Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Η εμβέλεια της προσευχής του Γέροντος Προφυρίου

Η εμβέλεια της προσευχής του Παππούλη

Είχα, παιδί μου , Ανάργυρε, μου είπε ο Παππούλης μια ημέρα, έναν πολύ καλό μου φίλο ιερομόναχο, ο οποίος έλαβε εντολή να πάει στην Αμερική να κηρύξει τον λόγο του Θεού. Στεναχωρηθήκαμε και οι δυο γι’ αυτόν τον χωρισμό. Όμως η αρχιεπισκοπή ήταν ανένδοτη. Έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτσι και έγινε.

Την ημέρα που αποχαιρετιστήκαμε, δώσαμε υπόσχεση, ενώπιον του Θεού, ο ένας να προσεύχεται, για τον άλλον σε όλη μας την ζωή. Από την πρώτη κι’όλας βραδιά, εγώ άρχισα να προσεύχομαι για τον φίλο μου. Και εκείνος μου έγραφε ότι έκανε το ίδιο για μένα. Όμως, στα επόμενα γράμματα του, έκανε λόγο για τρομερές δονήσεις, που αισθανόταν κατά την ώρα του ύπνου. Νόμιζε πως ηλεκτρονικό ρεύμα, μεγάλης εντάσεως, διαπερνούσε το σώμα του από τα νύχια ως την κορυφή. Ήταν Δε τόσο μεγάλη η ένταση αυτή, ώστε δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζετο κάθε βράδυ και ο ύπνος του είχε γίνει δύσκολος. Στην αρχή υπέθεσε, ότι οι ταραχές αυτές οφείλονταν στις κλιματολογικές διαφορές, που υφίστανται μεταξύ του κλίματος της χώρας μας και της Αμερικής. Αλλά, όταν είδε, ότι, προϊόντος του χρόνου, αντί να μειώνονται αύξαναν, άρχισε να ανησυχεί. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να ενημερώσει τηλεφωνικώς τον Παππούλη και να ζητήσει την γνώμη του. Ο Παππούλης, όμως τον καθησύχασε αμέσως. Δεν είναι τίποτα του είπε. Απλώς ξέχασες την υπόσχεση που δώσαμε, όταν χωρίσαμε, ότι ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο. Τι ώρα αισθάνεσαι αυτά που μου λές; Τον ρώτησε. Και εκείνος του απάντησε.: Το βράδυ που κοιμάμαι την τάδε ώρα. Ε, εσείς αυτήν την ώρα που εσείς έχετε νύχτα εκεί, εμείς εδώ έχουμε πρωί και είναι η ώρα που εγώ προσεύχομαι για σένα. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού, που κάνει την προσευχή μου να φθάνει μέχρις στην Αμερική! Κάνε και εσύ το ίδιο για μένα γιατί είμαι αμαρτωλός, του είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο.

Εδώ πρέπει να πούμε, απαντώντας στους αναγνώστες που τυχόν διερωτηθούν γιατί είχε αυτό το ενοχλητικό για τον ιερομόναχο αποτέλεσμα η προσευχή του Παππούλη, ότι, όπως φαίνεται από τα ίδια τα λεγόμενα του Γέροντος, η ενόχληση, που αισθάνθηκε ο ιερομόναχος στην Αμερική οφειλόταν στο ότι είχε ξεχάσει να προσεύχεται την ώρα που είχαν συμφωνήσει. Προφανώς αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο ιερομόναχος εκείνη την ώρα συμπροσευχόταν με τον Γέροντα. Πρέπει, όμως να προσθέσουμε και κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό που ακούσαμε και διασταυρώσαμε την αλήθεια του. Μια νύχτα ο ιερομόναχος αυτός αισθάνθηκε να κρυώνει και ξύπνησε και βρήκε την πόρτα του δωματίου του ανοιχτή. Παραξενεύτηκε γιατί ήταν βέβαιος ότι την είχε κλείσει, όπως συνήθιζε και, αφού την ξαναέκλεισε, ξανακοιμήθηκε. Όταν μετά από μερικές μέρες τηλεφωνήθηκε με τον παππούλη, ο παππούλης του είπε ότι πάει και τον βλέπει που κοιμάται και δεν προσεύχεται. Ο ιερομόναχος δυσπίστησε, σκεπτόμενος ότι ήταν αδύνατο να πηγαίνει ο παππούλης στην Αμερική να τον βλέπει και τότε ο παππούλης του είπε απλά: Ναι, ήρθα και σε είδα και σου άφησα και την πόρτα ανοικτή.(!) Ο ιερομόναχος βέβαια έμεινε εμβρόντητος, σαν να τον κτύπησε κεραυνός. Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου! Ποιος μπορούσε πια να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του παππούλη;

