Πως σκέφτηκες εσύ ( ανέφερε το όνομα του χωρίς να τον αξιώσει να τον ονομάσει επίσκοπο) και τολμάς να αντιστέκεσαι εναντίον τόσης εξουσίας , μόνος εσύ από όλους φέρεσαι με τόσην αυθάδεια;
-Γιατί η ερώτηση αυτή; απάντησε ο Βασίλειος. Ποια η απείθεια και η υπεροψία μου; διότι ακόμη δεν μπορώ να εννοήσω;
- Διότι δεν ακολουθείς την θρησκεία του βασιλέως, ενώ όλοι πλέον οι άλλοι υποτάχθηκαν και ηττήθηκαν, λέγει ο ύπαρχος.
- Δεν είναι αρεστά αυτά εις τον δικό μου βασιλιά , απήντησε ο Βασίλειος. Ούτε ενέχομαι να προσκυνώ κάποιο κτίσμα , εφ’ όσον είμαι του Θεού κτίσμα και έχω εντολή, ότι θα είμαι θεός.
- Αλλά εμάς πως μας θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε εμείς που διατάζουμε αυτά; Πως λοιπόν; Δεν θεωρείς μέγα και τιμητικό το να ταχθείς με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους και συντρόφους;
-Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι, απάντησε ο Βασίλειος ότι εσείς είστε ύπαρχοι και επιφανείς , ουδόλως όμως ανώτεροι του Θεού. Και θεωρώ σπουδαία μεν τη φιλία σας (πως όχι; πλάσματα Θεού είστε και εσείς), αλλά θεωρώ σπουδαία τη φιλία και των άλλων Χριστιανών, που είναι ταγμένοι υπό την εξουσία σας. Διότι δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά από την Πίστη.
-Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία ;
-Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω; απάντησε ο Βασίλειος
- Τι θα πάθεις; Ένα από τα πολλά που είναι στην την εξουσία μου.
-Ποια είναι αυτά; Πες μου
-Δήμευση , εξορία, βάσανα, θάνατος.
-Απείλησε με κάτι άλλο, αν υπάρχει. Διότι κανένα από αυτά που ανέφερες δεν μπορεί να με θίξει και να με βλάψει, απάντησε με θάρρος ο Βασίλειος
-Πως είναι δυνατόν και με ποιο τρόπο θα το κατορθώσεις αυτό; ρώτησε ο ύπαρχος
-Διότι, απάντησε ο Βασίλειος, δήμευση περιουσία δεν μπορεί να υποστεί εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρεις τα τρίχινα και φτωχά ενδύματα και τα λίγα βιβλία , από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν γνωρίζω, εφ’ όσον δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος , και ούτε αυτή την πόλη που κατοικώ τώρα θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω ως πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Μάλλον όμως κάθε τόπο τον θεωρώ τόπο του Θεού, στον οποίο εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βάσανα όμως τίποτα δεν μπορούν να κάνουν στον άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λες βάσανο την πρώτη πληγή , με την οποία θα πέσει αυτό το σώμα. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Ο θάνατος όμως θα είναι για μένα ευεργεσία. Διότι θα με στείλει ταχύτερα στο Θεό, με τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και για χάρη του οποίου νεκρώθηκα κατά το πλείστον και προς τον οποίο από πολλά χρόνια σπεύδω να φτάσω.
-Κανείς , είπε μέχρι σήμερα δεν μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόσο θάρρος σε μένα ( και πρόσθεσε το όνομά του.
-Ίσως δεν συνάντησες ποτέ επίσκοπο απάντησε ο Βασίλειος. Διότι αν συναντούσες πραγματικό επίσκοπο, ο οποίος αγωνίζεται για την πραγματική Πίστη, με αυτόν τον τρόπο θα σου απαντούσε. Και πρόσθεσε με θάρρος. :Εμείς , ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλον άνθρωπο, διότι τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε και στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε τα μάτια. Αλλά όπου πρόκειται περί Θεού και τίθεται σε κίνδυνο η Πίστη μας σε αυτόν, όλα τα περιφρονούμε και σε Αυτόν αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες, αυτά για μας είναι μάλλον ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι’ αυτό βρίζε και φοβέριζε και κάνε ότι θέλεις και χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούσει την απάντηση αυτή ο βασιλιάς. Εμένα , πάρε το απόφαση , δεν θα με υποτάξεις ούτε θα με πείσεις να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν απειλήσεις ακόμη με τρομερότερο τρόπο.
Απο:
http://talanto.forumup.gr/about245-talanto.htm
Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης-Ταπείνωση
Εις τι θα μας ωφελήσει εμάς αν μάθουμε ότι η φωνή ήταν του Πατρός ή ο Θεός μιλεί δι' αγγέλου για τό 'να και τ' άλλο. Εις τι θα μας ωφελήσει εις τον δρόμο της σωτηρίας μας, αν γνωρίζουμε αυτό; Εσύ μιλάς θεολογικά. Τι θα μας ωφελήσει; Τίποτε. Θα σε προσβάλω. Άφησες το δρόμο της ταπεινώσεως και πιάνεις υψηλά επίπεδα θεολογικά. Όχι. Άφησε αυτόν το δρόμο κι ακολούθησε το δρόμο της καλογερικής. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Άφησε αυτόν το δρόμο της ερεύνης, διότι...
Ήρθε κάποιος στο σπίτι και λέει: «Πάτερ, το σώμα που μεταλαμβάνομε είναι το Σώμα του Χριστού, το είπανε λέει...» Λέω: «Πάτερ, δεν μπορούμε να θεολογήσουμε, διότι δεν είμαστε θεολόγοι. Μεταλαμβάνουμε Σώμα και Αίμα Χριστού. Περισσότερο δεν μπορούμε να πούμε, μήπως και πέσουμε σε κάνα δογματικό λάθος και θα το βρούμε εμπόδιο μετά το θάνατό μας».
Τέτοια δεν μας ωφελούν, πάτερ. Άφησε αυτόν το δρόμο και πάρε το δρόμο της υπακοής και άφησε τα υψηλά επίπεδα.
Αι θλίψεις γεννούν την ταπείνωση και η ταπείνωση έχει κατόπιν!! Συντρίβεται ο άνθρωπος, συντρίβεται ο άνθρωπος μέσα του.
Απο:
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/monasticism/Efraim.htm
Ήρθε κάποιος στο σπίτι και λέει: «Πάτερ, το σώμα που μεταλαμβάνομε είναι το Σώμα του Χριστού, το είπανε λέει...» Λέω: «Πάτερ, δεν μπορούμε να θεολογήσουμε, διότι δεν είμαστε θεολόγοι. Μεταλαμβάνουμε Σώμα και Αίμα Χριστού. Περισσότερο δεν μπορούμε να πούμε, μήπως και πέσουμε σε κάνα δογματικό λάθος και θα το βρούμε εμπόδιο μετά το θάνατό μας».
Τέτοια δεν μας ωφελούν, πάτερ. Άφησε αυτόν το δρόμο και πάρε το δρόμο της υπακοής και άφησε τα υψηλά επίπεδα.
Απο:
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/monasticism/Efraim.htm
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009
Αρνταβάν ο τέταρτος Μάγος και το μυστικό των άστρων.
Να μια ιστορία για τον Αρταβάν τον τέταρτο μάγο, τον φίλο του Μελχιώρ, του Γάσπαρ και του Βαλτάσαρ που προσκύνησαν τον Χριστό στη Βηθλεέμ.
Οι Τρεις γνωστοί Μάγοι κατοικούσαν στη Βορσίππη της Βαβυλώνας και αποφάσισαν ομόφωνα ότι το ασυνήθιστα φωτεινό ουράνιο σώμα που έβλεπαν από τα παρατηρητήριά τους ήταν το σημάδι της γέννησης ενός βασιλιά που αποφάσισαν να επισκεφθούν. Ο Αρταβάν που κατέγραφε από το παρατηρητήριό του στα Εκβάτανα τις θέσεις του Δία και της Αφροδίτης παρατήρησε μια ασυνήθιστη προσέγγιση μεταξύ τους. Πριν οι δυο πλανήτες πλησιάσουν ακόμα περισσότερο, αποφάσισε να επισκεφτεί τους σοφούς της Βορσίππης για να επωφεληθεί από τη σοφία τους και την πείρα τους.
Ήταν βέβαιο ότι όταν οι δύο πλανήτες θα πλησίαζαν περαιτέρω, θα έμοιαζαν σαν να εκπέμπουν λόγω της εγγύτητος μια ασυνήθιστη λάμψη. Ένιωθε ότι δεν ήταν σε θέση να βλέπει στα ουράνια φαινόμενα σημάδια και να τα ερμηνεύει. Άλλοι επιφανείς αστρονόμοι της Χώρας του μπορούσαν να υπερβαίνουν την ατέλεια της ανθρώπινης υπόστασης εντάσσοντάς την σε ένα κοσμικό σχέδιο με το οποίο βρισκόταν σε ισορροπία και που οι αντιστοιχίες, οι θέσεις και οι γωνίες των πλανητών στη ζώνη του ζωδιακού δημιουργούσαν μια τέλεια απεικόνιση καθαρή και σαφή του ανθρωπίνου σύμπαντος και της κοσμικής του μοίρας. Ο Αρταβάν δεν αδυνατούσε να διακρίνει τα σχήματα και τις μορφές τους στον ουράνιο θόλο. Υπέκυπτε όμως στην σχολαστική υπερβολή της καταγραφής των μετρήσεων, που από το πάθος να συγκρατήσει στη μνήμη του τις σχετικές θέσεις των αστέρων από νύχτα σε νύχτα παρασυρόταν σε ματαιόδοξη ικανοποίηση για τις καταγραφές του που μετά αδυνατούσε να δει το σύνολο και τις επιρροές και αλληλεξαρτήσεις τους με τον γήινο και φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Είχε ανάγκη λοιπόν να συμβουλεύεται έναν μεγαλύτερο αστρονόμο και συνήθως ρωτούσε τον Μελχιώρ.
Προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τις διαφορές στις θέσεις των άστρων από τη διαφορετική θέση παρατήρησης, ταξίδευε με το βλέμμα στραμμένο στον Ουρανό. Φτάνοντας όμως στη Βορσίπη ο υπηρέτης του Μελχιώρ που είχε μείνει για να τον ενημερώσει, του είπε ότι οι σοφοί, που έβλεπαν πιο σοφά τον ίδιο ουρανό, είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους για να προσκυνήσουν τον νέο βασιλέα. Νέος βασιλέας λοιπόν! Αυτό ήταν το μήνυμα που ο Αρταβάν αναγκαζόταν να αποδεχτεί, χωρίς να μπορεί να το καταλάβει και να το δεχτει με όλη του την καρδιά. Γνωρίζοντας όμως ότι ο ίδιος δεν θα είχε ποτέ το χάρισμα της ερμηνείας, χάρηκε που θα είχε και αυτός την ευκαιρία να προσκυνήσει το νέο βασιλέα μια και οι τρεις Μάγοι δεν είχαν παρά τρεις μέρες που είχαν φύγει. Να παρατηρεί τον ουρανό το γνώριζε καλά. Άλλες οδηγίες δεν είχε ανάγκη και ξεκίνησε όλο προσμονή για το ταξίδι. Ταξίδευε μέρα και νύχτα για να καλύψει την απόσταση που τους χώριζε.
Εν τω μέσω της ερήμου συνάντησε έναν άνθρωπο, πεσμένο καταγής με τα χείλη άσπρα από τη δίψα, που καιγόταν από τον πυρετό. Ο Αρταβάν τον μετέφερε με την καμήλα του σε μια όαση που είχε συναντήσει και έμεινε μαζί του μέχρι να συνέλθει όσο τον φρόντιζαν οι νομάδες που είχαν κατασκηνώσει στην όαση. Ο Μελχισεδέκ, γιατί αυτό ήταν το όνομα του ανθρώπου, συνήλθε μετά από δυο μέρες και συμφώνησε να τον συνοδεύσει στο υπόλοιπο του ταξιδιού γιατί ήταν φανερό από την πορεία που είχε πάρει ότι κατευθυνόταν προς τη χώρα των Ιουδαίων.
Δυστυχώς ο Αρταβάν δεν πρόλαβε να προσκυνήσει το Θειο Βρέφος όπως οι άλλοι τρεις μάγοι γιατί η Αγία Οικογένεια είχε ήδη διαφύγει για την Αίγυπτο. Στη Βηθλεέμ, όπως και σε όλη τη χώρα είχε ξεκινήσει η σφαγή των νηπίων που ο Αρταβάν συγκλονισμένος παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποτρέψει. Προσπάθησε όμως μοιράζοντας ρουμπίνια που κρατούσε ως δώρο για τον νέο βασιλέα να δωροδοκήσει Ρωμαίους στρατιώτες και να σώσει κάποια παιδιά από βέβαιη σφαγή. Λέγεται ότι μεταξύ αυτών που εσώθησαν ήταν και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.
Ενώ οι τρεις Μάγοι επέστρεψαν στην Περσία, ο Αρταβάν θεώρησε ότι έπρεπε να ακολουθήσει το Θειο Βρέφος στην Αίγυπτο και έτσι πήγε εκεί προσπαθώντας να τους εντοπίσει. Αυτό δε στάθηκε δυνατόν γιατί η Αγία Οικογένεια κρυβόταν φοβούμενη τους κατασκόπους του Ηρώδη. Θεράπευε όμως ασθενείς με τις γνώσεις που είχε για τις παθήσεις του ανθρωπίνου σώματος και τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών, εξαγόραζε φυλακισμένους και ανακούφιζε τους φτωχούς με το θησαυρό που είχε φέρει μαζί του. Έτσι πέρασαν περίπου 33 χρόνια. Είχε πια γεράσει. Είχε αποκτήσει μια άσπρη γενειάδα που τον έκανε φαίνεται ακόμα πιο σεβάσμιος και μονολογούσε "αν θεραπεύσετε αυτούς εμένα θεραπεύσατε, αν ελεήσατε αυτούς εμένα ελεήσατε". Προσπαθούσε έτσι να βρει ανακούφιση στο ότι είχε καθυστερήσει και δεν είχε προλάβει να δει τον Βασιλέα, μετατρέποντας έτσι την απουσία της συνάντησης σε σκοπό της ζωής του. Οι φτωχοί τον θεωρούσαν Άγιο και μια ομάδα πιστών του φίλων αποφάσισαν να τον ακολουθήσει στην επιστροφή στην Ιερουσαλήμ γιατί είχε φτάσει η φήμη ακόμα και στην Αίγυπτο για ένα βασιλιά των Ιουδαίων.
Όταν έφτασε μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι στα Ιεροσόλυμα γιατί δεν ήταν πια νέος, ήταν η μέρα της σταυρώσεως. Ο Αρταβάν αποφάσισε να ανεβεί στο βουνό για να ρωτήσει για τον βασιλιά των Ιουδαίων. Είχε ακόμα ρουμπίνια από το δώρο και ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε για άλλη μια φορά να εξαγοράσει τους Ρωμαίους. Δυστυχώς η καρδιά του τον πρόδωσε και λιποθύμησε κάτω από το σταυρό. Έχοντας χάσει τις αισθήσεις του είδε εν τούτοις ένα εκτυφλωτικό φως και μια φωνή, που θεώρησε ότι ήταν η φωνή του Θεού του Πυρός που λατρεύουν στην πατρίδα του, να λέει:
« Είσαι ο Αρνταβάν και σε αγαπώ»
Αρνταβ στη Μανιχαϊστικη Μέση Περσία, είναι το ουράνιο πρόσωπο που είναι το πιο φωτεινό, ο δίκαιος και ο εκλεκτός. Αρνταβάν είναι αυτός που μένει πάντα αθάνατος σύμφωνα με την Περσική παράδοση.
Όταν αργότερα οι μαθητές του τέλεσαν την ταφή του, είπαν μεταξύ τους ότι ο ίδιος ο εσταυρωμένος του είχε πει:
« ότι εποίησας εις ένα των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εποίησας».
Ο Αρνταβάν, περνώντας στην αιωνιότητα, μπόρεσε επιτέλους να διαβάσει στο όνομά του το μυστικό που του έλεγαν τα άστρα.
Πηγές:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BD
http://www.iranica.com/newsite/index.isc?Article=http://iranica.com/newsite/articles/unicode/v1f6/v1f6a067.html
http://hdelboy.club.fr/beaune_1.jpg
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/5/55/Magi_(1).jpg/333px-Magi_(1).jpg
http://www.fravahr.org/IMG/jpg/Marco_Polo_01.jpg
Απο:
http://waxtablets.blogspot.com
Οι Τρεις γνωστοί Μάγοι κατοικούσαν στη Βορσίππη της Βαβυλώνας και αποφάσισαν ομόφωνα ότι το ασυνήθιστα φωτεινό ουράνιο σώμα που έβλεπαν από τα παρατηρητήριά τους ήταν το σημάδι της γέννησης ενός βασιλιά που αποφάσισαν να επισκεφθούν. Ο Αρταβάν που κατέγραφε από το παρατηρητήριό του στα Εκβάτανα τις θέσεις του Δία και της Αφροδίτης παρατήρησε μια ασυνήθιστη προσέγγιση μεταξύ τους. Πριν οι δυο πλανήτες πλησιάσουν ακόμα περισσότερο, αποφάσισε να επισκεφτεί τους σοφούς της Βορσίππης για να επωφεληθεί από τη σοφία τους και την πείρα τους.
