σεβάστειας, ήταν Χριστιανοί. Ήταν συγχυσμένοι, κεραυνοβολημένοι και ελαφρά οργισμένοι. Παρ΄ όλ΄ αυτά βαθιά μέσα τους επέμεναν να πιστεύουν ότι οι Τεσσαράκοντα ήταν ειδωλολάτρες και σέβονταν την πατροπαράδοτη θρησκεία των ειδωλολατρών. Η μεγάλη αγάπη που έτρεφαν προς αυτούς δεν τους επέτρεπαν να ενδώσουν στις φήμες και να κατηγορήσουν τους ευεργέτες τους. Αν όμως, οι κατηγορίες αποδεικνύονταν βάσιμες; Όλη αυτή η σύγχυση και η αναποφασιστικότητα τους είχε φέρει μια απογοήτευση και μια νευρικότητα, η οποία όσο περνούσε η ώρα μεταβαλλόταν σε φανερή οργή και η αγάπη μεταστρεφόταν σε αντιπάθεια και αποδοκιμασία.
Οι στρατιώτες έτρεξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά στο Λυσία. Στο δρόμο, άρχισε ο Άγιος Κυρίων να διδάσκει τους υπόλοιπους Αγίους και να τους λέει:
«Προσέξτε, αδελφοί. Μη φοβηθούμε τις απειλές των αρχόντων αυτών, των οποίων η δόξα είναι όπως το άνθος του χόρτου που σήμερα φαίνεται ωραίο και αύριο μαραίνεται, η δε ευημερία τους είναι όπως το όνειρο.
»Δε θυμάστε ότι στις μάχες ποτέ δε στηρίζαμε το θάρρος μας στη δύναμη των όπλων μας, αλλά πάντοτε προσευχόμασταν στο Δεσπότη Χριστό και αυτός άκουγε τη δέησή μας και μας έδινε δύναμη, με την οποία νικούσαμε τους εχθρούς μας. Δε θυμάστε ότι στον τελευταίο πόλεμο οι άλλοι στρατιώτες του βασιλέως έφυγαν όλοι, και μόνο εμείς οι Σαράντα μείναμε μεταξύ των εχθρών μας και ζητήσαμε τη βοήθεια του Χριστού και τους νικήσαμε τρέποντάς τους σε φυγή; Αν λοιπόν τότε που θέταμε τη ζωή μας σε κίνδυνο για χάρη του φθαρτού βασιλέως, του ασεβούς και παράνομου, ο Χριστός μας έδινε τη βοήθειά Του, τώρα που πολεμάμε για την αγάπη Του, θα μας αφήσει αβοήθητους;
»Δεν πολεμούσαμε έχοντας αντιπάλους πλήθος αμέτρητο; Τώρα μόνο τρεις είναι οι αντίπαλοί μας· ο αόρατος και ασώματος εχθρός μας, ο διάβολος, ο δούκας Λυσίας και ο ηγεμόνας Αγρικόλας· μάλλον ένας είναι ο πραγματικός εχθρός μας, ο διάβολος, ο οποίος αναγκάζει το Λυσία και τον Αγρικόλα να εκτελούν τις επιθυμίες του.
»Τι λοιπόν, θα νικήσει ο ένας εμάς τους Σαράντα; Μη γένοιτο!»
Και συνέχισε να λέει στους Αγίους:
«Γι΄ αυτό λοιπόν σας παρακαλώ αδελφοί, να μη δειλιάσουμε στους πειρασμούς, να μη φοβηθούμε τις απειλές, να μην υπακούσουμε στο διάβολο, να μην υποταχθούμε στους εχθρούς του Χριστού· και όπως είχαμε τη συνήθεια, όταν μπαίναμε στη μάχη, να ψάλλουμε τον ψαλμό «Ο Θεός εν τω ονόματί Σου σώσον με και εν τη δυνάμει Σου κρινείς με», έτσι να κάνουμε και τώρα· ας επικαλεστούμε το μόνο αληθινό Θεό, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει τη δύναμη να μας στείλει τη βοήθειά του για να νικήσουμε τους εχθρούς της πίστεώς και να ποδοπατήσουμε το νοητό και αόρατο αντίπαλό μας».
Αυτά έλεγε ο Άγιος Κυρίων, καθώς έρχονταν, μέχρις ότου έφθασαν στον τόπο όπου κάθονταν ο δούκας και ο ηγεμόνας. Ο δούκας Λυσίας καθόταν στον πιο ψηλό θρόνο περιστοιχισμένος από την προσωπική του φρουρά που την αποτελούσαν στρατιώτες βλοσυροί και αγριωποί.
Φορούσε μια στολή επισημότατη και ένα πολυτελές διάδημα στο κεφάλι. Δίπλα του σ΄ ένα χαμηλότερο θρόνο καθόταν ο Αγρικόλας, ο ηγεμόνας της Σεβάστειας. Σε άλλη επίσημη εξέδρα κάθονταν οι αξιωματούχοι και σύμβουλοι του ηγεμόνα, όλοι πρόσωπα υψηλά. Και σε αρκετή απόσταση πλήθη λαού που παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Παντού κυριαρχούσε μια επισημότητα, μια δραματική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα. Όλοι είχαν το αίσθημα μιας τρομερής καταιγίδας που δε θα αργούσε να ξεσπάσει. Ο Λυσίας παρατηρούσε ώρα πολλή τους Αγίους χωρίς να μιλάει. Δεν μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του και την απορία του. Και όσο περνούσε η ώρα και συνέχιζε να τους περιεργάζεται με προσοχή τόσο η έκπληξή του γινόταν φανερή αμηχανία. Κάποια στιγμή αποφάσισε να λύσει την σιωπή του και άρχισε να μιλάει ζυγίζοντας μια μια τις λέξεις: «Νομίζω, στρατιώτες, ότι δεν έχετε αντίθετη γνώμη στο να θυσιάσετε στους μεγάλους θεούς, αλλά ότι απλώς περιμένετε να σας προσκαλέσω εγώ για να το πράξετε. Ως συνετοί όμως που είστε, θα πρέπει να ξέρετε ότι αυτός που υποτάσσεται στο πρόσταγμά του βασιλέως έχει και δόξα και τιμή, αν όμως δια της βίας εξαναγκαστεί να υπακούσει ή από φόβο, τότε δεν του οφείλεται καμία χάρη. Έτσι και σεις, μην περιμένετε κατόπιν τιμωριών και βασάνων να θυσιάσετε, αλλά πριν βασανισθείτε, υποταχθείτε στο θέλημα του βασιλέως· διότι σήμερα ένα από τα δύο πρόκειται να συμβεί: ή να θυσιάσετε στους θεούς και να απολαύσετε τις πιο μεγάλες τιμές ή να σας αφαιρέσω τη στρατιωτική ζώνη και να σας βασανίσω αλύπητα».
Τότε ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε:
«Οδηγέ του σκότους και διδάσκαλε της ανομίας, με τι προσπαθείς να μας φοβίσεις, εμάς τους ατρόμητους; Με τι προσπαθείς να μας κάνεις να δειλιάσουμε; Με τιμωρίες; Εμείς τις θεωρούμε χαρά και απόλαυση. Με θάνατο; Εμείς τον θεωρούμε ζωή. Με χρήματα; Εμείς τα βλέπουμε σα χώμα. Δοκίμασε όποιο τρόπο θέλεις και θα δεις τότε τη βοήθεια του αληθινού Θεού. Διότι εμείς είμαστε αποφασισμένοι για την αγάπη Του, να υπομείνουμε κάθε τιμωρία. Όσο για τη στρατιωτική μας ζώνη, δε χρειάζεται να μας την αφαιρέσεις· στη χαρίζουμε εμείς!». Είπε και όλοι οι Άγιοι πέταξαν μπροστά στα πόδια του τις στρατιωτικές τους ζώνες με περιφρόνηση.