Σχετικά με την προσευχή του Παππούλη έχουμε ακούσει από πολλές ψυχές ότι αισθανόντουσαν την προσευχή του γι’ αυτές ως γαλήνη και παραμυθία, ως ανακούφιση και χαρά, ως ένα αίσθημα μακαριότητας και ειρήνης, κάτι που έδιωχνε κάθε στεναχώρια, κάθε άγχος, κάτι που δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς και διάθεσης προσευχής και δοξολογίας του Θεού. Μια μάλιστα κυρία (Χ.Χ.) που είχε πρόσφατα χηρέψει, διηγείται στο βιβλίο του Κλ. Ιωαννίδη «Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, μαρτυρίες και εμπειρίες» που κυκλοφορεί σε πέμπτη έκδοση, ότι το απόγευμα της ίδιας μέρας, που ανακοίνωσε στο Γέροντα το θάνατο της συζύγου της, ενώ βρισκόταν στο σπίτι της ένιωσε ξαφνικά να φεύγει όλο το βάρος από την ψυχή της και ν’ αναβλύζει από μέσα της μια χαρά, τόσο που σταυροκοπήθηκε και είπε: «Θεέ μου είναι λογική αυτή η αντίδραση μου;» Συνεχίζει Δε ότι μετά έμαθε -και διασταύρωσε αυτήν την πληροφορία –ότι εκείνη ακριβώς την ώρα, που αισθανόταν έτσι, ο Γέρων Πορφύριος προσευχόταν γι’ αυτήν.

Μια άλλη κυρία διηγήθηκε σε αξιόπιστο πρόσωπο, από το οποίο εμείς το ακούσαμε, ότι, όταν παρακάλεσε το Γέροντα Πορφύριο να τη βοηθήσει για κάποιο πρόβλημα της, της υπέδειξε να κάνουν μαζί προσευχή στις 10 το βράδυ. Όταν Δε αυτή του είπε αυτήν την ώρα δεν μπορεί, γιατί η οικογένεια την απασχολεί, της πρότεινε να συμπροσεύχονται (αυτή βέβαια από το σπίτι της) στις 4 το πρωί. Κι όταν του είπε ότι αυτήν την ώρα δυσκολεύεται να ξυπνήσει και ότι δεν μπορεί να βάλει ξυπνητήρι, γιατί θα ενοχλήσει την οικογένεια, της είπε ότι θα πηγαίνει αυτός να την ξυπνάει. Πράγματι, λοιπόν, όπως είπε, κάθε πρωί στις 4 η ώρα αισθανόταν ένα ελαφρύ άγγιγμα ή σκούντημα στον ώμο και καταλάβαινε ότι ήταν η ειδοποίηση του Γέροντος. Ήταν μια ευχάριστη ειδοποίηση, χωρίς ταραχή η ενόχληση.

Ένας άλλος φίλος μας αφηγήθηκε ότι, όταν το βράδυ ο Γέροντας προσηύχετο γι’ αυτόν, αισθανόταν, μερικές φορές, ένα αίσθημα ειρήνης ψυχικής και ελαφρότητας σωματικής, σαν να ήθελε το σώμα του να σηκωθεί από το κρεβάτι, χωρίς όμως να μετακινείται πραγματικά.

Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση που είχε αφηγηθεί σε ένα φίλο μας ο ίδιος ο Γέροντας, κάποιου που χρωστούσε χρήματα, και για τον οποίο προσευχήθηκε ο Γέροντας, κατόπιν παρακλήσεως του δικαιούχου, να τον φωτίσει ο Θεός να τα επιστρέψει. Αυτός, μη θέλοντας να πληρώσει το χρέος του, ενοχλήθηκε από την προσευχή του Γέροντος και του ζήτησε να παύσει να προσεύχεται γι’ αυτόν. Εδώ όμως πρόκειται για τύψεις συνειδήσεως, που ξεσηκώθηκαν από την υπόμνηση της κατακρατήσεως των ξένων χρημάτων.

Έτσι φαίνεται ότι σε σπάνιες περιπτώσεις εκείνος για τον οποίο ο Γέροντας προσευχόταν, αισθανόταν κάποια ενόχληση, κάτι σαν έντονη υπόμνηση. Αυτό βέβαια συνέβαινε όταν εκείνος δεν είχε κάνει κάτι που έπρεπε να είχε κάνει.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας.