Ήταν βέβαιο ότι όταν οι δύο πλανήτες θα πλησίαζαν περαιτέρω, θα έμοιαζαν σαν να εκπέμπουν λόγω της εγγύτητος μια ασυνήθιστη λάμψη. Ένιωθε ότι δεν ήταν σε θέση να βλέπει στα ουράνια φαινόμενα σημάδια και να τα ερμηνεύει. Άλλοι επιφανείς αστρονόμοι της Χώρας του μπορούσαν να υπερβαίνουν την ατέλεια της ανθρώπινης υπόστασης εντάσσοντάς την σε ένα κοσμικό σχέδιο με το οποίο βρισκόταν σε ισορροπία και που οι αντιστοιχίες, οι θέσεις και οι γωνίες των πλανητών στη ζώνη του ζωδιακού δημιουργούσαν μια τέλεια απεικόνιση καθαρή και σαφή του ανθρωπίνου σύμπαντος και της κοσμικής του μοίρας. Ο Αρταβάν δεν αδυνατούσε να διακρίνει τα σχήματα και τις μορφές τους στον ουράνιο θόλο. Υπέκυπτε όμως στην σχολαστική υπερβολή της καταγραφής των μετρήσεων, που από το πάθος να συγκρατήσει στη μνήμη του τις σχετικές θέσεις των αστέρων από νύχτα σε νύχτα παρασυρόταν σε ματαιόδοξη ικανοποίηση για τις καταγραφές του που μετά αδυνατούσε να δει το σύνολο και τις επιρροές και αλληλεξαρτήσεις τους με τον γήινο και φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Είχε ανάγκη λοιπόν να συμβουλεύεται έναν μεγαλύτερο αστρονόμο και συνήθως ρωτούσε τον Μελχιώρ.
Προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τις διαφορές στις θέσεις των άστρων από τη διαφορετική θέση παρατήρησης, ταξίδευε με το βλέμμα στραμμένο στον Ουρανό. Φτάνοντας όμως στη Βορσίπη ο υπηρέτης του Μελχιώρ που είχε μείνει για να τον ενημερώσει, του είπε ότι οι σοφοί, που έβλεπαν πιο σοφά τον ίδιο ουρανό, είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους για να προσκυνήσουν τον νέο βασιλέα. Νέος βασιλέας λοιπόν! Αυτό ήταν το μήνυμα που ο Αρταβάν αναγκαζόταν να αποδεχτεί, χωρίς να μπορεί να το καταλάβει και να το δεχτει με όλη του την καρδιά. Γνωρίζοντας όμως ότι ο ίδιος δεν θα είχε ποτέ το χάρισμα της ερμηνείας, χάρηκε που θα είχε και αυτός την ευκαιρία να προσκυνήσει το νέο βασιλέα μια και οι τρεις Μάγοι δεν είχαν παρά τρεις μέρες που είχαν φύγει. Να παρατηρεί τον ουρανό το γνώριζε καλά. Άλλες οδηγίες δεν είχε ανάγκη και ξεκίνησε όλο προσμονή για το ταξίδι. Ταξίδευε μέρα και νύχτα για να καλύψει την απόσταση που τους χώριζε.
Εν τω μέσω της ερήμου συνάντησε έναν άνθρωπο, πεσμένο καταγής με τα χείλη άσπρα από τη δίψα, που καιγόταν από τον πυρετό. Ο Αρταβάν τον μετέφερε με την καμήλα του σε μια όαση που είχε συναντήσει και έμεινε μαζί του μέχρι να συνέλθει όσο τον φρόντιζαν οι νομάδες που είχαν κατασκηνώσει στην όαση. Ο Μελχισεδέκ, γιατί αυτό ήταν το όνομα του ανθρώπου, συνήλθε μετά από δυο μέρες και συμφώνησε να τον συνοδεύσει στο υπόλοιπο του ταξιδιού γιατί ήταν φανερό από την πορεία που είχε πάρει ότι κατευθυνόταν προς τη χώρα των Ιουδαίων.
Δυστυχώς ο Αρταβάν δεν πρόλαβε να προσκυνήσει το Θειο Βρέφος όπως οι άλλοι τρεις μάγοι γιατί η Αγία Οικογένεια είχε ήδη διαφύγει για την Αίγυπτο. Στη Βηθλεέμ, όπως και σε όλη τη χώρα είχε ξεκινήσει η σφαγή των νηπίων που ο Αρταβάν συγκλονισμένος παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποτρέψει. Προσπάθησε όμως μοιράζοντας ρουμπίνια που κρατούσε ως δώρο για τον νέο βασιλέα να δωροδοκήσει Ρωμαίους στρατιώτες και να σώσει κάποια παιδιά από βέβαιη σφαγή. Λέγεται ότι μεταξύ αυτών που εσώθησαν ήταν και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.
Ενώ οι τρεις Μάγοι επέστρεψαν στην Περσία, ο Αρταβάν θεώρησε ότι έπρεπε να ακολουθήσει το Θειο Βρέφος στην Αίγυπτο και έτσι πήγε εκεί προσπαθώντας να τους εντοπίσει. Αυτό δε στάθηκε δυνατόν γιατί η Αγία Οικογένεια κρυβόταν φοβούμενη τους κατασκόπους του Ηρώδη. Θεράπευε όμως ασθενείς με τις γνώσεις που είχε για τις παθήσεις του ανθρωπίνου σώματος και τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών, εξαγόραζε φυλακισμένους και ανακούφιζε τους φτωχούς με το θησαυρό που είχε φέρει μαζί του. Έτσι πέρασαν περίπου 33 χρόνια. Είχε πια γεράσει. Είχε αποκτήσει μια άσπρη γενειάδα που τον έκανε φαίνεται ακόμα πιο σεβάσμιος και μονολογούσε "αν θεραπεύσετε αυτούς εμένα θεραπεύσατε, αν ελεήσατε αυτούς εμένα ελεήσατε". Προσπαθούσε έτσι να βρει ανακούφιση στο ότι είχε καθυστερήσει και δεν είχε προλάβει να δει τον Βασιλέα, μετατρέποντας έτσι την απουσία της συνάντησης σε σκοπό της ζωής του. Οι φτωχοί τον θεωρούσαν Άγιο και μια ομάδα πιστών του φίλων αποφάσισαν να τον ακολουθήσει στην επιστροφή στην Ιερουσαλήμ γιατί είχε φτάσει η φήμη ακόμα και στην Αίγυπτο για ένα βασιλιά των Ιουδαίων.
Όταν έφτασε μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι στα Ιεροσόλυμα γιατί δεν ήταν πια νέος, ήταν η μέρα της σταυρώσεως. Ο Αρταβάν αποφάσισε να ανεβεί στο βουνό για να ρωτήσει για τον βασιλιά των Ιουδαίων. Είχε ακόμα ρουμπίνια από το δώρο και ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε για άλλη μια φορά να εξαγοράσει τους Ρωμαίους. Δυστυχώς η καρδιά του τον πρόδωσε και λιποθύμησε κάτω από το σταυρό. Έχοντας χάσει τις αισθήσεις του είδε εν τούτοις ένα εκτυφλωτικό φως και μια φωνή, που θεώρησε ότι ήταν η φωνή του Θεού του Πυρός που λατρεύουν στην πατρίδα του, να λέει:
« Είσαι ο Αρνταβάν και σε αγαπώ»
Αρνταβ στη Μανιχαϊστικη Μέση Περσία, είναι το ουράνιο πρόσωπο που είναι το πιο φωτεινό, ο δίκαιος και ο εκλεκτός. Αρνταβάν είναι αυτός που μένει πάντα αθάνατος σύμφωνα με την Περσική παράδοση.
Όταν αργότερα οι μαθητές του τέλεσαν την ταφή του, είπαν μεταξύ τους ότι ο ίδιος ο εσταυρωμένος του είχε πει:
« ότι εποίησας εις ένα των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εποίησας».
Ο Αρνταβάν, περνώντας στην αιωνιότητα, μπόρεσε επιτέλους να διαβάσει στο όνομά του το μυστικό που του έλεγαν τα άστρα.
Πηγές:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BD
http://www.iranica.com/newsite/index.isc?Article=http://iranica.com/newsite/articles/unicode/v1f6/v1f6a067.html
http://hdelboy.club.fr/beaune_1.jpg
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/5/55/Magi_(1).jpg/333px-Magi_(1).jpg
http://www.fravahr.org/IMG/jpg/Marco_Polo_01.jpg
Απο:
http://waxtablets.blogspot.com
Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009
Το Ευαγγέλιο των Χριστουγέννων
Ματθ. 2, 1-12
Η γέννηση του Ιησού έγινε κατά τον εξής τρόπο. Αφού η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος από Άγιο Πνεύμα πριν να συνευρεθούν. Ο άνδρας της , ο Ιωσήφ, επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφτηκε να την διώξει κρυφά. Και ενώ έτσι σκεπτόταν, άγγελος Κυρίου, του παρουσιάστηκε στο όνειρό του και του είπε, ‘‘Ιωσήφ, γιέ του Δαβίδ, μη φοβηθείς να πάρεις μαζί σου την Μαριάμ, την γυναίκα σου , διότι εκείνο που γεννήθηκε μέσα στης προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Θα γεννήσει γιό, τον οποίο θα ονομάσεις Ιησού, διότι αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του’’. Όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθεί εκείνο, το οποίο λέχθηκε από τον Κύριο με τον προφήτη, Να η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιό και θα τον ονομάσει Εμμανουήλ, το οποίο μεταφραζόμενο σημαίνει, Μαζί μας είναι ο Θεός. Όταν ο Ιωσήφ ξύπνησε, έκανε όπως τον διέταξε ο άγγελος του Κυρίου, πήρε δηλαδή την γυναίκα του μαζί του∙ και δεν είχε καμία σχέση μαζί της μέχρι ότου γέννησε τον γιό της τον πρωτότοκο και τον ονόμασε Ιησού.