Ο λιθοβολισμός των αγίων από τους στρατιώτες και θαυματουργική διάσωσή τους

Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο Λυσίας έμεινε αποσβολωμένος. Θύμωσε πάρα πολύ, άφρισε από το κακό του και μέσα στην παραζάλη του διέταξε τους στρατιώτες να πάρουν πέτρες στα χέρια τους και να χτυπήσουνε μ΄ αυτές τους Αγίους στο στόμα μέχρι να συντριβούν τα δόντια τους. Οι στρατιώτες όμως, έβλεπαν πόσο άδικη ήταν η απόφαση του Λυσία και τα αισθήματα συμπαθείας και εκτίμησης που έτρεφαν για τους Αγίους Τεσσαράκοντα, τους παλαιούς συντρόφους τους, δεν τους επέτρεπαν να τους κακοποιήσουν τόσο σκληρά. Γι΄ αυτό καθυστερούσαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ο Λυσίας τότε θύμωσε ακόμη περισσότερο και τρέμοντας από την οργή του είπε ουρλιάζοντας στους στρατιώτες του: «Γιατί καταραμένοι αργοπορείτε και δεν κάνετε καθώς σας πρόσταξα;» Οι στρατιώτες τότε φοβήθηκαν πολύ και με μεγάλη σπουδή πήραν τις πέτρες και όρμησαν εναντίων των Αγίων. Θεία δύναμη όμως τους χτύπησε αοράτως και δεν έβλεπαν τους Αγίους παρά χτυπούσαν ο ένας τον άλλον.
Ο Λυσίας τότε οργίστηκε και έγινε έξω φρενών, πήρε μια πέτρα και την εκφενδόνισε με δύναμη κατά των Αγίων, αστόχησε όμως και χτύπησε τον ηγεμόνα Αγρικόλα στο πρόσωπο. Ο Αγρικόλας έπεσε κάτω αιμόφυρτος και σφαδάζοντας από τους πόνους.
Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η Θεία Δικαιοσύνη τιμωρούσε εκείνη την ώρα τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήταν άξιοι τιμωρίας, όμως εκείνοι τυφλωμένοι από το σκοτάδι της πλάνης τους και από την αμαρτία δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη θεία οικονομία.
Τότε ο Αγιος Κυρίων είπε: «Οι εχθροί ημών αυτοί ησθένησαν και έπεσαν· όντως η ρομφαία αυτών εισήλθεν εις τας καρδίας αυτών και η δύναμις αυτών συνετρίβη» (Ψαλμ. λστ΄, 15).
Ο ηγεμόνας Αγρικόλας απάντησε: «Νομίζω, όπως και κάθε συνετός άνθρωπος το βλέπει, ότι αυτό που συνέβη σήμερα δεν ήταν παρά μια ολοφάνερη μαγεία».
Ω πόσο μεγάλη πύρωση του ειδωλολάτρη ηγεμόνα και πόσο αμετανοησία που προκαλούν βαθιά λύπη και δικαιολογημένη αγανάκτηση!
Την ίδια ώρα πρόλαβε ο Άγιος Δόμνος και είπε: «Δεν είναι μαγεία, άνθρωποι, αυτό που συνέβη, αλλά η δίκαιη απόφαση του μεγάλου Θεού. Διότι «τα πρόσωπά σας, τα οποία ελάλουν κατ΄ αυτού ατίμως, εν υπερηφάνεια και εξουδενώσει, τα επλήρωσεν ατιμίας» (Ψαλμ. λ΄, 19). Με τα λόγια αυτά και άλλα, πιο αυστηρά και ελεγκτικά ο Άγιος Δόμνος άναψε το θυμό του δούκα. Γι΄ αυτό και διέταξε να τους κλείσουν πάλι στη φυλακή μέχρις ότου αποφασίσει με ποιο τρόπο να τους θανατώσει.
Ο Χριστός εμφανίζεται στους Αγίους στη φυλακή και τους ενθαρρύνει

Οι Άγιοι μέσα στη φυλακή υμνούσαν και δοξολογούσαν όλη τη νύχτα το Θεό. Τον ευχαριστούσαν που τους αξίωσε να μείνουν σταθεροί και ακλόνητοι στην ομολογία της χριστιανικής τους πίστεως. Μέχρι τώρα είχαν πληρώσει την αφοσίωσή τους στο Χριστό με μια φοβερή και εξοντωτική ψυχική ταλαιπωρία που απέβλεπε στο να κάμψει με ύπουλο και δόλιο τρόπο το αγωνιστικό φρόνημα και να τους οδηγήσει μέσα από μια τρομερή δοκιμασία και ένα πραγματικό μαρτύριο της συνειδήσεώς τους στην άρνηση του Χριστού.
Από τώρα και στο εξής όμως οι αδίστακτοι εχθροί τους και κυρίως ο εχθρός τους διάβολος, θα προσπαθούσαν να τους καταβάλλουν μέσα από σωματικές τιμωρίες και πικρό μαρτυρικό θάνατο. Οι Άγιοί μας ήταν έτοιμοι για όλα! Ήταν αποφασισμένοι για χάρη του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, να πεθάνουν όχι μια αλλά χίλιες φορές! Ωστόσο όσο η ώρα περνούσε όλο και καλύτερα συνειδητοποιούσαν το μέγεθος της τιμωρίας που τους περίμενε. Το πικρό ποτήρι των θλίψεων και των δοκιμασιών που είναι ο κλήρος και το μερίδιο των αληθινών μαθητών του Χριστού, αυτή τη δύσκολη ώρα είχε ξεχειλίσει και μια αίσθηση βαθιάς οδύνης διαπέρασε σα ρομφαία δίστομη την καρδιά τους. Είχαν ανάγκη από παρηγοριά και ενθάρρυνση.
Εκείνη την ώρα λοιπόν, κατά τα μεσάνυχτα, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο οποίος ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο τη στιγμή της δοκιμασίας του, σύμφωνα με τα λόγια της Αγ. Γραφής «επιλήσεται γυνή των εκγόνων αυτής ή εγώ επιλήσομαι σου» (θα ξεχάσει η γυναίκα τα παιδιά της, εγώ όμως δε θα σε ξεχάσω), εμφανίστηκε και πάλι ανάμεσά τους. Αμέσως η φυλακή έλλαμψε από υπερκόσμιο φως και οι Άγιοι γονάτισαν γεμάτοι δέος, σεβασμό και ανείπωτη αγαλλίαση. Το πρόσωπο του Χριστού είχε μια ασύλληπτη γλυκύτητα, μια απέραντη καλοσύνη. «Ο πιστεύων εις εμέ», άρχισε τότε να τους λέει, «καν αποθάνη ζήσεται· έχεται θάρρος και μη φοβάστε τα βασανιστήριά τους, διότι είναι προσωρινά. Νομίμως αθλήσατε, για να στεφανωθείτε δικαίως». Αυτά τα λόγια τους είπε ο Κύριος ενθαρρύνοντας και παρηγορώντας τους Αγίους μας και έπειτα έγινε άφαντος.

