Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Οι τρείς Παίδες εν καμίνω

Απο τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου

Ωδή η΄. Ειρμός

Παίδας ευαγείς εν τη καμίνω, ο τόκος της Θεοτόκου δεσώσατο, τότε μεν τυπούμενος∙ νύν δε ενεργούμενος, την οιουμένην άπασαν, αγείρει ψάλλουσαν∙ Τον Κύριον υμνείτε τα έργα, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.


Δανιήλ
Καιφάλαιο: γ΄8-23, 24-27. Προσευχή Αζαρίου: 22-27

8 τότε προσήλθοσαν ἄνδρες Χαλδαῖοι καὶ διέβαλον τοὺς ᾿Ιουδαίους 9 τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ· βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι. 10 σὺ βασιλεῦ, ἔθηκας δόγμα πάντα ἄνθρωπον, ὃς ἂν ἀκούσῃ τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν 11 καὶ μὴ πεσὼν προσκυνήσῃ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἐμβληθήσεται εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. 12 εἰσὶν ἄνδρες ᾿Ιουδαῖοι, οὓς κατέστησας ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς χώρας Βαβυλῶνος, Σεδράχ, Μισάχ, ᾿Αβδεναγώ, οἳ οὐχ ὑπήκουσαν, βασιλεῦ, τῷ δόγματί σου, τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύουσι, καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦσι. 13 τότε Ναβουχοδονόσορ ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ εἶπεν ἀγαγεῖν τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ ᾿Αβδεναγώ, καὶ ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. 14 καὶ ἀπεκρίθη Ναβουχοδονόσορ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ ἀληθῶς Σεδράχ, Μισάχ, ᾿Αβδεναγώ, τοῖς θεοῖς μου οὐ λατρεύετε καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησα, οὐ προσκυνεῖτε; 15 νῦν οὖν εἰ ἔχετε ἑτοίμως, ἵνα ὡς ἂν ἀκούσητε τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν, πεσόντες προσκυνήσητε τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἐποίησα· ἐὰν δὲ μὴ προσκυνήσητε, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐμβληθήσεσθε εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. καὶ τίς ἐστι Θεός, ὃς ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν μου; 16 καὶ ἀπεκρίθησαν Σεδράχ, Μισάχ, ᾿Αβδεναγὼ λέγοντες τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ· οὐ χρείαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τοῦ ρήματος τούτου ἀποκριθῆναί σοι· 17 ἔστι γὰρ Θεὸς ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς, ᾧ ἡμεῖς λατρεύομεν, δυνατὸς ἐξελέσθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν σου, βασιλεῦ, ρύσεται ἡμᾶς· 18 καὶ ἐὰν μή, γνωστὸν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν καὶ τῇ εἰκόνι, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦμεν. 19 τότε Ναβουχοδονόσορ ἐπλήσθη θυμοῦ, καὶ ἡ ὄψις τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἐπὶ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ ᾿Αβδεναγώ, καὶ εἶπεν ἐκκαῦσαι τὴν κάμινον ἑπταπλασίως, ἕως οὗ εἰς τέλος ἐκκαῇ· 20 καὶ ἄνδρας ἰσχυροὺς ἰσχύϊ εἶπε πεδήσαντας τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ ᾿Αβδεναγὼ ἐμβαλεῖν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. 21 τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἐπεδήθησαν σὺν τοῖς σαραβάροις αὐτῶν καὶ τιάραις καὶ περικνημίσι καὶ ἐβλήθησαν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης, 22 ἐπεὶ τὸ ρῆμα τοῦ βασιλέως ὑπερίσχυσε καὶ ἡ κάμινος ἐξεκαύθη ἐκ περισσοῦ. 23 καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι, Σεδράχ, Μισὰχ καὶ ᾿Αβδεναγώ, ἔπεσον εἰς μέσον τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης πεπεδημένοι. καὶ περιεπάτουν ἐν μέσῳ τῆς φλογὸς ὑμνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ εὐλογοῦντες τὸν Κύριον.