Όταν ο Ιησούς γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας κατά τις ημέρες του Ηρώδη του βασιλιά, έφτασαν μάγοι από την Ανατολή στα Ιεροσόλυμα και ρωτούσαν, ‘‘Πού είναι εκείνος που γεννήθηκε, ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Διότι είδαμε το άστρο του να ανατέλλει και ήλθαμε να τον προσκυνήσουμε’’. Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς Ηρώδης, ταράχτηκε και μαζί του όλη η πόλη των Ιεροσολύμων και αφού συγκέντρωσε όλους τους αρχιερείς και τους γραμματείς του λαού ζητούσε να πληροφορηθεί από αυτούς που θα γεννηθεί ο Χριστός. Εκείνοι του είπαν, ‘‘Στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι είναι γραμμένο από τον προφήτη, και εσύ Βηθλεέμ, γη του Ιούδα, δεν είσαι με κανένα τρόπο η μικρότερη μεταξύ των ηγεμόνων του Ιούδα, διότι από εσένα θα προέλθει ένας αρχηγός, ο οποίος θα κυβερνήσει τον λαό μου , τον Ισραήλ’’. Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους μάγους και εξακρίβωσε από αυτούς τον χρόνο που φάνηκε το άστρο. Κατόπιν τους έστειλε στην Βηθλεέμ και τους είπε, ‘‘Πηγαίνετε κα εξετάσετε ακριβώς για το παιδί. Και όταν το βρείτε, ειδοποιήστε με, για να έλθω και εγώ να το προσκυνήσω’’. Αυτοί , αφού άκουσαν τον βασιλιά, έφυγαν. Και να, το άστρο, το οποίο είχαν δει να ανατέλλει, προηγούνταν, έως ότου ήλθε και στάθηκε επάνω στο μέρος όπου βρισκόταν το παιδί. Και μόλις είδαν το άστρο, αισθάνθηκαν μεγάλη χαρά. Και όταν μπήκαν στο σπίτι , είδαν το παιδί μαζί με την Μαρία την μητέρα του και έπεσαν στην γη και το προσκύνησαν∙ κατόπιν άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν για δώρα χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. Και επειδή καθοδηγήθηκαν με όνειρο από τον Θεό να μην επιστρέψουν στον Ηρώδη, αναχώρησαν στην πατρίδα τους από άλλο δρόμο.
Η γέννηση του Ιησού έγινε κατά τον εξής τρόπο. Αφού η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος από Άγιο Πνεύμα πριν να συνευρεθούν. Ο άνδρας της , ο Ιωσήφ, επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφτηκε να την διώξει κρυφά. Και ενώ έτσι σκεπτόταν, άγγελος Κυρίου, του παρουσιάστηκε στο όνειρό του και του είπε, ‘‘Ιωσήφ, γιέ του Δαβίδ, μη φοβηθείς να πάρεις μαζί σου την Μαριάμ, την γυναίκα σου , διότι εκείνο που γεννήθηκε μέσα στης προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Θα γεννήσει γιό, τον οποίο θα ονομάσεις Ιησού, διότι αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του’’. Όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθεί εκείνο, το οποίο λέχθηκε από τον Κύριο με τον προφήτη, Να η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιό και θα τον ονομάσει Εμμανουήλ, το οποίο μεταφραζόμενο σημαίνει, Μαζί μας είναι ο Θεός. Όταν ο Ιωσήφ ξύπνησε, έκανε όπως τον διέταξε ο άγγελος του Κυρίου, πήρε δηλαδή την γυναίκα του μαζί του∙ και δεν είχε καμία σχέση μαζί της μέχρι ότου γέννησε τον γιό της τον πρωτότοκο και τον ονόμασε Ιησού.
Όταν ο Ιησούς γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας κατά τις ημέρες του Ηρώδη του βασιλιά, έφτασαν μάγοι από την Ανατολή στα Ιεροσόλυμα και ρωτούσαν, ‘‘Πού είναι εκείνος που γεννήθηκε, ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Διότι είδαμε το άστρο του να ανατέλλει και ήλθαμε να τον προσκυνήσουμε’’. Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς Ηρώδης, ταράχτηκε και μαζί του όλη η πόλη των Ιεροσολύμων και αφού συγκέντρωσε όλους τους αρχιερείς και τους γραμματείς του λαού ζητούσε να πληροφορηθεί από αυτούς που θα γεννηθεί ο Χριστός. Εκείνοι του είπαν, ‘‘Στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι είναι γραμμένο από τον προφήτη, και εσύ Βηθλεέμ, γη του Ιούδα, δεν είσαι με κανένα τρόπο η μικρότερη μεταξύ των ηγεμόνων του Ιούδα, διότι από εσένα θα προέλθει ένας αρχηγός, ο οποίος θα κυβερνήσει τον λαό μου , τον Ισραήλ’’. Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους μάγους και εξακρίβωσε από αυτούς τον χρόνο που φάνηκε το άστρο. Κατόπιν τους έστειλε στην Βηθλεέμ και τους είπε, ‘‘Πηγαίνετε κα εξετάσετε ακριβώς για το παιδί. Και όταν το βρείτε, ειδοποιήστε με, για να έλθω και εγώ να το προσκυνήσω’’. Αυτοί , αφού άκουσαν τον βασιλιά, έφυγαν. Και να, το άστρο, το οποίο είχαν δει να ανατέλλει, προηγούνταν, έως ότου ήλθε και στάθηκε επάνω στο μέρος όπου βρισκόταν το παιδί. Και μόλις είδαν το άστρο, αισθάνθηκαν μεγάλη χαρά. Και όταν μπήκαν στο σπίτι , είδαν το παιδί μαζί με την Μαρία την μητέρα του και έπεσαν στην γη και το προσκύνησαν∙ κατόπιν άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν για δώρα χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. Και επειδή καθοδηγήθηκαν με όνειρο από τον Θεό να μην επιστρέψουν στον Ηρώδη, αναχώρησαν στην πατρίδα τους από άλλο δρόμο.
Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο
«Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿ στὸ Κάστρο, τ᾿ν πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο, τ᾿ ἀκούσατε;»
Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186... Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δυὸ ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῆ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἐξηκοντούτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.
«Τ᾿ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπά» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, «ἔτσ᾿ εἴπανε».
Ολο το διήγημα βρίσκεται εδώ
Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186... Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δυὸ ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῆ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἐξηκοντούτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.
«Τ᾿ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπά» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, «ἔτσ᾿ εἴπανε».
Ολο το διήγημα βρίσκεται εδώ
Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
Απο τους πατέρες της Εκκλησίας
Κανέναν άνθρωπο δεν περιφρονώ. Έστω και αν είναι ένας, είναι άνθρωπος, το δημιούργημα το τόσο αγαπημένο του Θεού. Έστω και αν είναι δούλος, δεν είναι για μένα άξιος για περιφρόνηση. Δεν κοιτάζω το αξίωμα, αλλά την αρετή. Όχι την δύναμη ή την αδυναμία, αλλά την ψυχή. Έστω και αν είναι ένας και οποιοσδήποτε, δεν παύει να είναι άνθρωπος. Γι' αυτόν δημιουργήθηκε ο ουρανός , γι' αυτόν ανατέλλει ο ήλιος, γι' αυτόν τρέχει η σελήνη και ο αέρας μας περιβάλλει και οι πηγές αναβλύζουν και η θάλασσα απλώθηκε και οι προφήτες εστάλησαν και η θάλασσα απλώθηκε και ο νόμος εδόθη. Και το πιο σπουδαίο που θα ήθελα να πω: Για τον άνθρωπο ο Μονογενής Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος. Ο Κύριος μου θυσίαστηκε και έχυσε το αίμα Του για τον άθρωπο. Και εγώ θα περιφορνήσω τον άνθρωπο; Και μπορώ να έχω κάποιο ελαφρυντικό;
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν - Τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα
Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό, ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. Οἱ καρότσες περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ μισολειωμένο χιόνι.
Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο.
Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της. Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ φτωχὴ ὀρφανή. Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα.
Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε προσεκτικὰ στὸν κόρφο της. Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ μαλλάκια, βρέχοντας τὶς πυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ ὠχρὸ προσωπάκι της.
Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει.
Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. Πῶς νὰ γυρίσει νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη;
Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα ἐρημώσει. Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα, τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα.
Τὸ κοριτσάκι προχώρησε στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν ἀναμμένο φανοστάτη. Ἀπὸ τὸ παράθυρο κάποιου σπιτιοῦ ἔβλεπε ἕνα δωμάτιο μὲ χριστουγεννιάτικες γιρλάντες καὶ στολίδια καὶ μία τρυφερὴ μανούλα νὰ ταΐζει μὲ στοργὴ καὶ ἀπέραντη ἀγάπη τὴν κορούλα της.
Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ. Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. Δὲν εἶχε τίποτε νὰ τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της;
Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ τρυφερότητα καὶ εὐτυχία.
Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ μαλακὸ χαλάκι. Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε. Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι. Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά.
Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε μαῦρο, καρβουνιασμένο.
Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά.
Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός...
Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη στοργικὴ ἀγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα, ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».
Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια, πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα. «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη».
Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/prose/hans_christian_andersen_girl_matches.htm
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Το αυταπόδεικτο της ύπαρξης του Θεού
Βλέπεις γύρω σου τραπέζια, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα.