Οι Άγιοι στην παγωμένη λίμνη

Το πρωί, όταν ξημέρωσε, οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον Αγρικόλα, ο οποίος είχε λάβει από το δούκα εξουσία κατά των Αγίων. Τα πρόσωπα των Αγίων μας έλαμπαν από μια ανέκφραστη και υπερκόσμια ωραιότητα, ήταν έτοιμοι για την υπέρτατη θυσία. Μέσα στην καρδιά τους έκαιγε μια λάβα που δεν μπορούσε άλλο να μένει κρυμμένη στα έγκατα. Ποθούσαν το μαρτύριο όσο τίποτε άλλο και δεν άντεχαν πια να περιμένουν την ώρα που θα θυσίαζαν την ζωή τους και τα νιάτα τους για την αγάπη του Χριστού. Δεν ήταν πια πολίτες αυτού του κόσμου, τη «μέλλουσα πόλη» επιζητούσαν και ο χωρισμός από τον Ουράνιο Πατέρα τους φαινόταν αβάσταχτος. Έβλεπαν με τα νοερά μάτια της ψυχής τους τον αγωνοθέτη Χριστό και επείγονταν για το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο Αγρικόλας τους κοίταξε με προσοχή. Εκείνοι την ώρα οι Άγιοι και μόνο αυτοί, είδαν τον εχθρό της αληθείας, το διάβολο, ο οποίος στο δεξί χέρι κρατούσε μαχαίρι, ενώ στο αριστερό ένα τεράστιο φίδι και έλεγε στο αυτί του ηγεμόνα: «είσαι δικός μου, αγωνίζου». Ενώ λοιπόν τα έβλεπαν αυτά, τους είπε ο ηγεμόνας: «Νομίζω ότι μετά από τόσα βασανιστήρια και τόσες τιμωρίες, θα έχετε γνωρίσει το συμφέρον σας. Τι λοιπόν αποφασίσατε; Θυσιάζετε στους μεγάλους θεούς σύμφωνα με την προσταγή του βασιλέως η θέλετε να πεθάνετε;». Ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε: «Όπως με τη θέλησή μας πετάξαμε τις στρατιωτικές μας ζώνες, έτσι με προθυμία περιφρονούμε και το θάνατο για την αγάπη του Χριστού».
Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να δέσουν τους Αγίους από το λαιμό με σχοινιά και να τους οδηγήσουν στη λίμνη. Λίγο έξω από τη Σεβάστεια υπήρχε πράγματι μια λίμνη μεγάλη και βαθιά, η οποία από το δριμύ ψύχος των ημερών εκείνων είχε παγώσει, η δε ημέρα την οποία διάλεξε ο ηγεμόνας για να ρίξει τους Αγίους στη λίμνη, ήταν ασυνήθιστα ψυχρή, διότι φυσούσε βόρειος άνεμος, ο οποίος έσπρωχνε κάθε τι το έμψυχο στο θάνατο. Τα νερά της λίμνης είχαν χάσει την απαλή τους φύση και είχαν γίνει σκληρά σαν την πέτρα. Αυτός ο απαραμύθητος τρόπος είχε επιλεγεί ως τόπος του μαρτυρίου των Αγίων Τεσσαράκοντα. Όμως αυτή την παγωμένη και ανθρωποκτόνο λίμνη οι Άγιοί μας επρόκειτο να τη ζεστάνουν με τη φωτιά της αγάπης τους προς το Θεό και με την αγία υπομονή κα καρτερία τους.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα άκουσαν με μεγάλη χαρά το πρόσταγμα του ηγεμόνα και αγωνίζονταν ο ένας να βγάλει τα ρούχα του πιο γρήγορα από τον άλλο. Και συνέβαινε τότε αυτό που συμβαίνει συνήθως σε περίοδο λεηλασίας και λαφυραγωγίας, κατά την οποία οι στρατιώτες αγωνίζονταν ποιος να αρπάξει περισσότερα από τον άλλο. Έτσι και οι Άγιοί μας συναγωνίζονταν σε ενθουσιασμό ο ένας με τον άλλο, ποιος να βρεθεί πρώτος γυμνός μέσα στην παγωμένη λίμνη.
Το βασανιστήριο που διάλεξε ο αιμοβόρος Αγρικόλας για να τιμωρήσει τους Αγίους και να τους θανατώσει ήταν ομολογουμένως διαβολική επινόηση και πολύ σπάνια το συναντάμε στους βίους άλλων Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας, ίσως μάλιστα το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα να είναι και η μοναδική περίπτωση. Θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για το μαρτύριο αυτό, αν δίναμε μια περιγραφή των συμπτωμάτων που εμφανίζονται στο σώμα κατά την διάρκεια της εκθέσεώς του στο ψύχος. Το σώμα λοιπόν που θα εκτεθεί στο ψύχος, στην αρχή, όσο το αίμα πήζει, γίνεται ολόκληρο μαυροκίτρινο και χάνει την φυσική του ωραιότητα, έπειτα αρχίζει να χοροπηδά και να ανατινάσσεται προς τα επάνω, ενώ τα δόντια κτυπούν, οι ίνες συσπώνται και όλο το σώμα χωρίς να θέλει συσπάται. Κάποιος τσουχτερός πόνος, πόνος ανείπωτος που φθάνει ως το μεδούλι των κοκάλων, κάνει δυσκολοβάσταχτο το αίσθημα σ΄ αυτούς που παγώνουν. Έπειτα το σώμα αρχίζει να ακρωτηριάζεται, ενώ τα άκρα καίγονται, σαν από φωτιά και αρχίζουν να σαπίζουν και να διαλύονται. Διότι με το να απομακρύνεται η θερμότητα από τα άκρα του σώματος και να φεύγει συγχρόνως στο βάθος, αφήνει νεκρά μεν τα μέρη από όπου απομακρύνθηκε, παραδίνει δε σε δυνατούς πόνους αυτά προς τα οποία υποχωρεί. Το αίμα τέλος συσσωρεύεται στην καρδιά και αυτή σφίγγεται από το συσσωρευμένο αίμα και δέχεται αφόρητους πόνους. Με το πάγωμα δε ο θάνατος πλησιάζει ώρα με την ώρα.
Ποια άλλη σωματική τιμωρία μπορεί να συγκριθεί με αυτήν που περιγράψαμε; Ποιος άλλος θάνατος θα μπορούσε να είναι τόσο πικρός; Και μόνο η εικόνα του σώματος που μαραίνεται και αφανίζεται, ενώ ακόμη είναι ζωντανό, θα μπορούσε να μας κάνει να αναλυφθούμε σε δάκρυα. Ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να φανταστεί θάνατο τόσο αργό και τόσο επώδυνο; Ποια καρδιά ανθρώπινη μπορεί να βαστάξει τόση απανθρωπιά;
Κι όμως οι Άγιοί μας μολονότι επρόκειτο να υποστούν τέτοια φρικιαστική τιμωρία, βιάζονταν να φθάσουν στη λίμνη και παρακινούσαν ο ένας τον άλλο με τα εξής λόγια:
«Να μη βγάλουμε μόνο τα ρούχα μας, αλλά να ξεχάσουμε και τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Επειδή εξαιτίας του όφεως φορέσαμε τους δερμάτινους χιτώνες, ας γυμνωθούμε τώρα για χάρη του παραδείσου, τον οποίο χάσαμε. Τι θα ανταποδώσουμε στον Κύριο για όλα εκείνα τα οποία προσέφερε σε μας;
»Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γυμνώθηκε πάνω στο Σταυρό για μας. Τι το αξιοθαύμαστο, αν γυμνωθούμε κι εμείς για Εκείνον; Στρατιώτες ήταν εκείνοι οι οποίοι Τον γύμνωσαν, αφήνοντας έτσι σε όλες τις επερχόμενες γενεές κατηγορία εναντίον της τάξεως των στρατιωτών. Ας γυμνωθούμε λοιπόν τώρα εμείς για να την εξαλείψουμε.
»Εκείνοι γύμνωσαν το Χριστό και μοιράστηκαν τα ρούχα Του. Ας γυμνωθούμε τώρα εμείς για να δώσουμε με τη θέλησή μας στους άλλους στρατιώτες τα δικά μας ρούχα. Δριμύς και τσουχτερός είναι ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο Παράδεισος· θλιβερή η παγωνιά, αλλά η απόλαυση του Παραδείσου γλυκύτατη· ας υπομείνουμε λίγο και η αγκαλιά του Αβραάμ θα μας ζεστάνει.
»Με τον κόπο μιας νύκτας θα εξαγοράσουμε αιώνια χαρά. Ας καούν τα πόδια μας από την παγωνιά, για να χορεύουν αιώνια στον Παράδεισο· ας διαλυθούν τα χέρια μας για να μπορούμε να τα υψώνουμε με παρρησία προς το Θεό. Πόσοι στρατιώτες δεν έπεσαν στον πόλεμο για την αγάπη φθαρτού βασιλέως; Πόσοι άνθρωποι για κάποιο παράπτωμα δεν υπέμειναν παρά τη θέλησή τους την καταδίκη του θανάτου; Εμείς με τη θέλησή μας να μην περιφρονήσουμε το θάνατο; Μη δειλιάσουμε λοιπόν, ω συστρατιώτες· να μην ακούσουμε το διάβολο, σώμα είναι ας μην το λυπηθούμε, αφού οπωσδήποτε θα πεθάνουμε κάποτε. Ας πεθάνουμε λοιπόν τώρα θεληματικώς, για να ζήσουμε αιώνια. Ας γίνουμε θυσία στο Θεό, θυσιάζοντας τα μέλη μας για την αγάπη του Χριστού». Με τέτοια απόφαση λοιπόν μπήκαν οι Άγιοι στην λίμνη.
Σε μικρή απόσταση από τους Αγίους και πίσω από τα βράχια που υψώνονταν στις όχθες της λίμνης είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού που είχε έλθει για να παρακολουθήσει από κοντά αυτό το ασυνήθιστο θέαμα. Είχαν όλοι την περιέργεια να δουν αν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα θα αντέξουν μέχρις τέλους ή θα δειλιάσουν; Ωστόσο ανάμεσα στο πλήθος υπήρχαν και πολλοί χριστιανοί, οι οποίοι προσεύχονταν με θέρμη να υπομείνουν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα τη δοκιμασία για να κερδίσουν το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου. Με μεγάλη αγωνία όμως αντίκριζαν αυτή την ώρα το λουτρό που βρισκόταν απέναντι από τη λίμνη. Ο πονηρότατος Αγρικόλας είχε προστάξει να το ανάψουν για να το βλέπουν οι Άγιοι, ελπίζοντας ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο λόγω του ανυπόφορου ψύχους θα εγκατέλειπαν τη λίμνη και θα πήγαιναν στο λουτρό για να ζεσταθούν. Έτσι οπωσδήποτε θα έδειχναν ότι δείλιασαν. Όσο κράταγε λοιπόν η ημέρα οι Άγιοι δεν αισθανόταν το ψύχος διότι θερμαίνονταν από τη φλόγα της πίστεως. Αυτή τη φορά αποτελούσαν ένα καινούριο σώμα Επιλέκτων στρατιωτών το οποίο ανήκε στον Ουράνιο Βασιλέα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που τη συνοχή του και την ενότητά του δεν μπορούσε τίποτε να τη διασπάσει. Έδιναν φοβερή μάχη μαζί με τον αόρατο εχθρό τους, το διάβολο, και ως τώρα τον είχαν καταισχύνει.