22 Καὶ οὐ διέλιπον οἱ ἐμβάλλοντες αὐτοὺς ὑπηρέται τοῦ βασιλέως καίοντες τὴν κάμινον νάφθαν καὶ πίσσαν καὶ στυππίον καὶ κληματίδα. 23 καὶ διεχεῖτο ἡ φλὸξ ἐπάνω τῆς καμίνου ἐπὶ πήχεις τεσσαρακονταεννέα. 24 καὶ διώδευσε καὶ ἐνεπύρισεν οὕς εὗρε περὶ τὴν κάμινον τῶν Χαλδαίων. 25 ὁ δὲ ἄγγελος Κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς περὶ τὸν ᾿Αζαρίαν εἰς τὴν κάμινον καὶ ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς ἐκ τῆς καμίνου 26 καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον, καὶ οὐχ ἥψατο αὐτῶν τὸ καθόλου τὸ πῦρ καὶ οὐκ ἐλύπησεν οὐδὲ παρηνώχλησεν αὐτοῖς.
27 Τότε οἱ τρεῖς ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ὕμνουν καὶ ἐδόξαζον καὶ ηὐλόγουν τὸν Θεὸν ἐν τῇ καμίνῳ λέγοντες·
24 Καὶ Ναβουχοδονόσορ ἤκουσεν ὑμνούντων αὐτῶν καὶ ἐθαύμασε καὶ ἐξανέστη ἐν σπουδῇ καὶ εἶπε τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ· οὐχὶ ἄνδρας τρεῖς ἐβάλομεν εἰς τὸ μέσον τοῦ πυρὸς πεπεδημένους; καὶ εἶπον τῷ βασιλεῖ· ἀληθῶς, βασιλεῦ. 25 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἰδοὺ ἐγὼ ὁρῶ ἄνδρας τέσσαρας λελυμένους καὶ περιπατοῦντας ἐν μέσῳ τοῦ πυρός, καὶ διαφθορὰ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἡ ὅρασις τοῦ τετάρτου ὁμοία υἱῷ Θεοῦ. 26 τότε προσῆλθε Ναβουχοδονόσορ πρὸς τὴν θύραν τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης καὶ εἶπε· Σεδράχ, Μισάχ, ᾿Αβδεναγώ, οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ῾Υψίστου, ἐξέλθετε καὶ δεῦτε. καὶ ἐξῆλθον Σεδράχ, Μισάχ, ᾿Αβδεναγὼ ἐκ μέσου τοῦ πυρός. 27 καὶ συνάγονται οἱ σατράπαι καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ τοπάρχαι καὶ οἱ δυνάσται τοῦ βασιλέως καὶ ἐθεώρουν τοὺς ἄνδρας ὅτι οὐκ ἐκυρίευσε τὸ πῦρ τοῦ σώματος αὐτῶν, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν οὐκ ἐφλογίσθη, καὶ τὰ σαράβαρα αὐτῶν οὐκ ἠλλοιώθη, καὶ ὀσμὴ πυρὸς οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς.