Δεν πέρασε ούτε ένα 20ήμερο και ο Παππούλης πήρε άλλο τηλεφώνημα από τον φίλο του ιερομόναχο, ο οποίος, ούτε λίγο, ούτε πολύ, τον θερμοπαρακαλούσε να πάψει να προσεύχεται γι’ αυτόν, γιατί τον άφηνε άυπνο και δεν μπορεί την ημέρα να εργαστεί και κινδυνεύει να θεωρηθεί από την εκεί Εκκλησία, σαν ράθυμος και αδιάφορος. Ο παππούλης του το υποσχέθηκε και πράγματι, έπαψε να προσεύχεται γι’ αυτόν και εκείνος, όπως είπε στον Παππούλη, δεν ξανααισθάνθηκε ποτέ πια τα αποτελέσματα της δυνάμεως της προσευχής του Παππούλη, η εμβέλεια της οποίας έφτασε μέχρι την Αμερική!

Πρέπει να ξανακάνουμε όμως παρέκβαση για να αποσαφηνίσουμε το θέμα ώστε να μη δημιουργηθεί καμμιά παρεξήγηση.

Εδώ κρύβεται ένα μεγάλο μυστήριο που χρειάζεται μεγάλη ανάπτυξη. Είναι το μυστήριο του κόπου που αναπαύει και της ανέσεως που καταστρέφει. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός ασκητού από το Γεροντικό. «Απέρχομαι όπου εστί κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυσιν» δηλαδή πηγαίνω εκεί όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ξεκούραση. (Αββάς Ποιμήν, μδ΄, Γεροντικόν, επιμέλεια Π.Β. Πάσχου, εκδ. Αστήρ, σελ. 87). Και ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Ο Θεός και οι άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσι, ο Δε διάβολος και οι εργάται αυτού εν αναπαύσει». Και αλλού: «Ουδείς μετ’ ανέσεως ανήλθεν εις τους ουρανούς». Είναι όπως ο αθλητής που θέλει να νικήσει στους αγώνες. Αρέσκεται στον κόπο των προπονήσεων, γιατί αποβλέπει στο βραβείο της νίκης. Ο Γέροντας το ήξερε αυτό εκ πείρας και από αγάπη, ήθελε να οδηγήσει και το φίλο του τον ιερομόναχο στην ουράνια ανάπαυση, που περνάει μέσα από τον πρόσκαιρο κόπο. Του υπενθύμιζε λοιπόν οχληρά την ώρα της προσευχής, σαν να του έλεγε: Άφησε καημένε τον ύπνο και έλα να προσευχηθούμε μαζί, όπως έχουμε συμφωνήσει και θα μπεις στα μυστήρια του Θεού και θα νιώσεις μια άλλου είδους ανάπαυση. Βέβαια ο ιερομόναχος εκείνος ανθρώπινα σκεπτόμενος, υπολόγιζε ότι για να εργαστεί την άλλη ημέρα, έπρεπε να είναι ξεκούραστος. Το μυστικό του Γέροντος όμως ήταν ότι όταν κατέλθει η Χάρις, δεν μετράει η κούραση. Ίσως μάλιστα ο μεγαλύτερος κόπος που γίνεται από θείο έρωτα, από αγάπη προς τον δεσπότη Χριστό, προσελκύει περισσότερη χάρη, και έτσι ο αγρυπνήσας την νύχτα στην προσευχή, μπορεί την άλλη μέρα, παρά τη σωματική κούραση του, να εργαστεί καλύτερα μέσα στην εκκλησία για τους συνανθρώπους του. Γιατί θα εργάζεται μαζί του η θεία Χάρις. Ενώ όταν είναι ξεκούραστος στο σώμα και χορτάτος στον ύπνο, θα εργάζεται μόνο με τις δικές του πτωχές δυνάμεις. Εφ’ όσον λοιπόν ο ιερομόναχος αυτός δεν «έπιασε» το μήνυμα του Παππούλη και προτίμησε, με την ανθρώπινη λογική του την αντίθετη άποψη, μοιάζει σαν τον αθλητή που προτιμά τον ύπνο από την προπόνηση για να είναι τάχα ξεκούραστος και να αποδώσει στους αγώνες. Εν τούτοις ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανένα και γι’ αυτό ο Γέροντας, εφ’ όσον δεν έγινε δεκτή η προσφορά του, και παρακλήθηκε «να μην ενοχλεί»,την απέσυρε. Έτσι βέβαια ο ιερομόναχος εκείνος έμεινε τότε μόνος και εργαζόταν ως άνθρωπος. Δεν γνωρίζουμε πως εξελίχτηκε. Ελπίζουμε όμως ότι αργότερα θα κατάλαβε το νόημα της οχλήσεως του Παππούλη και θα επωφελήθηκε απ’ αυτήν.