Η απώλεια του λιποτάκτη

Οι ώρες κύλησαν ωστόσο η μια μετά την άλλη, η νύχτα προχώρησε. Τότε, περίπου στις τρεις με τέσσερις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όταν η παγωνιά της νύχτας είχε αυξηθεί πολύ, οι Άγιοι άρχισαν να νοιώθουν φοβερούς πόνους πάνω στο σώμα τους. Διότι τα μέλη τους άρχισαν να νεκρώνονται, το αίμα τους πάγωσε και η οδύνη που ένοιωθαν στην καρδιά τους ήταν ανυπόφορη. Οι μεν τριάντα εννέα λοιπόν υπέμεναν με γενναιότητα, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο με νουθεσίες και συμβουλές. Ένας, όμως, μην μπορώντας να αντέξει άλλο το κρύο, βγήκε από την λίμνη και άρχισε να κατευθύνεται προς το λουτρό. Όταν όμως πλησίασε αρκετά στη φωτιά του λουτρού, διαλύθηκε σαν το κερί. Η ρομφαία της λύπης ξέσχισε τις ψυχές των Αγίων Μαρτύρων. Η οδύνη τους για τον αδελφό τους που λιποτάχτησε ήταν απερίγραπτη. Βαθιά η θλίψη τους για τον ακρωτηριασμό του ιερού αριθμού τους, διότι ενώ πριν ήταν σαράντα, τώρα στερήθηκαν τον ένα. Με δάκρυα στα μάτια και δυνατές φωνές άρχισαν να παρακαλούν το Θεό:
- «Μη εν ποταμοίς ωργίσθης, Κύριε, ή εν ποταμοίς ο θυμός σου; ή εν θαλάσση το όρμημά σου;» (Αββακ. γ΄ Cool. Διότι αυτός που μας αποχωρίστηκε, διασκορπίστηκαν τα μέλη του και χύθηκαν σαν το νερό. Εμάς, όμως, ενίσχυσέ μας, για να μη δειλιάσουμε μήτε να σε αρνηθούμε, Θεέ και Κύριε του ελέους, τον οποίον υμνούν όλες οι άβυσσοι των υδάτων, η φωτιά, το χαλάζι, το χιόνι, ο κρύσταλλος, οι άνεμοι.
»Συ που καταπράυνες την τρικυμισμένη θάλασσα, τότε που είχες έλθει στον κόσμο για να σώσεις το ανθρώπινο γένος.
Συ που με το βλέμμα Σου ξηραίνεις τις πηγές των υδάτων. Συ που με την απειλή Σου σαλεύεις τη γη, εισάκουσε τη δέησή μας και ελάφρυνε το βάρος και την πικρότητα του παγωμένου αέρα, και ας γνωρίσουν όλοι ότι σε καλέσαμε και μας άκουσες, σε Σένα ελπίσαμε και σωθήκαμε».


Το Θαύμα

Δεν πρόλαβαν τότε οι Άγιοι να τελειώσουν τη δέησή τους και ο Θεός την άκουσε και το δριμύ και ανυπόφορο εκείνο ψύχος το μετέβαλε σε θερμότητα. Αμέσως τότε ο πάγος άρχισε να λειώνει και να σπάζει σε μεγάλα κομμάτια, το νερό ζεστάθηκε κι ένα φως ουράνιο, εξαίσιο και εκτυφλωτικό άστραψε ολόγυρα. Εκείνη τη στιγμή οι άλλοι στρατιώτες, οι οποίοι φύλαγαν τους Αγίους, τυλίχτηκαν στους μανδύες τους και συνέχισαν να κοιμούνται βαθιά. Μόνον ο δεσμοφύλακας Αγλάιος βλέποντας την τόση υπομονή των Αγίων, στεκόταν άυπνος και άκουγε την προσευχή τους.
«Τι να σημαίνουν άραγε όλ΄ αυτά;» σκεφτόταν μέσα του ο ειδωλολάτρης δεσμοφύλακας. «Ποια δύναμη τους κρατάει να κάθονται τόσες ώρες μέσα σ΄ αυτή την παγωνιά και να μην τη λογαριάζουν καθόλου;
Μου φαίνεται πως άδικα τόσην ώρα προσπαθώ να βρω μιαν εξήγηση. Μάλιστα όσο φέρνω στο νου μου κι αυτό που συνέβη πριν από λίγο, ανατριχιάζω και στα ερωτηματικά μου καινούργια ερωτηματικά προστίθενται. Γιατί, μα την αλήθεια, εκείνος που βγήκε από την λίμνη δεν πρόλαβε να ακουμπήσει τα σκαλοπάτια του λουτρού και αμέσως διαλύθηκε! Λες και κάποιος τον τιμώρησε που άφησε τη λίμνη και τους συντρόφους του! Αλλά και την προσευχή των υπολοίπων όσο σκέφτομαι αυτή την ώρα, απορώ και εξίσταμαι. Τι λόγια περίεργα και πρωτάκουστα περιέχει! Σε ποιο Θεό να προσεύχονται άραγε με τόσο πάθος και τόση πίστη;» Αυτά σκεφτόταν ο Αγλάιος και ήταν γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό. Εκείνη την ώρα φύσηξε ένας τσουχτερός αέρας και ο δεσμοφύλακας διέκοψε τις βαθειές αυτές σκέψεις του. Τότε ακριβώς μπόρεσε και είδε! «Τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε και σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι λίγο νωρίς ακόμα για να ξημερώσει; Τι είναι αυτό το φως πάνω στη λίμνη;» Και λέγοντας αυτά έτρεξε να δει από πού ερχόταν αυτό το υπέρλαμπρο εκείνο φως, το οποίο είχε λάμψει πάνω στη λίμνη και είχε διαλύσει τον πάγο.
Είδε τότε να κατεβαίνουν από τον ουρανό σαράντα στεφάνια. Τα τριάντα εννέα χαμήλωσαν και κάθισαν πάνω στα κεφάλια των Αγίων, το ένα όμως έμεινε μετέωρο στον αέρα γιατί δεν είχε τόπο να σταθεί. Ο Αγλάιος έμεινε καρφωμένος στην θέση του και παρακολουθούσε με θαυμασμό το θείο όραμα. Μετά από αρκετή ώρα αφού πια η ψυχή του είχε χορτάσει από αυτήν την εξαίσια επουράνια οπτασία, εννόησε τη σημασία του οράματος και κατάλαβε ότι το στεφάνι εκείνο ήταν του λιποτάκτη, ο οποίος, επειδή έφυγε από τη λίμνη, έχασε και το στεφάνι του Μαρτυρίου.
Αμέσως λοιπόν έτρεξε με ορμή και ξύπνησε τους συντρόφους του, πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη ομολογώντας με παρρησία: «Χριστιανός είμαι κι εγώ» και μια δυνατή φωνή έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ που φανερώνεις τη δόξα σου στους αξίους δούλους Σου, Συ που έδειξες και σε μένα τον ανάξιο δούλο Σου τα θαυμάσιά Σου, δέξαι με κι εμένα και συναρίθμησέ με στο χορό των Αγίων Σου»
Μόλις το είδαν αυτό οι Άγιοι, άρχισαν να ευχαριστούν μεγαλοφώνως το Θεό λέγοντας:
«Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημώς; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια» (Ψαλμ. οστ΄, 14-15), διότι τους εχθρούς μας τους έκανες βοηθούς μας και το τάγμα μας, το οποίο ακρωτηριάστηκε από το συστρατιώτη μας, το αναπλήρωσες με το δεσμοφύλακα, κι έτσι ντρόπιασες, το σατανά, ενώ εμάς μας γέμισες χαρά!
Ο Αγρικόλας στη λίμνη