Όλα αυτά έγιναν τυχαία ή τα έφτιαξε κάποιος δημιουργός;
Δέχεσαι, υποθέτω, ότι τα παραπάνω είναι κατασκευάσματα ενός δημιουργού, δηλαδή του ανθρώπου.
Ίσως κάποτε να συγκρούστηκε το αυτοκίνητό σου και να διαλύθηκε. Το άφησες παράμερα, σε μια γωνιά, ένα μήνα, ένα χρόνο, είκοσι (20) χρόνια. Μήπως επανήλθε στην προτέρα κατάσταση μόνο του, τυχαία, ή χρειάστηκε κάποιος φανοποιός, δηλαδή ένας δημιουργός, για να το επισκευάσει και να το επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση; Μήπως είδες επίσης κάποιο τραπέζι ( ή καρέκλα ή τηλεόραση ) να γίνεται, να δημιουργείται μόνο του, τυχαία;
Άρα συμφωνείς, υποθέτω, ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία, αλλά μόνο ύστερα από την επέμβαση ενός δημιουργού.
Βλέπεις γύρω σου δέντρα, βουνά, ζώα, ανθρώπους.
Όλα αυτά έγιναν τυχαία ή τα έφτιαξε κάποιος δημιουργός;
Δέχεσαι, υποθέτω, ότι τα παραπάνω δεν είναι κατασκευάσματα του ανθρώπου, αλλά ενός υπέρτατου δημιουργού, δηλαδή του Θεού.
Άρα συμφωνείς, υποθέτω, ότι κάθε τι που υπάρχει σ' αυτόν τον κόσμο δεν έγινε μόνο του, τυχαία, αλλά ύστερα από την επέμβαση του δημιουργού, τουτέστιν του Θεού.
Άρα η ύπαρξη του Θεού είναι αυταπόδεικτη !
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Απο:
http://sites.google.com/site/thetidiolarisa/index
Όλα αυτά έγιναν τυχαία ή τα έφτιαξε κάποιος δημιουργός;
Δέχεσαι, υποθέτω, ότι τα παραπάνω είναι κατασκευάσματα ενός δημιουργού, δηλαδή του ανθρώπου.
Ίσως κάποτε να συγκρούστηκε το αυτοκίνητό σου και να διαλύθηκε. Το άφησες παράμερα, σε μια γωνιά, ένα μήνα, ένα χρόνο, είκοσι (20) χρόνια. Μήπως επανήλθε στην προτέρα κατάσταση μόνο του, τυχαία, ή χρειάστηκε κάποιος φανοποιός, δηλαδή ένας δημιουργός, για να το επισκευάσει και να το επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση; Μήπως είδες επίσης κάποιο τραπέζι ( ή καρέκλα ή τηλεόραση ) να γίνεται, να δημιουργείται μόνο του, τυχαία;
Άρα συμφωνείς, υποθέτω, ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία, αλλά μόνο ύστερα από την επέμβαση ενός δημιουργού.
Βλέπεις γύρω σου δέντρα, βουνά, ζώα, ανθρώπους.
Όλα αυτά έγιναν τυχαία ή τα έφτιαξε κάποιος δημιουργός;
Δέχεσαι, υποθέτω, ότι τα παραπάνω δεν είναι κατασκευάσματα του ανθρώπου, αλλά ενός υπέρτατου δημιουργού, δηλαδή του Θεού.
Άρα συμφωνείς, υποθέτω, ότι κάθε τι που υπάρχει σ' αυτόν τον κόσμο δεν έγινε μόνο του, τυχαία, αλλά ύστερα από την επέμβαση του δημιουργού, τουτέστιν του Θεού.
Άρα η ύπαρξη του Θεού είναι αυταπόδεικτη !
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Απο:
http://sites.google.com/site/thetidiolarisa/index
Άγιος Ελευθέριος
Ο ΄Αγιος Ελευθέριος γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2o αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία. Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης, όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του. Μετά από λίγα χρόνια τον χειροτόνησε διάκονο και έπειτα ιερέα. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Γιʼ αυτό και το έτος 182 μ. Χ., με κοινή ψήφο κλήρου και λαού, ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Η φήμη της αρετής του έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς αυτής Λούκιος έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του. Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος εξήγειρε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Ελευθέριος τον έλεγξε θαρραλέα. Τότε διατάχθηκε ο μαρτυρικός θάνατός του, μαζί με τη μητέρα του Ανθία. Έτσι ο ΄Αγιος Ελευθέριος πέρασε «εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού». Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Αθεΐα και αθεΐα
Μοναχός Μωϋσής, αγιορείτης
Περιττό να τονίσουμε ότι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού είναι δικαίωμα του καθενός. Ο Θεός μας έδωσε απεριόριστη ελευθερία, ώστε αν θέλουμε και να τον αρνηθούμε.
Δεν θα επιχειρήσω διόλου να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού. Πιστεύω ότι δεν αποδεικνύεται λογικά η ύπαρξή του, αλλά μόνο βιώνεται στα βάθη της καρδιάς. Είναι ελεύθερος λοιπόν κάποιος να πρεσβεύει ό,τι θέλει. Δεν χρειάζεται όμως καθόλου ένας άθεος να ειρωνεύεται έναν πιστό και φυσικά το αντίθετο.
Επιτρέψτε να πω πως ο άθεος προσπαθεί εναγώνια να πείσει τον εαυτό του ότι δεν υπάρχει Θεός, δεν αφήνει γι’ αυτόν χώρο στην καρδιά του και ζει στην απόλαυση της ύλης. Που αδυνατεί να χαροποιήσει το πνεύμα. Ο Νίτσε φτάνει εύστοχα να πει: “Απαίσιε άνθρωπε, δεν ανέχεσαι εκείνον που είδε τα βάθη σου και γι’ αυτό τον εκδικείσαι”. Η πολλή λογική οδηγεί στην αθεΐα, όχι ότι η πίστη είναι παράλογη, αλλά ο ψυχρός ορθολογισμός κοιτά μόνο στη γη. Ο υλισμός επίσης δεν αφήνει χώρο για το Θεό. Ο φυσιοκρατικός πανθεϊσμός, κατά τον Σοπενχάουερ, οδηγεί σε μία ευγενή αθεΐα.
Διάφορες νεότερες φιλοσοφικές θεωρίες έχουν αρκετά αθεϊστικά στοιχεία, όπως ο θετικισμός, ο διαλεκτικός ή ιστορικός υλισμός, ο πανσεξουαλισμός, κάποιες αποχρώσεις και αυτού του υπαρξισμού και αρκετές άλλες. Η θρησκευτικότητα θεωρείται αποκύημα της φαντασίας. Ο Νίτσε στον “Υπεράνθρωπό” του διακηρύσσει ότι κανείς άλλος Θεός δεν υπάρχει πλην του εαυτού του ανθρώπου και στον “Ζαρατούστρα” λέει ότι ο Θεός πέθανε. Κατά τον Μαρξ ο Θεός δεν είναι μια οντολογική πραγματικότητα αλλά η αντικειμενικά προβαλλόμενη φύση. Ο Σαρτρ και ο Καμί τελικά θεοποιούν τον άνθρωπο.
Είναι νομίζουμε αρκετά ενδιαφέρουσα η γνώμη του K. Joel. “Δεν υπήρξαν γνήσιοι φιλόσοφοι της αθεΐας, όπως δεν υπήρξαν γνήσιοι υλιστές και αρνητές της ψυχής. Όσοι κατά καιρούς θεωρήθηκαν ως άθεοι δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα τέτοιοι. Αυτοί δεν υπήρξαν αρνητές του θείου, αλλά αρνητές ενός ισχύοντος Θεού ή ενός ορισμένου τρόπου γνώσεως του Θεού. Οι λίγοι όμως φιλόσοφοι, οι οποίοι πράγματι κατά τους νεότερους χρόνους, χαρακτηρίστηκαν ως άθεοι, υπήρξαν ουσιαστικά αντιθεϊστές”. Ο Γιάσπερς, που μελέτησε καλά τον Νίτσε, λέει πως ο αντιθεϊσμός του περιέχει θρησκευτική νοσταλγία Ο αντιθεϊσμός και ο υλισμός φέρνουν το μηδενισμό, που δεν χαρίζει γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου, μα μελαγχολία και μοναξιά.
Στη Γραφή, η αθεΐα χαρακτηρίζεται αφροσύνη. Η θρησκευτική ορμή του ανθρώπου είναι τόσο πλούσια και μεγάλη, ώστε και οι άθεοι δημιουργούν θρησκευτικά υποκατάστατα, ανεβάζοντας στον άδειο θρόνο του Θεού, κατά τον καθηγητή Νικόλαο Λούβαρι, διάφορα είδωλα: Το χρυσό μοσχάρι, τη φύση, τη μαγεία, το κράτος, την επιστήμη, την τεχνική, τη μοίρα, τον ελεύθερο έρωτα. Σύγχρονοι νεοέλληνες καθηγητές, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι προσκυνούν την άρνηση του Θεού και διακωμωδούν όσους προσκυνούν τον αληθινό Θεό. Υπάρχει μία ψυχολογική ερμηνεία στο γεγονός. Προσποιούμενοι κάποιοι τους άθεους θέλουν να δικαιολογήσουν την αδιάφανη διαγωγή τους και την άτακτη ζωή τους. Έτσι τους ικανοποιούν και ευχαριστούν και διάφορα πραγματικά ή μη εκκλησιαστικά σκάνδαλα.
