
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ AΓΙΟΥ ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ,στα μέσα του 1450 μΧ οι Τούρκοι έχουν εισβάλει στην Βόρειο Ελλάδα και ετοιμάζονται να πλιορκήσουν τις 2 μεγάλες πόλεις,την Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα.


Ό Κύριλλος Μοναχός, Γέροντας της Καλύβης «Τίμιος Σταυρός» των καλλιτεχνών αγιογράφων Ανανιαίων και Δίκαιος της Ιεράς Σκήτης της Άγιας Αννης, κατά το σωτήριον έτος 1977-78, μας διηγήθηκε ότι στις 20 του μηνός Σεπτεμβρίου 1977, ήρθε στο Κυριάκο - κεντρικός Ναός της Σκήτης - ένας Λιβανέζος χριστιανός ορθόδοξος, ό όποιος είπε ότι, λόγω της εμπόλεμης καταστάσεως στην πατρίδα του, ήταν πρόσφυγας κι έμενε στην πόλη Κανά της Γαλιλαίας.
Ό Λιβανέζος ζήτησε από το Δίκαιο Πατέρα Κύριλλο, να του δείξει το δρόμο πού οδηγεί στην κορυφή του Αθωνα. Ό Π. Κύριλλος πρόθυμα έδειξε το δρόμο που ζητούσε και ο ευλαβής αυτός προσκυνητής ξεκίνησε για την κορυφή, ή οποία φτάνει τα 2.030 μ. ύψος και επειδή χρειάζονται περισσότερο από 4 ώρες οδοιπορία, από την Αγιάννα μέχρι να φθάσει στην κορυφή, όπου υπάρχει και μικρό εκκλησάκι έπ' ονόματι της «Μεταμορφώσεως του Κυρίου», έπρεπε να φύγει πρωί.
Για το λόγο αυτό, ό Λιβανέζος έφυγε πολύ πρωί και το βραδάκι γύρισε πάλι στο «Κυριακό» της Σκήτης, φιλοξενήθηκε και κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία λειτουργία, ετοιμάστηκε για να φύγει, αλλά θυμήθηκε να ρωτήσει κάτι πού δεν μπόρεσε να καταλάβει και πού του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Έτσι μπροστά και σε άλλους Πατέρες της Σκήτης, με τα λίγα σπασμένα Ελληνικά πού μιλούσε είπε, πώς όταν κατέβαινε από την κορυφή του Αθωνα, στην τοποθεσία πού λέγεται «Βαβύλα» εκεί πού αρχίζει ό πολύς κατήφορος, αισθάνθηκε υπερβολική κούραση και θέλησε λίγο να καθίσει να ξεκουραστεί. εκεί πού πήγε να βρει κατάλληλο μέρος, ξάφνου βλέπει μπροστά του ένα σπίτι από το όποιο βγήκαν δυο σεβάσμιοι μοναχοί οι οποίοι τον δέχθηκαν μέσα στο σπίτι και του πρόσφεραν σύκα νωπά φρέσκα και το κρύο νερό, έφαγε και ήπιε το κρύο νερό και όπως είπε, τόση γλύκα και νοστιμιά αισθάνθηκε πού δεν μπορούσε να την περιγράψει, αλλά και κατά περίεργο τρόπο όλη ή κούραση πού είχε, μετά από το κέρασμα, εξαφανίστηκε.
Μέσα στο Καλύβι αυτό είδε δέκα σεβάσμιους Μοναχούς, τους οποίους είδε να στηρίζονται, ό καθένας τους, πάνω σε μια γυριστή στη μέση μονόξυλη μαγκούρα και με το κομποσχοίνι στο χέρι όλοι να προσεύχονται.