Όταν ξημέρωσε ο Αγρικόλας μπήκε στην άμαξα με τα γρηγορότερα άλογα και ξεκίνησε για τη λίμνη. Ο αμαξάς χτυπούσε το καμουτσίκι με δύναμη. Ο ηγεμόνας ήθελε να φτάσει στη λίμνη μια ώρα γρηγορότερα. Στο δρόμο σκεφτόταν με αγωνία: «Δεν μπορεί, θα δείλιασαν, θα εγκατέλειψαν τη λίμνη! Αποκλείεται να είναι ακόμα στη λίμνη! Οφείλω να συγχαρώ τον εαυτό μου για τη μεγάλη παγίδα που τους έστησα ανάβοντας το λουτρό που βρίσκεται απέναντι από τη λίμνη. Μόνο μια ιδιοφυΐα σαν κι εμένα θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο! Όχι, όχι, δεν μπορεί, μπροστά στο θάνατο θα δείλιασαν. Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι τελικά υπάκουσαν στη διαταγή μου» έλεγε και ξανάλεγε χωρίς οι σκέψεις του να έχουν ένα ειρμό. Κρύος ιδρώτας τον έλουζε, ενώ μάταια προσπαθούσε να χαμογελάσει. Νικημένος και ταπεινωμένος από τους Αγίους Τεσσαράκοντα, φαινόταν σα χαμένος, σαν να ζούσε στο δικό του κόσμο. Ολοένα ερχόταν στο μυαλό του η σκέψη ότι εφ΄ όσον βρέθηκαν κάποιο άνθρωποι, όπως οι Τεσσαράκοντα, οι οποίοι αμφισβήτησαν ανοιχτά την εξουσία του, θα ήταν πια εύκολο και στους υπολοίπους να κάνουν το ίδιο, αν ήθελαν. Η καχυποψία του αυτή και ο βαρειά πληγωμένος εγωϊσμός του, του είχαν δημιουργήσει ένα διαταραγμένο εσωτερικό κόσμο. Ξαφνικά η άμαξα σταμάτησε. Ο Αγρικόλας κατέβηκε και άρχισε να κατευθύνεται προς τη λίμνη με βήμα γοργό. Με προσοχή άρχισε να παρατηρεί έναν έναν τους Αγίους μας. Ώσπου ξαφνικά άφησε μια δυνατή κραυγή: «Ο Αγλάιος, ναι, αυτός είναι ο Αγλάιος!». Με έκπληξη και ανησυχία ρώτησε τους άλλους στρατιώτες πώς συνέβη ο έμπιστος δεσμοφύλακάς του να βρεθεί ανάμεσα στους Μάρτυρες. Εκείνοι τότε έντρομοι του απάντησαν:
«Εμείς νικημένοι από τον ύπνο κοιμόμασταν οπότε κατά τα βαθιά χαράματα ήλθε ξαφνικά και μας ξύπνησε. Είδαμε τότε ένα λαμπρό φως πάνω στη λίμνη, εκτυφλωτικό και ασυνήθιστο. Αμέσως εκείνος πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη φωνάζοντας δυνατά: «Χριστιανός είμαι κι εγώ».Άλλο τίποτε δεν γνωρίζουμε».
Μόλις τ΄ άκουσε αυτά ο ηγεμόνας ντράπηκε και ταράχτηκε, ενώ η σύγχυσή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Πως ήταν δυνατόν ένας από τους πιο πιστούς στρατιώτες του να λιποτακτήση και να πάει με το μέρος του Χριστού; Έξαλλος και πολύ οργισμένος διέταξε να σύρουν τους Μάρτυρες έξω από τη λίμνη και να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να συντρίψουν τα μέλη τους. Αμέσως οι στρατιώτες έθεσαν σε εφαρμογή το πρόσταγμα και άρχισαν να βγάζουν από τη λίμνη τα σώματα των Αγίων.