ΑΠΟΔΟΣΗ


Τότε προσήλθαν άνδρες Χαλδαίοι και διέβαλαν τους Ιουδαίους στο βασιλιά Ναβουχοδονόσορ∙ βασιλιά , να ζήσεις αιώνια. Εσύ βασιλιά έδωσες πρόσταγμα στους ανθρώπους, όποιος ακούσει τη φωνή της σάλπιγγας, και των άλλων μουσικών οργάνων και ψαλμών και μουσικής και δεν πέσει να προσκυνήσει στην χρυσή εικόνα, να βαλθεί μέσα στο καμίνι της φωτιάς που καίει. Είναι άνδρες Ιουδαίοι, τους οποίους έβαλες επιβλέποντες στα έργα της χώρας της Βαβυλώνας, ο Σεδράχ, ο Μισάχ, και ο Αβδεναγώ, που δεν άκουσαν, βασιλιά, στο πρόσταγμά σου και δεν λατρεύουν την εικόνα τη χρυσή, που έστησες, και δεν τη προσκυνούν. Τότε ο Ναβουχοδονόσορ με θυμό και οργή είπε να οδηγήσουν τον Σεδράχ τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ, μπροστά στον βασιλιά. Και τους είπε ο Ναβουχοδονόσορ∙ αληθινά δεν λατρεύετε τους θεούς μου και την εικόνα μου τη χρυσή δεν την προσκυνείτε; Και τώρα αν είστε έτοιμοι όταν ακούσετε τα όργανα και τους ψαλμούς και τη μουσική πέστε να προσκυνήσετε την εικόνα, διαφορετικά αμέσως θα σας βάλω στο καμίνι το φλεγόμενο και ποιος θεός τότε θα σας γλυτώσει από τα χέρια μου; Δεν χρειάζεται τώρα εμείς να σου απαντήσουμε∙ υπάρχει ο Θεός μας στους ουρανούς που τον λατρεύουμε που θα μπορέσει να μας γλυτώσει από το καμίνι της φωτιάς. Και να σου γίνει γνωστό, βασιλιά , ότι δεν λατρεύουμε ούτε προσκυνούμε την εικόνα που έστησες. Τότε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ αγρίεψε και άλλαξε ο όψη του προσώπου του μπροστά στον Σεδράχ , τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ και είπε να αυξήσουν τη φωτιά στο καμίνι επτά φορές περισσότερο από ότι ήταν και να φτάσει στο όριο της. Και είπε σε δυνατούς άνδρες να βάλουν τους Σεδράχ τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ μέσα στο καμίνι. Και αφού έβαλαν τις προστατευτικές στολές τους πήκαν μέσα στο καμίνι για να αυξήσουν τη φωτιά περισσότερο σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά. Και οι τρείς αυτοί παίδες έπεσαν μέσα στο καμίνι δεμένοι και περπατούσαν μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό και ευλογούσαν τον Κύριο.

Και αυτοί που τους έβαλαν μέσα δεν σταματούσαν να αυξάνουν τη φωτιά με νάφθα και πίσσα και στουπιά και κληματίδα. Και αυξήθηκε η φωτιά μέσα στο καμινι πάνω από σαράντα εννιά πήχεις. Και έκαψε όσους ανθρώπους βρήκε να είναι κοντά στο καμίνι. Και άγγελος Κυρίου κατέβηκε μαζί με αυτούς που ήταν με τον Αζαρία στο καμίνι και τίναξε τη φλόγα της φωτιάς από το καμίνι και έκανε να υπάρχει μέσα στο καμίνι σαν ένας αέρας δροσερός που να στριφογυρίζει, και δεν τους άγγιξε καθόλου η φωτιά και δεν τους στεναχώρησε ούτε τους ενόχλησε καθόλου.
Και τότε και οι τρείς σαν να είχαν ένα στόμα υμνούσαν και δόξαζαν και ευλογούσαν τον Θεό.

Και ο Ναβουχοδονόσορ άκουσε τους ύμνους και θαύμασε σηκώθηκε με βιασύνη και είπε στους ακόλουθους του. Δεν βάλαμε τρείς άνδρες μέσα στη φωτιά δεμένους; Και είπαν στον βασιλιά∙ αλήθεια βασιλιά μας. Και είπε ο βασιλιας∙ εγώ τώρα βλέπω τέσσερις άνδρες λυμένους να περπατούν στο μέσο της φωτιάς, και δεν είναι καμένοι πουθενά, και τα μάτια μου βλέπουν τον τέταρτο να είναι όμοιο με υιό Θεού∙ και πήγε ο βασιλιάς στην πόρτα της καμίνου με τη φωτιά να καίει και είπε∙ Σεδράχ και Μισάχ και Αβδεναγώ, δούλοι του Θεού του Υψίστου, βγείτε και ελάτε∙ και βγήκαν απο τη φωτιά∙ και πλησίασαν όλοι οι μεγάλοι του βασιλιά και παρατηρούσαν τους ανδρες ότι δεν τους κυρίευσε η φωτιά στα σώματά τους και ούτε τρίχα δεν τους πείραξε ούτε και τα ρούχα τους και δεν υπήρχε ούτε μυρωδιά καμένου πάνω τους.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...