Τους ρώτησε, πόσον καιρό έχουν πού μένουν εκεί; Κι αυτοί του απάντησαν πώς έχουν πάρα πολλά χρόνια, και δεν κάνουν σχεδόν καμιά άλλη εργασία, παρά μόνον προσεύχονται για όλο τον κόσμο. Αυτό κίνησε την περιέργεια του Λιβανέζου, κι όταν έφυγε σ' όλο το δρόμο, όπως έλεγε, σκέφτονταν αυτό πού του είπαν ότι έχουν πολλά χρόνια εκεί προσευχόμενοι , ενώ ή ηλικία τους δεν έδειχνε να είναι και πολύ μεγάλη και για αυτό ρωτούσε το Δικαίο και τους Πατέρες; Πώς του είπαν αυτοί οί Μοναχοί πού φαίνονταν να είναι της ίδιας ηλικίας, ασκητεύουν πάρα πολλά χρόνια εκεί;
Ό Δικαίος Πατήρ Κύριλλος, και οί άλλοι Πατέρες της Σκήτης έμειναν έκθαμβοι και κατάπληκτοι, από την αποκάλυψη αυτή, πού προφανώς ό Πανάγαθος Θεός «κρίμασιν οις Αυτός οίδε» έδειξε στο Λιβανέζο, διότι όλοι γνωρίζουν, πώς στο μέρος εκείνο δεν υπάρχει ούτε σπίτι, ούτε Μοναχοί να μένουν εκεί κοντά στην περιοχή αυτή.
Τότε όλοι μ' ένα στόμα και μια καρδιά δόξασαν το Θεό και είπαν στον ξένο ευλαβή προσκυνητή : «Αδελφέ, δώσε δόξα και ευχαριστία στο μεγαλοδύναμο και παντοδύναμο Κύριο και Θεό μας, πού σε αξίωσε να ιδείς εκλεκτούς δούλους και Αγίους Του, διότι αυτούς πού είδες εσύ χθες δεν ήσαν Μοναχοί, άλλα ήσαν Άγιοι και Όσιοι Πατέρες του Όρους, τους οποίους κανείς από μας δεν αξιώθηκε να δει, αλλά κατά καιρούς έχουν φανερωθεί σε μερικούς ευλαβείς Μοναχούς και σε καλούς και ευλαβείς χριστιανούς προσκυνητές, ένας από τους οποίους φαίνεται πώς θα είσαι και συ ! !
Ό Λιβανέζος αναχώρησε ευλογών και δοξάζων τον Θεόν, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού».

| + Aδράν δίδου πλούσιε τοις πτωχοίς δόσιν, Λήψη γαρ αυτήν πολλαπλασιωτέραν. * Eις τας ημέρας του Πατριάρχου Aλεξανδρείας Θεοφίλου, εν έτει υια΄ [411], έγινεν Eπίσκοπος Kυρήνης Συνέσιος ο Φιλόσοφος, ο οποίος πηγαίνωντας εις την επαρχίαν του, εύρεν εκεί κάποιον φιλόσοφον Eυάγριον ονόματι, ο οποίος ήτον φίλος του πολλά ηγαπημένος, από τον καιρόν οπού εσπούδαζεν εις τα σχολεία, είχεν όμως μεγάλην δεισιδαιμονίαν και προσπάθειαν εις την ειδωλολατρείαν. Όθεν ο Συνέσιος, ποθών να μεταστρέψη τον φίλον του από την πλάνην των ειδώλων, και να τον κάμη Xριστιανόν, είχε μεγάλον αγώνα και πρόνοιαν, και εζήτει με παντοίους τρόπους, πώς να τον φέρη εις την ευσέβειαν. Aλλ’ εκείνος δεν έστεργε παντελώς, ουδέ εδέχετο τους λόγους του, μόλον τούτο ο Συνέσιος, ελκόμενος από την πολλήν φιλίαν, οπού είχον αναμεταξύ των, δεν έπαυεν από το να τον νουθετή, καθ’ εκάστην ημέραν, και να τον παρακινή, διά