Το μαρτύριο της Μάνας

Εκείνη την ώρα μια γυναίκα μαυροφορεμένη πλησίασε την λίμνη. Ήταν Χριστιανή και όλο το βράδυ είχε παρακολουθήσει πίσω από τους βράχους με αγωνία και θερμή προσευχή το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα και του μονάκριβου παιδιού της που ήταν ένας από τους Αγίους. Ο Άγιος Μελίτων. Δε δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Πήρε στην αγκαλιά της το παιδί της και άρχισε να το γλυκοφιλάει. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μητέρα η μαυροφόρα εκείνη. Πράγματι η μητρική της καρδιά δε σπάραζε για τον επερχόμενο θάνατο του μονάκριβου γιου της διότι πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ όλοι οι υπόλοιποι Άγιοι Μάρτυρες είχαν ήδη πεθάνει, ο Άγιος Μελίτων ζούσε ακόμη! Κάτι άλλο την είχε βυθίσει σε μαύρες σκέψεις. Φοβόταν πολύ και ανησυχούσε υπερβολικά μήπως το παιδί της που δεν είχε προλάβει να πεθάνει, δειλιάσει από την τιμωρία και αρνηθεί το Χριστό. Γι΄ αυτό πνίγοντας το μητρικό της φίλτρο την ώρα εκείνη και υπομένοντας το δικό της προσωπικό μαρτύριο, μιας μάνας χήρας που καλείται να θυσιάσει το μονάκριβο και πολυαγαπημένο παιδί της για την αγάπη του Χριστού, όπως άλλοτε ο Αβραάμ τον Ισαάκ, προσπαθούσε με δάκρυα στα μάτια να ενθαρρύνει το παιδί της λέγοντάς του με πόνο:
«Παιδί μου γλυκύτατο, παιδί του Ουράνιου Πατέρα και Θεού, παιδί μου που αξίζεις περισσότερο από τη μητέρα σου εξαιτίας του μαρτυρίου που υφίστασαι για την αγάπη του Χριστού, υπόμεινε λίγο, για να στεφανωθείς· μη φοβηθείς τα βασανιστήρια· να, ο Χριστός στέκεται αοράτως, για να παραλάβει την αγία ψυχή σου. Μια ώρα θα διαρκέσει ο πόνος και ύστερα πηγαίνεις στην Βασιλεία του Χριστού. Μια στιγμή είναι το κακό και θα σε δεχθεί η αιώνια ανάπαυση, η άρρητη ευφροσύνη, η ανείπωτη απόλαυση, η χαρά των Δικαίων. Εκεί να πας, παιδί μου αγαπημένο, να συμβασιλεύσεις με το Χριστό και να πρεσβεύεις προς αυτόν για την αμαρτωλή σου μητέρα».
Αυτά έλεγε η θεοσεβής μητέρα, ενώ την ίδια στιγμή οι στρατιώτες είχαν ανασύρει όλους τους Αγίους από τη λίμνη και είχαν αρχίσει να συντρίβουν τα μέλη τους, καθώς τους είχε διατάξει ο ηγεμόνας.
Ο ένας μετά τον άλλο, όλοι οι Άγιοι μας άρχισαν να περνούν και από αυτή τη φρικτή μεταθανάτια τιμωρία. Όταν όμως ήρθε και η σειρά του γιου της χήρας, του Αγίου Μελίτωνος, οι στρατιώτες είδαν ότι είχε λιποθυμήσει από το κρύο, τον λυπήθηκαν και τον άφησαν, σύμφωνα με την επιθυμία του ηγεμόνα, χωρίς να συντρίψουν τα μέλη του. Δείχνοντας μάλιστα άκαιρη φιλανθρωπία, ο ηγεμόνας διέταξε να τον επιστρέψουν στην μητέρα του, μήπως και ζήσει, ενώ τους υπόλοιπους τριάντα εννέα διέταξε να τους βάλουν σε άμαξες, να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά, να ρίξουν μέσα τα τίμια λείψανα των Αγίων και να τα κάψουν. Έπειτα ό,τι απομείνει από τα οστά τους να το ρίξουν στο ποτάμι. Ο θηριώδης Αγρικόλας φοβόταν τους Αγίους περισσότερο τώρα που ήταν νεκροί και άψυχοι παρά πριν που ήταν ζωντανοί, ήλπιζε δε ότι μετατρέποντάς τους σε στάχτη θα μπορούσε να απαλλαγεί οριστικά από τις φοβερές τύψεις που έλεγχαν τη συνείδησή του.
Οι στρατιώτες, πειθήνια όργανα του Αγρικόλα, συνέχισαν έντρομοι και γεμάτοι από φρίκη και αποτροπιασμό το έργο τους. Οι άμαξες γέμισαν από τα συντριμμένα και διαλυμένα σώματα των Αγίων και άρχισαν να κατευθύνονται προς το ποτάμι, όπου οι στρατιώτες σε λίγο θα άναβαν μια μεγάλη φωτιά για να τα κάψουν.
Τότε συνέβη κάτι το εξαιρετικά ασυνήθιστο και αξιοθαύμαστο. Η ευλογημένη μητέρα του Μάρτυρος, αφού πια τον είχε νουθετήσει όσο μπορούσε και καθώς έβλεπε τα λεπτά να κυλάνε χωρίς επιστροφή, πήρε τη γενναία απόφαση, σήκωσε αμέσως το γιο της στον ώμο της και άρχισε να τρέχει αγκομαχώντας πίσω από τις άμαξες για να προλάβει τους στρατιώτες, λέγοντας με φωνή πνιγμένη μέσα στους λυγμούς της: «Πήγαινε κι εσύ, παιδί μου αγαπημένο, μαζί με του συστρατιώτες σου, για να μη μείνεις στην ασέβεια, μη γένοιτο! ούτε να απομείνεις αστεφάνωτος. Μέχρι εδώ ήταν ο πειρασμός· υπόμεινε τη φωτιά, όπως υπέμεινες το κρύο, για να επιτύχεις την αιώνια χαρά». Ω, ηρωϊσμός και αυτοθυσία μάνας, που πάνω από το ισχυρότατο μητρικό της φίλτρο βάζει το πνευματικό συμφέρον του παιδιού της! Ω μαρτύριο αυτής της μάνας πιο φοβερό και πιο ανελέητο απ΄ όλα τα μαρτύρια! Ποιά άλλη μητέρα πράγματι θα τολμούσε να πράξει αυτό που εκείνη η μακαρία και από το Θεό ευλογημένη μάνα έπραξε; Αλλά και ποια άλλη θα μπορούσε να έχει τόσο μεγάλη πνευματική σύνεση και σοφία, ώστε σε μια τόσο κρίσιμη κατάσταση να μην παρασυρθεί από ανθρώπινες αδυναμίες και συναισθήματα, αλλά να δει καθαρά με πνευματικά μάτια, ποιο ήταν το αληθινό συμφέρον για το παιδί της, η ζωή ή ο θάνατος, ποια άλλη θα μπορούσε όντως να το πράξει, αν όχι εκείνη, η ευσεβής και φιλόθεος, η οποία όφειλε τη σύνεση και τη διάκρισή της, στην ευσεβή και ενάρετη ζωή της;
Διότι πράγματι βλέποντας τον κίνδυνο που απειλούσε το γιο της να χάσει τους κόπους του και να στερηθεί τη Βασιλεία των Ουρανών, η χριστιανική της συνείδηση σήμανε συναγερμό: η σωτηρία της ψυχής του βρισκόταν στα χέρια της. Αν δίσταζε ή καθυστερούσε λίγο, θα γινόταν η αιτία να στερηθεί το παιδί της τη χαρά των Δικαίων και τη δόξα των Μαρτύρων που του επεφύλασσε ο Χριστός στον Ουρανό. Αν ο γιος της έχανε εκείνη την ώρα την Βασιλεία των Ουρανών, θα την έχανε για πάντα. Από υπερβολική αγάπη, λοιπόν προς το παιδί της, έχοντας βαθιά συναίσθηση του καθήκοντος της απέναντί του και γνωρίζοντας πολύ καλά το αληθινό του συμφέρον, θυσίασε το σπλάγχνο της, εξασφαλίζοντάς του τον Παράδεισο.
Ωστόσο δεν πρόκειται για μια θυσία ακούσια, εφ΄ όσον η επιθυμία του Αγίου Μελίτωνος ήταν να ολοκληρώσει, το μαρτύριό του, μολονότι δεν είχε τη σωματική δύναμη που χρειαζόταν για να το κάνει.
Έτσι, σε τελική ανάλυση, η μητέρα του υπήρξε απλώς ένας βοηθός και συνεργός στην ολοκλήρωση της εκούσια μαρτυρικής θυσίας του Αγίου Μελίτωνος.
Ενώ λοιπόν η μάνα έτρεχε με κόπο για να προφθάσει τις άμαξες, ο γιος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Έτσι, δε χρειάστηκε να περάσει τη δοκιμασία της φωτιάς και η αγωνία της μητέρας έλαβε τέλος. Εκείνη, μόλις είδε ότι πέθανε, ευχαρίστησε το Θεό, προχώρησε βαστάζοντας το ιερό του λείψανο και προλαβαίνοντας τις άμαξες, το τοποθέτησε περήφανη πάνω στα άλλα λείψανα, για να μην χωρισθεί ο αγωνιστής από τους συναγωνιστές του, μαζί με τους οποίους μαρτύρησε και στεφανώθηκε από το Χριστό.
Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε στους υπηρέτες του ηγεμόνα η πράξη της μαυροφορεμένης χήρας, η οποία ενώ μπορούσε να σώσει το παιδί της δεν το έπραξε Δεν είχαν όμως καιρό για χάσιμο. Η διαταγή του Αγρικόλα έπρεπε να εφαρμοστεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας! Άναψαν λοιπόν μια μεγάλη φωτιά και εκεί μέσα κατέκαυσαν τα σώματα των Αγίων. Έπειτα ότι η φωτιά δεν μπόρεσε να εξολοθρεύσει, το πέταξαν στο ποτάμι για να το παρασύρει το ρεύμα του ποταμού και να το εξαφανίσει. Το θεομίσητο έργο τους είχε λάβει τέλος. Τώρα μπορούσαν να είναι ήσυχοι. Ο Αγρικόλας θα είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος μαζί τους. Παίρνοντα, ωστόσο, το δρόμο του γυρισμού, έλεγαν μεταξύ τους με χαμηλή φωνή: «Σε όποιο Θεό και αν πίστευαν, δεν μπορεί κανείς να μην πει ότι ήταν γενναίοι και παλληκάρια. Μα την αλήθεια, το έλεγε η ψυχή τους! Σε όλη μου τη ζωή θα τους θυμάμαι!»
«Ναι, συμφωνώ! Το πρόσταγμα του Αγρικόλα το περιφρόνησαν, χωρίς να λογαριάσουν τις συνέπειες. Ήταν παλληκάρια! Ενώ εμείς είμαστε άνανδροι και τιποτένιοι!».

Οι Χριστιανοί της Σεβάστειας περισυλλέγουν τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα

Την ίδια γνώμη για τους Αγίους είχαν όλοι στην Σεβάστεια. Εξακολουθούσαν να μιλάνε γι΄ αυτούς με θαυμασμό και εκτίμηση και τα έβαζαν με τον ασύνετο Αγρικόλα που είχε στερήσει την επαρχία τους από τέτοιους άξιους και γενναίους στρατιώτες. Εκείνοι όμως που είχαν κάθε λόγο να είναι υπερήφανοι για τους Αγίους Τεσσαράκοντα ήταν οι χριστιανοί της Σεβάστειας. Δοξολογούσαν και ευχαριστούσαν το Θεό που εκείνους μεν τους βοήθησε να υπομείνουν μέχρι τέλους το μαρτύριο, ενώ σ΄ αυτούς τους ίδιους χάρισε τέτοιους προστάτες. Λυπόντουσαν όμως διότι δεν είχαν στα χέρια τους τα άγια λείψανα τους, και η λύπη τους αυτή επεσκίαζε κάπως τη χαρά τους.
Δε χρειάστηκε, ωστόσο να περάσει πολύς καιρός για να μετατραπεί η λύπη τους και πάλι σε χαρά. Διότι τρεις μέρες μετά το μαρτύριό τους, οι Άγιοι εμφανίστηκαν στον επίσκοπο της Σεβάστειας, Πέτρο, ο οποίος έμενε σε κρυφό τόπο, διότι ο Αγρικόλας τον κυνηγούσε για να τον θανατώσει. Ο πονηρότατος ηγεμόνας ήθελε μ΄ αυτό τον τρόπο να πλήξει καίρια την τοπική Εκκλησία στερώντας της τον ποιημένα και αρχηγό της. Στον Επίσκοπο λοιπόν της Σεβάστειας, Πέτρο, εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Έλα στο ποτάμι της πόλης και θα βρεις τα Λείψανά μας. Μάζεψέ τα κατά την επιθυμία σου».
Ο Επίσκοπος χάρηκε πολύ και δόξασε το Θεό και τους Αγίους Του, που αξιώθηκαν να έχουν τόση χάρη όση και οι υπόλοιποι μεγάλοι Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του μερικούς χριστιανούς και κατέβηκε νύκτα στο ποτάμι, όπου βρήκε συγκεντρωμένα δίπλα στην όχθη του ποταμού, τα άγια Λείψανα, όσα είχαν διασωθεί από τις φλόγες. Παρατήρησε ότι από πάνω τους έλαμπε ένα δυνατό φως και το κάθε άγιο λείψανο χωριστά, στο σημείο που βρισκόταν, ακτινοβολούσε σαν ένα μικρό άστρο. Γεμάτος χαρά και ιερή συγκίνηση τα περισυνέλεξε και τα τοποθέτησε με τάξη μέσα σε καθαρές όμορφες θήκες, που είχαν φέρει μαζί τους οι συνοδοί του.
Χαρά και καύχηση των Χριστιανών για τους Αγίους Τεσσαράκοντα