Η αθεΐα έχει σχέση και με την ημιμάθεια, την υπερηφάνεια και την όπως είπαμε άστατη ζωή. Έτσι μπορούμε άνετα να πούμε πως η αθεΐα δεν οφείλεται σε αντικειμενικά αλλά σε υποκειμενικά αίτια. Από καιρό ο προοδευτισμός έχει ταυτιστεί με ένα σφοδρό αντιθεϊσμό, αντιεκκλησιασμό, αντιμοναχισμό και αντιχριστιανισμό. Επικρατούν έτσι οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι, οι ψυχαναλυτές, ακόμη και οι μάγοι, οι μάντεις, οι πνευματιστές, οι ωροσκόποι και μελλοντολόγοι...
Θα κλείσω με τους λόγους του έξοχου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: “Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή οτιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμει δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχει διά παντός ανάγκην της θρησκείας του”.
Απο: http://www.arxontariki.forumup.gr
Περιττό να τονίσουμε ότι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού είναι δικαίωμα του καθενός. Ο Θεός μας έδωσε απεριόριστη ελευθερία, ώστε αν θέλουμε και να τον αρνηθούμε.
Δεν θα επιχειρήσω διόλου να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού. Πιστεύω ότι δεν αποδεικνύεται λογικά η ύπαρξή του, αλλά μόνο βιώνεται στα βάθη της καρδιάς. Είναι ελεύθερος λοιπόν κάποιος να πρεσβεύει ό,τι θέλει. Δεν χρειάζεται όμως καθόλου ένας άθεος να ειρωνεύεται έναν πιστό και φυσικά το αντίθετο.
Επιτρέψτε να πω πως ο άθεος προσπαθεί εναγώνια να πείσει τον εαυτό του ότι δεν υπάρχει Θεός, δεν αφήνει γι’ αυτόν χώρο στην καρδιά του και ζει στην απόλαυση της ύλης. Που αδυνατεί να χαροποιήσει το πνεύμα. Ο Νίτσε φτάνει εύστοχα να πει: “Απαίσιε άνθρωπε, δεν ανέχεσαι εκείνον που είδε τα βάθη σου και γι’ αυτό τον εκδικείσαι”. Η πολλή λογική οδηγεί στην αθεΐα, όχι ότι η πίστη είναι παράλογη, αλλά ο ψυχρός ορθολογισμός κοιτά μόνο στη γη. Ο υλισμός επίσης δεν αφήνει χώρο για το Θεό. Ο φυσιοκρατικός πανθεϊσμός, κατά τον Σοπενχάουερ, οδηγεί σε μία ευγενή αθεΐα.
Διάφορες νεότερες φιλοσοφικές θεωρίες έχουν αρκετά αθεϊστικά στοιχεία, όπως ο θετικισμός, ο διαλεκτικός ή ιστορικός υλισμός, ο πανσεξουαλισμός, κάποιες αποχρώσεις και αυτού του υπαρξισμού και αρκετές άλλες. Η θρησκευτικότητα θεωρείται αποκύημα της φαντασίας. Ο Νίτσε στον “Υπεράνθρωπό” του διακηρύσσει ότι κανείς άλλος Θεός δεν υπάρχει πλην του εαυτού του ανθρώπου και στον “Ζαρατούστρα” λέει ότι ο Θεός πέθανε. Κατά τον Μαρξ ο Θεός δεν είναι μια οντολογική πραγματικότητα αλλά η αντικειμενικά προβαλλόμενη φύση. Ο Σαρτρ και ο Καμί τελικά θεοποιούν τον άνθρωπο.
Είναι νομίζουμε αρκετά ενδιαφέρουσα η γνώμη του K. Joel. “Δεν υπήρξαν γνήσιοι φιλόσοφοι της αθεΐας, όπως δεν υπήρξαν γνήσιοι υλιστές και αρνητές της ψυχής. Όσοι κατά καιρούς θεωρήθηκαν ως άθεοι δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα τέτοιοι. Αυτοί δεν υπήρξαν αρνητές του θείου, αλλά αρνητές ενός ισχύοντος Θεού ή ενός ορισμένου τρόπου γνώσεως του Θεού. Οι λίγοι όμως φιλόσοφοι, οι οποίοι πράγματι κατά τους νεότερους χρόνους, χαρακτηρίστηκαν ως άθεοι, υπήρξαν ουσιαστικά αντιθεϊστές”. Ο Γιάσπερς, που μελέτησε καλά τον Νίτσε, λέει πως ο αντιθεϊσμός του περιέχει θρησκευτική νοσταλγία Ο αντιθεϊσμός και ο υλισμός φέρνουν το μηδενισμό, που δεν χαρίζει γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου, μα μελαγχολία και μοναξιά.
Στη Γραφή, η αθεΐα χαρακτηρίζεται αφροσύνη. Η θρησκευτική ορμή του ανθρώπου είναι τόσο πλούσια και μεγάλη, ώστε και οι άθεοι δημιουργούν θρησκευτικά υποκατάστατα, ανεβάζοντας στον άδειο θρόνο του Θεού, κατά τον καθηγητή Νικόλαο Λούβαρι, διάφορα είδωλα: Το χρυσό μοσχάρι, τη φύση, τη μαγεία, το κράτος, την επιστήμη, την τεχνική, τη μοίρα, τον ελεύθερο έρωτα. Σύγχρονοι νεοέλληνες καθηγητές, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι προσκυνούν την άρνηση του Θεού και διακωμωδούν όσους προσκυνούν τον αληθινό Θεό. Υπάρχει μία ψυχολογική ερμηνεία στο γεγονός. Προσποιούμενοι κάποιοι τους άθεους θέλουν να δικαιολογήσουν την αδιάφανη διαγωγή τους και την άτακτη ζωή τους. Έτσι τους ικανοποιούν και ευχαριστούν και διάφορα πραγματικά ή μη εκκλησιαστικά σκάνδαλα.
Η αθεΐα έχει σχέση και με την ημιμάθεια, την υπερηφάνεια και την όπως είπαμε άστατη ζωή. Έτσι μπορούμε άνετα να πούμε πως η αθεΐα δεν οφείλεται σε αντικειμενικά αλλά σε υποκειμενικά αίτια. Από καιρό ο προοδευτισμός έχει ταυτιστεί με ένα σφοδρό αντιθεϊσμό, αντιεκκλησιασμό, αντιμοναχισμό και αντιχριστιανισμό. Επικρατούν έτσι οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι, οι ψυχαναλυτές, ακόμη και οι μάγοι, οι μάντεις, οι πνευματιστές, οι ωροσκόποι και μελλοντολόγοι...
Θα κλείσω με τους λόγους του έξοχου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: “Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή οτιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμει δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχει διά παντός ανάγκην της θρησκείας του”.
Απο: http://www.arxontariki.forumup.gr
Το σκοινί.
Ανοίγω τα email μου και βλέπω ένα μήνυμα από τα πολλά, πού μου τραβάει το ενδιαφέρον περισσότερο απ' όλα τα άλλα. Το θέμα του:
Το σκοινί.
Δεν ξέρω γιατί μου κίνησε τόσο την περιέργεια, αλλά θέλησα αμέσως να το ανοίξω. Περιμένω με αγωνία μέχρι να ανοίξει και σε πολύ λίγο χρόνο εμφανίζεται στην οθόνη μου μία εικόνα ενός ψηλού βουνού αρκετά χιονισμένου. Έκτος από την εικόνα υπάρχει και ένας τίτλος με έντονα κόκκινα γράμματα «ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ», αλλά και κείμενο το οποίο αρχίζω να διαβάζω χωρίς καθυστέρηση:«Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, ο οποίος θέλησε να ανεβεί το ψηλότερο βουνό. Ξεκίνησε, λοιπόν, την περιπέτεια του μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας. Όμως, επειδή ήθελε τη δόξα μόνο για τον εαυτό του αποφάσισε να σκαρφαλώσει το βουνό μόνος. Η νύχτα, λοιπόν, έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει... και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεφτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησε με!
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- ΤΟΤΕ, ΚΟΨΕ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΕΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΣΟΥ...».
Στο σημείο αυτό σταμάτησα να διαβάζω και απορημένη σκέφτηκα: «Θεέ μου, τί ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του ζητάς να κόψει το σκοινί, το μόνο πράγμα πού τον κρατάει ζωντανό;» Αλλά, άφησα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, ΕΣΥ, τί θα έκανες;
Με ανάμεικτα συναισθήματα και σχεδόν βέβαιη για την απάντηση μου, συνεχίζω να διαβάζω:
«Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί ΜΟΝΟ 3 μέτρα μακριά από τη γη...».
Και εσύ; Πόσο κολλημένος είσαι στο σκοινί σου; Ποτέ μην αμφισβητήσεις όσα είναι από το Θεό. Ποτέ δεν θα πρέπει να λες ότι σε έχει ξεχάσει η σε έχει εγκαταλείψει. Ποτέ μη νομίζεις ότι δεν σε φροντίζει. Θυμήσου ότι σε κρατάει πάντα με το δεξί Του χέρι και η επιλογή να απλώσεις το δικό σου χέρι ανήκει σε εσένα.