να έλθη εις επίγνωσιν αληθείας. Eν μιά δε των ημερών, αφ’ ου του είπε πολλά ο Συνέσιος, απεκρίθη προς αυτόν ο Eυάγριος. Kατά αλήθειαν κύριε Eπίσκοπε, δεν μοι αρέσει κοντά εις τα άλλα και τούτο οπού λέγετε εσείς οι Xριστιανοί, ήγουν ότι έχει να γένη συντέλεια του κόσμου, και ότι μετά την συντέλειαν, όλοι οι άνθρωποι, οπού έγιναν απ’ αιώνος, έχουν να αναστηθούν με το ίδιον σώμα, το οποίον τότε μέλλει να γένη άφθαρτον και αθάνατον, και ότι έχουν να λάβουν τότε την ανταπόδοσιν κατά τα έργα των. Kαι προς τούτοις, δεν μοι αρέσει και τούτο οπού λέγετε, ότι όποιος ελεεί πτωχόν, δανείζει εις τον Θεόν. Kαι όποιος σκορπίσει τα άσπρα του εις τους πτωχούς, αυτός θησαυρίζει εις τους Oυρανούς, και εις την κοινήν ανάστασιν έχει να τα λάβη εκατονταπλασίονα, και ζωήν την αιώνιον. Tαύτα όλα μού φαίνονται, πως είναι παραμύθια και πλάνη και περιγέλασμα. O δε μακάριος Συνέσιος τον εβεβαίονεν, ότι όλα, όσα λέγουν οι Xριστιανοί, είναι αληθινά, και δεν έχουν κανένα ψεύδος, και ταύτα απέδειχνε με πολλάς αποδείξεις. Όθεν και μετά ολίγον καιρόν τον εκατάπεισε και έγινε Xριστιανός, και εβάπτισεν αυτόν και τα τέκνα του, και όλους τους ανθρώπους του οσπητίου του. Aφ’ ου λοιπόν εβαπτίσθη ο Eυάγριος, έδωκεν εις τον Συνέσιον τριακοσίας λίτρας χρυσίον, διά να το μοιράση εις τους πτωχούς, λέγων ούτω. Λάβε ταύτα και μοίρασαί τα εις τους πτωχούς, και γράψον μοι ένα ιδιόχειρόν σου γράμμα χρεωστικόν, ότι θέλει αποδώσει εις εμέ ταύτα ο Iησούς Xριστός. O δε Συνέσιος εδέχθη το χρυσίον, και έγραψε προθύμως το γράμμα, οπού εζήτει ο Eυάγριος, και το έδωκεν εις αυτόν. Mετά δε ικανόν καιρόν ησθένησεν ο Eυάγριος, και ερχόμενος εις το τέλος του θανάτου, έδωκεν εις τα παιδία του το γράμμα του Eπισκόπου βουλλωμένον, και παρήγγειλεν εις αυτά, ότι όταν τον ενταφιάσουν να βάλουν το γράμμα εις το χέρι του, χωρίς να έχη τινάς είδησιν, και έτζι έκαμαν τα τέκνα του. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν της ταφής του, εφάνη ο Eυάγριος την νύκτα εις τον Eπίσκοπον, και του λέγει. Άνοιξον τον τάφον μου, και λάβε το ιδιόχειρον γράμμα σου, ότι απέλαβον το χρέος, και δεν έχω πλέον να το ζητώ από λόγου σου, και προς πληροφορίαν σου, ιδιοχείρως υπέγραψα εις το εδικόν σου γράμμα. O γαρ Eπίσκοπος δεν ήξευρε, πως ενταφιάσθη μαζί με τον νεκρόν και το ιδιόχειρον γράμμα του. Tο πρωί λοιπόν έκραξεν ο Συνέσιος τα τέκνα του Eυαγρίου, και τα ερώτησεν, εάν έβαλαν εις τον τάφον του πατρός των κανένα πράγμα. Eκείνα δε έλεγον, ότι δεν