Όταν ολοκλήρωσαν το μάζεμα των Αγίων Λειψάνων, έφυγαν από το ποτάμι και με πολλές προφυλάξεις επέστρεψαν στο κρησφύγετό τους. Εκεί, ο Επίσκοπος τοποθέτησε τα άγια Λείψανα σε επίσημο και περίοπτο μέρος και με δάκρυα χαράς στα μάτια ανέπεμψαν δοξολογία στο Θεό όλοι μαζί, λαός και κλήρος. Ήταν όλοι χαρούμενοι και υπερήφανοι, διότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μεγαλομάρτυρες ήταν πνευματικός καρπός της τοπικής Εκκλησίας. Δεν υπήρχε κανείς χριστιανός που να μην είχε συναναστραφεί μαζί τους και τώρα δικαιολογημένα όλοι έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους ότι οι Άγιοι ήταν αδελφοί τους, είχαν κοινωνήσει πολλές φορές από το ίδιο Άγιο Ποτήριο, είχαν παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία μαζί στον ίδιο Ναό, και όλα αυτά τώρα δυσκολεύονταν να τα πιστέψουν. Διότι εκείνοι ήταν πια Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας, ενώ αυτοί παρέμεναν ακόμη απλοί άνθρωποι.
Μέσα στην χαρούμενη αυτή οχλαγωγία λοιπόν, ο Επίσκοπος έκανε σ΄ όλους νόημα να ησυχάσουν. Φαινόταν σαν κάτι να ήθελε να τους πει. Σηκώθηκε αμέσως ο σεβάσμιος Ιεράρχης, προχώρησε με βήμα αργό και στάθηκε στο κέντρο της ομογύρεως. Ήταν βαθιά συγκινημένος, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του, ενώ μια χαρά, κάπως συγκρατημένη θα έλεγε κανείς, τον διακατείχε. Όλοι κατάλαβαν ότι ήθελε να τους πει κάτι σοβαρό, όχι όμως και ανησυχητικό. Γι΄ αυτό ησύχασαν, συγκράτησαν το μεγάλο τους ενθουσιασμό και με ηρεμία περίμεναν να ακούσουν τον Ποιμένα τους. «Δε βρίσκουμε λόγια», άρχισε εκείνος με τρεμάμενη φωνή, «για να ευχαριστήσουμε αυτή την ώρα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό για τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες Του, οι οποίοι υπήρξαν αδελφοί μας και μέσα σε μια νύχτα χειμωνιάτικη και παγωμένη έγιναν προστάτες και πρέσβεις μας προς τον Κύριον. Η χαρά λάμπει στα πρόσωπά μας και δεν μπορεί κανείς να μας την αφαιρέσει, διότι πηγάζει από την Ανάσταση του Κυρίου μας και την πίστη όλων μας σ΄ αυτήν. «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται», διδάσκει ο Χριστός μας. Βαθιά και ακλόνητη είναι η πίστη μας ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα είναι τώρα κοντά του, κοινωνοί της επουρανίου Βασιλείας Του και μέτοχοι της αφθάρτου Δόξης Του. Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα, όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θα λάμψουν πιο πολύ και από τον ήλιο και τα πολύαθλα και βασανισμένα σώματά τους θα ενωθούν με την αγία ψυχή τους και θα συμβασιλεύουν αιώνια μαζί με το Χριστό. Όλες αυτές οι σκέψεις είναι η αιτία της πολύ μεγάλης και ανέκφραστης χαράς μας. Ζητάω, ωστόσο, συγγνώμη από την αγάπη σας, που διέκοψα προς στιγμήν την πανήγυρή μας και την ανείπωτη χαρά μας, κρίνω όμως ότι αυτή η στιγμή είναι η πιο κατάλληλη για να σας διαβάσω μια επιστολή την οποία μου είχαν στείλει οι ένδοξοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όσο ήταν ακόμη στη ζωή. Η επιστολή αυτή περιέχει τη Διαθήκη τους, την οποία εγώ θα σας διαβάσω κι εσείς ν΄ ακούσετε με προσοχή:

Η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα

Ο Μελέτιος και ο Αέτιος και ο Ευτύχιος, οι δέσμιοι του Χριστού προς τους Αγίους Επισκόπους κάθε πόλεως και χώρας, και προς τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τους ομολογητές της πίστεως και προς όλους ανεξαιρέτως τους υπολοίπους ανθρώπους της Εκκλησίας, χαίρετε εν Χριστώ!
α) Όταν με τη χάρη του Θεού και τις κοινές προσευχές όλων φέρουμε εις πέρας τον αγώνα μας και φθάσουμε στα βραβεία της άνω κλήσεως, τότε επιθυμούμε να πραγματοποιηθεί η απόφασή μας αυτή, δηλαδή να μεταφερθούν τα λείψανά μας από χριστιανούς οι οποίοι σχετίζονται με τον πρεσβύτερο και πατέρα μας Πρόϊδο και με τους αδελφούς μας Κρισπίνο και Γόρδιο, Κύριλλο, Μάρκο και Σαπρίκιο, γιο του Αμμωνίου, με την πρόθυμη συνδρομή και βοήθεια πλήθους λαού, για να κατατεθούν τα λείψανά μας στην πόλη των Ζήλων, στο χωριό Σαρείμ. Διότι, αν και καταγόμαστε όλοι από διαφορετικές περιοχές, διαλέξαμε ωστόσο να έχουμε τον ίδιο τόπο αναπαύσεως· επειδή από κοινού, όλοι μαζί αγωνιστήκαμε για το βραβείο της Βασιλείας των Ουρανών, αποφασίσαμε να αναπαυθούμε όλοι μαζί στην προαναφερθείσα περιοχή. Αυτά λοιπόν αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα, και αυτά άρεσαν σε μας.
2. Γι΄ αυτό το λόγο λοιπόν (αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα) εμείς μεν, οι σύντροφοι του Αέτιου και του Ευτύχιου και των υπολοίπων εν Χριστώ αδελφών, να απαλλαγούμε από κάθε λύπη και ταραχή, εσείς όμως να τιμήσετε την αρχή της φιλαδελφίας και συναινέσετε προθύμως στην επιθυμία μας, για να λάβετε από τον κοινό Πατέρα μας, το μεγάλο μισθό της υπακοής και της συμπάθειας (που θα δείξετε προς εμάς).
3. Επίσης απαιτούμε από όλους να μην κρατήσετε για τον εαυτό σας κανένα λείψανό μας από όσα μαζεύτηκαν προς ενταφιασμό μέσα από τις φλόγες της καμίνου, αλλά αφού τα συγκεντρώσετε όλα στο ίδιο σημείο, να τα επιστρέψετε σ΄ αυτούς που προαναφέραμε, για να εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη μας για τους κόπους σας και το κέρδος της συμπαθείας και ευαρέσκειας του Θεού προς εσάς, αφού βέβαια δείξετε την προθυμία σας στον να εκτελέσετε αυτά που σας λέμε. Όπως ακριβώς η Μαρία δέχτηκε πρώτη τη χάρη της χαράς και της ευλογίας, αφού περίμενε με καρτερία και υπομονή στον τάφο του Χριστού και είδε τον Κύριο πριν από όλους τους άλλους.
4. Αν όμως κάποιος εναντιωθεί στην επιθυμία μας, ας αποξενωθεί από το θείο κέρδος και τη θεία ανταμοιβή, και ας είναι ένοχος κάθε παρακοής, αφού θα μπορούσε υπακούοντας στη μικρή μας επιθυμία να εκπληρώσει τη δικαιοσύνη, ενώ τώρα προσπαθεί όσο περνάει από το χέρι του να μας χωρίσει, δηλαδή εμάς που ο Άγιος Σωτήρ ημών με την χάρη Του και την πρόνοιά Του μας συνένωσε μέσω της πίστεως.
5. Αν, σύμφωνα με το θέλημα του φιλανθρώπου Θεού, καταλήξει και ο νεαρός Ευνοϊκος στο ίδιο (με μας) τέλος του αγώνα (δηλ. στο μαρτυρικό θάνατο), διατύπωσε (ο Ευνοϊκος) την επιθυμία να συγκαταριθμιθεί μαζί με μας (δηλ. να ταφεί μαζί με μας), αν όμως με τη χάρη του Θεού διαφυλαχθεί σώος και αβλαβής και εξακολουθεί ακόμα να ανακρίνεται και να βασανίζεται στον κόσμο (δίνοντας απλώς την ομολογία της χριστιανικής πίστεώς του, αλλά χωρίς να θανατώνεται), τον συμβουλεύουμε να αφιερώσει τον ελεύθερό του χρόνο στην ενασχόληση του με το μαρτύριο μας, να το στοχάζεται και να το φιλοσοφεί και τον παρακαλούμε να φυλάει τις εντολές του Χριστού, για να επιτύχει μαζί με μας την απόλαυση των ουρανίων αγαθών κατά τη μεγάλη ημέρα της Αναστάσεως, διότι αν και ήταν στον κόσμο, υπέμεινε τις ίδιες με εμάς θλίψεις.
6. Διότι η ευγνωμοσύνη προς τον αδελφό βλέπει τη δικαιοσύνη του Θεού, ενώ πάλι η παρακοή προς αυτόν (δηλ. προς τον αδελφό) πατεί την εντολή του Θεού. Διότι είναι γραμμένο ότι αυτός που αγαπά την αδικία, μισεί την ψυχή του.
β) Γι΄ αυτό λοιπό, αδελφέ Κρισπίνε..., απαιτώ από εσάς και σας συμβουλεύω να αποξενωθείτε από κάθε κοσμική ηδυπάθεια και πλάνη· διότι είναι σφαλερή και αδύναμη η δόξα του κόσμου, η οποία ανθεί για λίγο και αμέσως μαραίνεται σα χόρτο, αφού δέχτηκε το τέλος της γρηγορότερα από ότι την αρχή της. Προστρέξατε στον φιλάνθρωπο Θεό, ο οποίος παρέχει πλούτο άφθονο σ΄ αυτούς που τον πλησιάζουν και βραβεύει με την αιώνια ζωή αυτούς που τον πιστεύουν.
2. Ο χρόνος αυτός (δηλαδή η παρούσα ζωή) είναι κατάλληλος προς σωτηρία, γι΄ αυτούς που θέλουν να σωθούν, αφού παρέχει άφθονη την προθεσμία για μετάνοια, οποιαδήποτε όμως πρόφαση για αναβολή της μετανοίας στο απώτερο μέλλον την εξαλείφει· διότι η μεταβολή της ζωής είναι απρόβλεπτη. Αν όμως γνώρισες, δες το συμφέρον και φρόντισε να δείξεις σ΄ αυτή τη ζωή το σεβασμό σου προς τις εντολές του Θεού, για να μπορέσεις να διαγράψεις το χειρόγραφο των προηγουμένων αμαρτιών σου, εφ΄ όσον βέβαια βρεθείς να τηρείς τις εντολές του Θεού. Διότι λέγει, όπου σε βρω, εκεί και θα σε κρίνω.
3. Φροντίστε λοιπόν να βρεθείτε άμεμπτοι ως προς την τήρηση των εντολών του Χριστού, για να αποφύγετε το ακοίμητο και αιώνιο πυρ· διότι «ο καιρός (της παρούσης ζωής) έχει συντομεύσει», βοά η φωνή του Θεού από παλιά.
4. Προ πάντων λοιπόν να τιμήσετε την αγάπη· διότι αυτή μόνη της τιμάει το δίκαιο της φιλαδελφείας με το να πειθαρχεί στο Θεό· αφού μέσω του αδελφού τον οποίο βλέπουμε, τιμάται ο αόρατος Θεός· και ως προς μεν τους αδελφούς που προέρχονται από την ίδια μήτρα, είναι αρκετή η ονομασία που τους αποδίδεται για να βεβαιωθεί ότι όντως είναι τέτοιοι (δηλ. αδελφοί), ως προς όλους όμως τους φίλους του Χριστού, χρειάζεται και η συγκατάθεσή τους και η προαίρεσή τους· γι΄ αυτό ο Άγιος Σωτήρ ημών και Θεός έλεγε ότι εκείνοι είναι αδελφοί μεταξύ τους, όχι όσοι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της φύσεως, αλλά όσοι μέσω των εναρέτων πράξεων συνάπτονται με την πίστη και εκπληρώνουν το θέλημα του Πατρός ημών του επουρανίου.
γ) Χαιρετίζουμε τον πρεσβύτερο Φίλιππο και τον Προκλιανό και το Διογένη μαζί με την Αγία Εκκλησία. Χαιρετίζουμε τον κύριο Προκλιανό, που είναι στο χωριό Φυδελά, μαζί με την Αγία Εκκλησία και τους συγγενείς του, τον πατέρα μας Ιη και τον Ουάλη μαζί με την Εκκλησία. Χαιρετίζω κι εγώ ο Μελέτιος τους συγγενείς μου Λουτάνιο, Κρίσπο και Γόργιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ελπίδιο μαζί με τους συγγενείς του, τον Υπερέχιο μαζί με τους συγγενείς του.
2. Χαιρετίζουμε και αυτούς που είναι στο χωριό Σαρείμ, τον πρεσβύτερο μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς τους. Το Μάξιμο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ησύχιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Κυριακό μαζί με τους συγγενείς του. Χαιρετίζουμε τους αδελφούς μας στο Χαδου..., όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζουμε και τους αδελφούς μας στη Χαρισφώνη, όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζω και εγώ ο Αέτιος τους συγγενείς μου Μάρκο και Ακυλίνα, και τον πρεσβύτερο Κλαύδιο και τους αδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο και Κρίσπο και τις αδελφές μου και τη σύζυγό μου Δόμνα μαζί με το παιδί μου.
3. Χαιρετίζω κι εγώ ο Ευτύχιος τους γνωστούς μου στα Ξίμαρα, τη μητέρα μου Ιουλία και τους αδελφούς μου Κύριλλο, Ρούφο και Ρίγλο και Κυρίλλα· και τη νύμφη μου Βασιλεία και τους Διακόνους Κλαύδιο και Ρουφίνο και Πρόκλο. Χαιρετίζουμε και τους δούλους του Θεού Σαπρίκιο, το γιο του Αμμωνίου, και Γενέσιο, και την Σωσσάνα μαζί με τους Συγγενείς της.
4. Σας χαιρετίζουμε λοιπόν όλους εσάς, τους κυρίους μας, εμείς όλοι οι Τεσσαράκοντα αδελφοί και συνδέσμιοι Μελέτιος, Αέτιος, Ευτύχιος, Κυρίων, Κάνδιδος, Αγγίας, Γάϊος, Χουδίων, Ηράκλειος, Ιωάννης, Θεόφιλος, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Γοργόνιος, Κύριλλος, Σεβηριανός, Θεόδουλος, Νικόλαος, Φλάβιος, Ξανθίας, Ουαλέριος, Ησύχιος, Δομετιανός, Δόμνος, Ηλιανός Λεόντιος, ο και Θεόκτιστος, Ευνοϊκος, Ουάλης, Ακάκιος, Αλέξανδρος, Βικράτιος, ο και Βιβιανός, Πρίσκος, Σακερδών, Εκδίκιος, Αθανάσιος, Λυσίμαχος, Κλαύδιος, Ίλης και Μελίτων. Εμείς λοιπόν οι Τεσσαράκοντα δέσμιοι του Κυρίου Ιησού Χριστού, υπογράψαμε με το χέρι ενός από εμάς, του Μελετίου, και επικυρώσαμε όλα όσα έχουν γραφτεί παραπάνω, και αυτή η διαθήκη άρεσε σε όλους μας. Μέσα από την ψυχή μας και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, ευχόμαστε να επιτύχουμε όλοι τα αιώνια αγαθά του Θεού και τη Βασιλεία Του, τώρα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν».
Με συγκίνηση και αγαλλίαση άκουσαν όλοι από το στόμα του σεβαστού Ποιμένα τους τη Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Δεν τους στενοχωρούσε το γεγονός ότι τα Άγια Λείψανα τους θα πήγαιναν στο χωριό Σαρείμ για να ενταφιασθούν. Θα αποχωρίζονταν βέβαια έναν τέτοιο πνευματικό θησαυρό, ήταν όμως χαρούμενοι γιατί θα έκαναν υπακοή στη βαθιά επιθυμία των Αγίων Τεσσαράκοντα να μείνουν ενωμένοι και μετά το θάνατό τους. Πραγματικά, ήταν θέλημα Θεού αυτοί που ήταν ενωμένοι στη ζωή και αργότερα στο μαρτυρικό τους θάνατο, να παραμείνουν ενωμένοι σωματικά και μετά το θάνατό τους.
Κάπου εδώ όμως η διήγησή μας έχει φτάσει στο τέλος της. Οι Άγιοι ας πρεσβεύουν για όλους μας ώστε τουλάχιστον να μπορέσουμε να οσφρανθούμε το πνευματικό άρωμα του ενδόξου μαρτυρίου τους. Αμήν.

Απο :www.imsamou.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...