Όλα τα ανωτέρω υποχρεώθηκε να μου τα διηγηθεί ο Παππούλης, γιατί εκείνο το καλοκαίρι,(πριν από 25 χρόνια περίπου), συνέβη και εγώ να υποστώ… τις ίδιες ταλαιπωρίες, από τις προσευχές του αγαπημένου μου Παππούλη. Ήταν Αύγουστος μήνας θυμάμαι, που αποφασίσαμε με ένα φιλικό μου ζευγάρι, να περάσουμε τις διακοπές μας στην λουτρόπολη της Αιδηψού. Πριν φύγω, πήγα να χαιρετήσω τον Παππούλη μου, όπως έκανα συνήθως, και να πάρω την ευχή του. Παράλληλα τον ρώτησα εάν προβλέπει, πως θα περάσω τις διακοπές. Μου απάντησε ότι θα περάσεις καλά, γιατί εγώ θα προσεύχομαι συνεχώς. Το απόγευμα της ίδιας μέρας βρεθήκαμε στην Αιδηψό και εγκατασταθήκαμε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο και το ρίξαμε έξω και λησμονήσαμε την προσευχή και όλα εν γένει τα θρησκευτικά μας καθήκοντα. Το βράδυ κοιμήθηκα και αισθάνθηκα να κουνιέται το κρεβάτι μου τόσο δυνατά, που νόμιζα ότι έκανε σεισμό. Ξύπνησα έντρομος και φώναξα δυνατά: σεισμός, σεισμός, ενώ παράλληλα κρατιόμουν από το κρεβάτι, για να μην πέσω κάτω και σκοτωθώ. Παρατήρησα όμως ότι κανείς δεν ξύπνησε από τα διπλανά δωμάτια, αλλά ούτε και από τους άλλους ορόφους. Το γεγονός αυτό με ανησύχησε περισσότερο. Παρέμεινα για πολλή ώρα άυπνος. Όταν ξανακοιμήθηκα, αισθάνθηκα πάλι τα ίδια και επιπλέον αισθανόμουν να διαπερνά το σώμα μου κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα! Αυτό μου συνέβη πολλές φορές. Το πρωί ρώτησα τον φίλο μου τον γιατρό και την σύζυγό του, εάν κατάλαβαν τους σεισμούς που έγιναν το βράδυ και αυτοί γελούσαν! Τα ίδια συνέβαιναν και τα άλλα βράδια και οι διακοπές μου κατάντησαν σκέτο μαρτύριο. Οπότε, ένα βράδυ βλέπω στον ύπνο μου, ότι ήμουν στην Εκκλησία του αγίου Νικολάου, (μάλλον στα Καλλίσια), και από την εικόνα του Αγίου εκπέμποντο επάνω μου δέσμες εκατομμυρίων πολύχρωμων θεϊκών ακτίνων με υπέρλαμπρο φως και μου προκαλούσαν μια απερίγραπτη θεϊκή αγαλλίαση! Μετά από αυτό το όνειρο, αναγκάστηκα να επικοινωνήσω με τον Παππούλη και του τα έθεσα όλα υπόψη. Μην ανησυχείς, μου λεει. Εγώ σε ταλαιπωρώ με τις προσευχές μου. Ποια ώρα είδες τον Άγιο Νικόλαο στον ύπνο σου; Του είπα την ώρα. Ε, αυτή την ώρα παρακαλούσα τον άγιο για σένα. Να συνεχίσεις τις διακοπές σου, αλλά να μην ξεχνάς να προσεύχεσαι.

Τότε εγώ χαριτολογώντας του είπα: - Παππούλη σας παρακαλώ, εάν θέλετε να συνεχίσω εγώ τις διακοπές μου, πρέπει να σταματήσετε εσείς τις προσευχές σας για μένα. Διαφορετικά, αυτές δεν είναι διακοπές, είναι μαρτύριο…

Ο Παππούλης χαμογέλασε…με αγαθότητα και άπειρη καλοσύνη. Ήθελε και με τον τρόπο αυτό να με οδηγήσει στην πνευματική ζωή. Αλλά εγώ…που να καταλάβω.

Το περιστατικό αυτό μου το υπενθύμισε δυο ώρες πριν φύγει για το τελευταίο του ταξίδι στο Άγιο Όρος και γελάσαμε και οι δυο πολύ δυνατά και με ιδιαίτερη ικανοποίηση. Μακάρι και τώρα να εύχεται, από εκεί που είναι, τόσο έντονα! Θα ήταν για μένα η πιο ευχάριστη ταλαιπωρία…

ΚΩΣΤΑΣ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...