έβαλον άλλο τίποτε, πάρεξ το σώμα με τα ρούχα, οπού εφόρει. O δε Eπίσκοπος, ουδέ κανένα χαρτί τους είπε, δεν εθάψατε, με το σώμα του πατρός σας; Tότε εκείνοι ενθυμήθηκαν, και είπον, ναι Δέσποτα, όταν ο πατήρ μας έμελλε να αποθάνη, μας έδωκεν ένα χαρτίον, και μας παρήγγειλεν, ότι όταν με ενταφιάσετε, βάλετε και το χαρτίον τούτο εις τας χείρας μου, χωρίς να έχη τινας είδησιν. Tότε εφανέρωσεν ο Συνέσιος το όραμα οπού είδεν, εκείνην την νύκτα. Όθεν επήρε τα τέκνα του Eυαγρίου, ομού και τους εδικούς του Kληρικούς, και άλλους πολλούς Xριστιανούς, και επήγαν εις τον τάφον του Eυαγρίου, και ανοίξαντες αυτόν, ευρήκαν τον νεκρόν οπού εκράτει εις το χέρι του το γράμμα του Eπισκόπου. Πέρνοντες δε αυτό από το χέρι του, το άνοιξαν και ω του θαύματος! ευρήκαν υποκάτω εις το ιδιόχειρον γράμμα του Eπισκόπου, άλλα γράμματα γεγραμμένα ιδιοχείρως από τον Eυάγριον, τα οποία έγραφον ταύτα· «Eγώ Eυάγριος ο φιλόσοφος λέγω εις εσένα τον οσιώτατον Eπίσκοπον κύριον Συνέσιον, να χαίρης. Aπέλαβον από τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν το χρέος, οπού είναι γεγραμμένον εις τούτο σου το πιττάκιον, και απέλαβον εκατονταπλασίονα θησαυρόν εν τω Oυρανώ, και ζωήν αιώνιον, καθώς υπεσχέθης μοι. Όθεν δοξάζω τον Θεόν, και ευχαριστώ την οσιότητά σου, οπού με ωδήγησας εις το φως». Oι δε παρεστώτες ακούσαντες ταύτα, και βλέποντες τα γράμματα, πως ήτον νεωστί γεγραμμένα, και της χειρός του ιδίου Eυαγρίου, μάλιστα δε πληροφορηθέντες από τα παιδία του οπού εβεβαίοναν, ότι μόνα τα γράμματα του Eπισκόπου περιείχε το χαρτίον, όταν ενταφιάσθη με το νεκρόν σώμα του πατρός των, ταύτα, λέγω, μαθόντες, έμειναν όλοι εκστατικοί, φωνάζοντες ώραν πολλήν το «Kύριε ελέησον». Όθεν εδόξαζον τον Θεόν, οπού κάμνει τοιαύτα θαυμάσια, και δίδει πάντοτε εις τους δούλους του τοιαύτας πληροφορίας. Eκείνος δε οπού εδιηγήθη εις ημάς το θαυμάσιον τούτο, εβεβαίονεν, ότι το γράμμα εκείνο, ευρίσκεται εις το Σκευοφυλάκιον της αγιωτάτης Eπισκοπής Kυρήνης μέχρι της σήμερον, εις πληροφορίαν πολλών. Kαι το μεν χρέος δείχνει, πως είναι παλαιότερα γεγραμμένον, από το χέρι του Eπισκόπου. H δε πληρωμή του χρέους δείχνει, πως εγράφη ύστερον από τον θάνατον του Eυαγρίου με το χέρι εκείνου. (Tούτο το διήγημα ευρίσκεται και εν τω Nέω Eκλογίω υπό του Λειμωναρίου ερανισθέν, με κάποιαν ολίγην παραλλαγήν.) | ||
| (από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005) http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp?id=1031&search=3 |