ΔΑΦΝΗ
ΔΟΞΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ
..ΔΟΞΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ!!!ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ..ΣΕ ΩΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ!!!ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙΡΟ..ΖΟΥΜΕ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ...ΗΡΘΑ ΣΑΝ ΦΤΩΧΟΣ,ΣΑΝ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΣ,ΣΑΝ ΞΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΑΤΕ...ΔΟΞΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ...ΟΙ ΠΛΑΤΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΟΤΑΝ ΓΥΡΝΟΥΝ..ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΙΧΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΚΛΥΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΕΜΑΣ....ΤΙ ΕΥΛΟΓΙΑ...ΤΙ ΕΥΤΥΧΙΑ...ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΟΥ...ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΧΑΝΕΤΑΙ...ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΧΑΝΟΝΤΑΙ...ΜΟΝΟ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΟΝ ΝΟΥ...ΣΤΕΚΟΜΑΣΕ ΣΑΣΤΙΣΜΕΝΟΙ...ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΚΥΡΙΕ..ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΑΓΑΠΑΣ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΣΟΥ ΤΟΣΟ....ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ..ΤΙΣ ΑΝΤΟΧΕΣ ΜΑΣ...ΕΣΥ ΘΑ ΜΑΣ ΔΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ...ΓΙΑΤΙ ΟΤΑΝ ΚΟΒΟΝΤΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ...ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΑΚΟΥΜΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΣΟΥ... ΜΟΝΟ ΕΓΩ ΓΙΑ ΕΣΑΣ...ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΜΟΙ..ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ..ΟΛΟΙ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΑΣ...ΜΗΠΩΣ ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΣΕ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;;;ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ...ΚΑΙ ΑΠΟΡΕΙΣ ΑΡΑΓΕ ΠΟΥ ΘΑ ΜΕ ΟΔΗΓΙΣΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΛΑΣ...ΚΥΡΙΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ...ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΟΞΑΣΜΕΝΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ...ΕΛΑ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΛΕ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΟΛΑ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΣΟΥ..
ΔΑΦΝΗ
Δεκάλογος για τα καλύτερα δώρα
Στον Τριαδικό μας Θεό, την αγάπη σου.
Στον Χριστό μας, τις αμαρτίες και την καρδιά σου.
Στην Παναγία μας και τους Αγίους,
τιμή και μίμηση.
Στον εαυτό σου, σεβασμό, προσοχή και προσευχή
να κατοικεί μέσα σου ο Θεός.
να κατοικεί μέσα σου ο Θεός.
Στους εχθρούς σου συγχώρεση.
Στους φίλους, σου ειλικρίνεια.
Στα παιδιά σου, το καλό παράδειγμα.
Στους γονείς σου , υπακοή , σεβασμό , τιμή.
Στους αλλόθρησκους, ανοχή και προσοχή.
Σε όλους, την κατά Θεόν αγάπη.
Απο:
Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
Το Διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στην Χριστουγεννιάτικη "Ακρόπολη" του Γαβριηλίδη στα 1896
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον. Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' ’η-Νικολάου δουλέψαμε, τ' ’η-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.
-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. ’λλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. ’λλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. ’φσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά!
Απο:
http://www.sofiatimes.com
Η εικόνα είναι απο :
http://aquapaper.blogspot.com/
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον. Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' ’η-Νικολάου δουλέψαμε, τ' ’η-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.
-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. ’λλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. ’λλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. ’φσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά!
Απο:
http://www.sofiatimes.com
Η εικόνα είναι απο :
http://aquapaper.blogspot.com/
Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Του Κώστα Βάρναλη
Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…
Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την "Ακρόπολιν" και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:
– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).
Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.
Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν' ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, "άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν", η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα....
Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.
Αλλ' η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.
Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.
– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ' η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ' ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).
Ιδού κι ο Μπάρμπ' Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Όρσε, κουβέρνο!
Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Αλλ' ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ'ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.
Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!...
Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και ... εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!
Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος». Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη. Πολλά ευχαριστώ στη Μ.Κ. για τη δακτυλογράφηση.
Απο: http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
Γεώργιος Δροσίνης
Ἀπὸ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»,
ἔτος β’, τόμος τέταρτος, τεῦχος 45,
Χριστούγεννα 1949.
Τὴν ἅγια νύχτα τή Χριστουγεννιάτικη
λυγοῦν τὰ πόδια
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ τὴ φάτνη τους
τ’ ἄδολα βώδια.
Κι' ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ' τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα,
Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες
στὴ γῆ σταλμένες.
Κι' ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ' ἀγγέλων στόματα
στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα
μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
—ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; —
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ' ἀστέρι.
Κι’ ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ’ στ' ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορεῖ νὰ φτάσει.
Απο: http://www.myriobiblos.gr/
Ἀπὸ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»,
ἔτος β’, τόμος τέταρτος, τεῦχος 45,
Χριστούγεννα 1949.
Τὴν ἅγια νύχτα τή Χριστουγεννιάτικη
λυγοῦν τὰ πόδια
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ τὴ φάτνη τους
τ’ ἄδολα βώδια.
Κι' ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ' τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα,
Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες
στὴ γῆ σταλμένες.
Κι' ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ' ἀγγέλων στόματα
στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα
μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
—ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; —
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ' ἀστέρι.
Κι’ ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ’ στ' ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορεῖ νὰ φτάσει.
Απο: http://www.myriobiblos.gr/
Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009
Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός και η Αρπαγή του
ΑΡΠΑΓΗΝ ΕΩΣ ΤΡΙΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
Έχουμε ακούσει όλοι τον χαρακτηρισμό ''δια Χριστόν σαλοί. Η εκκλησία μας τιμά αρκετούς. Είναι εκείνοι, οι οποίο για τον μεγάλο θείο έρωτα κάνουν τον σαλό, δηλαδή τον τρελό. περιφρονούν διακαώς τους επαίνους τις τιμές και τις δόξες και προσφέρονται σφόδρα στον δρόμο της αυταπάρνησης της ανυποληψίας και της μηδαμινότητας. Ζητούν επιμόνως την καταφρόνηση του κόσμου, και η αυτογνωσία τους πολύ σκληρή.. «εγώ ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού» (Ψαλμ. κα' στίχ 7).Ο απόλυτος αυτοεξευτελισμός στα μάτια των ανθρώπων, ο θαυμασμός και η έκπληξη στα μάτια των αγγέλων. Η ταπείνωση είναι το ένδυμά τους και με ταυτόχρονη ολοκληρωτική εξουδένωση του ''εγώ τους'' οι δαίμονες τους τρέμουν βρίσκουν αντιπάλους σκληρούς χωρίς προηγούμενο και πραγματικά λυσσάνε, νικώνται και απομακρύνονται ηττημένοι.
Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΑΘΗΝΑΙΔΗΣ
Πραγματικά, η ιστορία που δημοσιεύει σήμερα το ιεραποστολικό μπλογκ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ είναι συγκλονιστική, απίστευτη και ανατριχιαστική. Ο Έλληνας Ορθόδοξος ιεραποστόλος, εκ Άρτης, Φιλόθεος Αθηναΐδης αποτελεί τον πρώτο Ορθόδοξο ιεραποστόλο στον Ινδικό Ωκεανό, σε απομακρυσμένα νησιά του, ακόμα και σε φυλές αγρίων, εκείνης της εποχής ! Η εισήγηση-ομιλία έγινε στη διάρκεια εκδήλωσης της Ιεράς Μητρόπολης Άρτας στις 15 Φεβρουαρίου 2009, με θέμα : Η Ορθοδοξία στην Ινδονησία. Πιστεύουμε ότι όσοι το διαβάσουν θα συγκινηθούν και θα συγκλονιστούν και θα δοξολογήσουν τον Τριαδικό Θεό και θα προσευχηθούν για να φωτίσει τα βήματα και άλλων τέτοιων Ορθόδοξων ιεραποστόλων σε κάθε γωνιά της γης.
Σύντομα ιστορικά στοιχεία για μιά άγνωστη προσωπικότητα της Ιεραποστολής.
(Απόσπασμα από την εισήγηση-ομιλία στην εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως Αρτας την 15 Φεβρουαρίου 2009 , με θέμα -Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ)
….Χάριτι Θεού ,πρίν περίπου δύο μήνες περίπου , αποκαλύφτηκε στην οικογένεια του ομιλούντος μια βασική ιστορική πληροφορία σύμφωνα με την οποία ,στην περιοχή των νησιών του Ινδικού Ωκεανού και σχετικά κοντά με την Ινδονησία ,βρέθηκε πρίν αρκετά χρόνια Ορθόδοξος Ιεραπόστολος , καταγόμενος από την Άρτα.
Η πληροφορία αυτή και έρευνά που ακολούθησε , μας οδήγησε να βρούμε ένα αντίτυπο του εξαντλημένου πλέον βιβλίου όπου γράφεται ο βίος και η πολιτεία του Ορθόδοξου αυτού Αρτινού Ιεραποστολου , που πραγματικά μας συγκλόνισε.
(Το βιβλίο έχει τίτλο – Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ – Υπό Νικολάου Αμβράζη ,Έκδοσις Αγιορειτικής Βιβλιοθήκης 1967 )
Ο Αρτινός Ορθόδοξος Ιεραπόστολος στα νησια Τσάγκος(η Τσάγος) του Ινδικού ωκεανου, νότια των νησιών Μαλβίδων, λεγόταν π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΑΘΗΝΑΙΔΗΣ.
Σύμφωνα με τον βιογράφο του Νικόλαο Αμβράζη «ο Φιλόθεος κατήγετο εκ Γραμμενίτσης ,μικράς κώμης πλησίον της Άρτης ,παρά τον Αραχθον ποταμόν. Εγνώρισα αυτόν κατά το 1874 ,ότε εσπούδαζομεν ομού την Θεολογίαν εν τη κατά την Χάλκην Θεολογική Σχολή.
..Ο Φιλόθεος ήτο εκ των αγνών ψυχών ,εις τας οποίας διακρίνει τις καθαρά ,ότι κατοικεί η Χάρις του Θεού.
Μετά το τέλος των σπουδών του « προσεκλήθη να χειροτονηθεί και υπεδείχθη εις αυτόν το ύψος των Αρχιερατικών θρόνων». Ο ίδιος αρνήθηκε την πρόταση ως εξής:
«…- Όλα καλά και Άγια , είπεν ο Φιλόθεος αλλά η εντολή του Χριστού;
- Ποία εντολή ; τον ηρώτησε ο Διεθυντής της Θεολογικής Σχολής.
- Η εντολή,απηντησεν ο Φιλόθεος «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»(Ματθ.κη 19).Εφόσον είς και μόνος άπιστος υπάρχει επί της γής ,μη γνωρίζων τον Χριστόν και το Θείον Ευαγγέλιον ,η εντολή αύτη υποχρεώνει όλους τους χριστιανούς να εργάζονται υπέρ της επιστροφής των απίστων.
- Ποία εντολή ; τον ηρώτησε ο Διεθυντής της Θεολογικής Σχολής.
- Η εντολή,απηντησεν ο Φιλόθεος «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»(Ματθ.κη 19).Εφόσον είς και μόνος άπιστος υπάρχει επί της γής ,μη γνωρίζων τον Χριστόν και το Θείον Ευαγγέλιον ,η εντολή αύτη υποχρεώνει όλους τους χριστιανούς να εργάζονται υπέρ της επιστροφής των απίστων.
Αν όλοι γίνωμε Αρχιερείς ,μένοντες εις έν και το αυτό μέρος , που είναι το αποστολικό επάγγελμα και η αποστολική εργασία μεταξύ των απίστων; Ο Παύλος εκήρυττεν «εν κόποις περισσοτέρως ,εν πληγαίς υπερβαλλόντως,εν θανάτοις πολλάκις … οδοιπορίαις πολλάκις ,κινδύνοις ποταμών ,κινδύνοις ληστών,κινδύνοις εξ εθνών,κινδύνοις εν πόλει,κινδύνοις εν ερημία,κινδύνοις εν θαλάσση΄εν κόπω και μόχθω,εν αγρυπνίαις πολλάκις ,εν λιμώ και δίψει ,εν νηστείαις πολλάκις ,εν ψύχει και γυμνότητι.»(Β Κορινθ.ια 23-28). Και όλα ταύτα υπέφερεν ο Παύλος χάριν της σωτηρίας των αδελφών ,δια να οδηγήση αυτούς εις το Ευαγγέλιον της χάριτος του Θεού,δια να εκπληρώσει την εντολή «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
….Οι Απόστολοι δεν εξήλθον με Διπλώματα Θεολογικά να κηρύξωσι την αλήθειαν, αλλά με πίστιν ειλικρινή προς τον Θεόν , με αγάπη φλογεράν προς τον Χριστόν και με ζήλον ενθουσιώδη υπέρ της εξαπλώσεως της αληθούς γνώσεως του Θεού δια του κηρύγματος του Ευαγγελίου και του φωτισμού των ανθρώπων.
..Δια να αξιωθώ του αξιώματος τούτου(της Αρχιερωσύνης) πρέπει να δοκιμασθώ ,να υποφέρω διά τον Κύριον,να εργασθώ υπέρ των αδελφών μου,να κοπιάσω εργαζόμενος διπλά το Ευαγγέλιον και έπειτα να αναλάβω το μέγα αυτό φορτίον….»
Στην συνέχεια ο Φιλόθεος έφυγε από την Σχολή της Χάλκης χωρίς το Δίπλωμά του. Όπως αποκάλυψε στα Απομνημονεύματά του ,(στον συγγραφέα Νικόλαο Αμβράζη ),μετα από λίγο καιρό ,η Χαρις του Θεού του άνοιξε ένα Ιεραποστολικό δρόμο. Ακολούθησε το Ορθόδοξο Ιεραποστολικό κλιμάκιο , που με εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου πήγαινε στην Καλκούτα των Ινδιών.Το πλοίο όμως που τους μετέφερε ναυάγησε νότια των νησιών Μαλδίβων στον Ινδικό ωκεανό και με θαυματουργικό τρόπο αυτός και μερικοί άλλοι ναυαγοί σώθηκαν και τα κύματα της θάλασσας τους οδήγησαν στη παραλία των νησιών Τσάγκος. Τότε στην περιοχή κατοικούσαν άγριοι ανθρωποφάγοι.
Ενώ τους άλλους διασωθέντες τους σκότωσαν, αυτός σώθηκε εξ αιτίας ενός χαρακτηριστικού του προσώπου του , που έκαναν τους ανθρωποφάγους να τον θεωρήσουν ιερό πρόσωπο.
Γράφει στα απομνημονεύματά του. «Όλοι οι άγριοι,ρίψαντες μακράν τα φονικά όργανα και σχηματίσαντες κύκλον περί εμέ ,με παρετήρουν προσεκτικώς εις το πρόσωπον,κραυγάζοντες. «..Ιερός.Ιερός..»
«Ο πελώριος μαύρος ήγγιζε διά του δακτύλου ,μετά μεγάλου σεβασμού ,ως Επί της παρειάς μου υπήρχε μαύρον στίγμα ,έχον μέγεθος διλέπτου ,όπερ από της γεννήσεώς μου έφερον ,και όπερ κοινώς ονομάζεται ελιά ,και δεικνύων αυτό προς τους αγρίους ,εφώναζε..Ιερός,Ιερός..»
Αυτό το γεγονός άλλαξε την συμπεριφορά των αγρίων και έτσι ο Φιλόθεος έμεινε στο νησί,αφού θεωρήθηκε απεσταλμένος του Θεού. Από κεί και πέρα άρχισε η Ιεραποστολική του δράση εξημερώνοντας και εκχρισταινίζοντας τους αγρίους της φυλής των Νιανιαουμί ,μεταφράζοντας την Αγία Γραφή στην γλώσσα τους,και δημιουργώντας την πρώτη Ορθόδοξη Εκκλησία εκεί στον Ινδικό Ωκεανό.
Η Χάρις του Θεού πάλι με θαυματουργικό τρόπο του εξασφάλισε και Αρχιερέα ,ώστε και τους πρώην καννίβαλους να βαπτίσει και κληρικούς να χειροτονήσει. Ο Αρχιερέας ήταν ο Ηλιουπόλεως Αθανάσιος Τατίδης ,που καταγόταν από την Ζίτσα της Ηπείρου ,που βρέθηκε στην περιοχή και αυτός ναυαγός ,πηγαίνοντας σττην Ινδία.Αυτός χειροτόνησε και τον π.Φιλόθεο και εθεμελίωσε την πρώτη νεόφυτο Ορθόδοξη Εκκλησία στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού.
π.Δ.Α.
Ευλογητός ο Θεός που αναδεικνύει τέτοια πνευματικά Ιεραποστολικά αναστήματα της Εκκλησίας μας! Είθε το Πανάγιο Πνεύμα να φωτίσει και άλλους ανθρώπους ( ιερείς και λαϊκούς ) ώστε να μιμηθούν τον π. Φιλόθεο και να τρέξουν να κηρύξουν τον Χριστό, το Ευαγγέλιο, την ησυχαστική και Μυστηριακή ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας σε όλα τα έθνη, σε όλες τις φυλές, σε όλους τους ανθρώπους και να μεταφέρουν το μήνυμα της Ανάστασης και της Αιώνιας Ζωής.
Υ.Γ Τα νησιά αυτά σήμερα είναι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου και οι κάτοικοι τους εκδιώχτηκαν προς τις Σεϋχέλλες ( Μητρόπολη Ειρηνουπόλεως Τανζανίας ) και τον Μαυρίκιο, ο οποίος υπάγεται στη Μητρόπολη Μαδαγασκάρης. Ρίχνουμε την ιδέα να ερευνήσουν ( αν είναι δυνατόν, βέβαια, αυτό ) οι Μητροπολίτες Ειρηνουπόλεως και Μαδαγασκάρης ( ή να αποσταλλεί και Ορθόδοξος ιερέας ή θεολόγος) στα νησιά αυτά ( Σεϋχέλλες και Μαυρίκιο ) , να βρουν τους κατοίκους που εκδιώχτηκαν από τα νησιά Τσάγκος και να ανακαλύψουν Ορθοδόξους πιστούς ή απογόνους Ορθοδόξων Χριστιανών και να ανασυγκροτήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία στα νησιά του Ινδικού Ωκεανού, με τη χάρη και ευλογία του Θεού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)


