Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Αγίου Μεγάλου Βασιλείου

Άνθρωπος τέλειος είναι εκείνος ο οποίος αγαπά την αλήθεια και την δικαιοσύνη, ο οποίος σέβεται τον Θεό, δεν κάνει κακές πράξεις και είναι ελεήμων.


Κύριο γνώρισμα του ανθρώπου είναι να είναι ήμερος, επιεικής, πράος, ταπεινός, ήσυχος, σταθερός, μη παρασυρόμενος ως άλογον ζώον υπό της οργής ή υπό άλλων παθών.


Αδύνατος άνθρωπος είναι εκείνος , που δεν μπορεί να κρύψει τα μυστικά του.
Ισχυρός εκείνος που συγκρατεί την οργή του.
Υπομονετικός εκείνος, που μπορεί να κύψει τη δυστυχία του.
Πλούσιος εκείνος, που αρκείται στα αναγκαία.
Ο πλεονέκτης δεν ευφραίνεται ποτέ με αυτά που έχει. Λυπάται γι’ αυτά που του λείπουν.

Αυτός που σήμερα είναι θαλερός στο σώμα , τετράπαχος από την καλοπέραση , με πολύ καλό χρώμα, γεμάτος σφρίγος στην ακμή της ηλικίας του, ασταμάτητος στην ορμή , αύριο αυτός ο ίδιος είναι ελεεινός ή μαραμένος από τον χρόνο , ή διαλυμένος από αρρώστια.


Πρόσθεσε στον πλούτο του και κάποια πολιτική δύναμη που έχει και τις βασιλικές τιμές , ή ότι κυβερνά έθνη, ή έχει τη διοίκηση στρατοπέδων… Και τι γίνεται μετά από αυτά; Μία νύχτα ένας πυρετός ή πνευμονία τον αρπάζει από τους ανθρώπους και απαγάγοντας τον φεύγει και χάνεται , απογυμνώνοντας ξαφνικά το όλο θέατρο γύρω από αυτόν και η δόξα εκείνη αποδεικνύεται ένα όνειρο.

Είναι κακό , αυτός που ευεργετήθηκε και με τις πιο μεγάλες χάρες μάλιστα, μαζί με την αχαριστία , να αρχίζει να βρίζει και να λέει ατιμίες εναντίων του ευεργέτη του. Είναι κακό βέβαια, αλλά είναι μεγαλύτερο κακό σ’αυτόν που τα κάνει και όχι σ’ αυτόν που τα υφίσταται. Υπερβολική αγνωμοσύνη είναι κυρίως τούτο, η φιλανθρωπία του ευεργέτη να γίνεται αφορμή αχαριστίας.

Τίποτε από τα ανθρώπινα πράγματα δεν θα υπήρχε, αν σε κάθε τι που επιχειρούσαμε σκεφτόμασταν τις αποτυχίες . Διότι πάντοτε βρίσκεται δίπλα στην γεωργία η ακαρπία, στις εμπορικές επιχειρήσεις το ναυάγιο, στους γάμους η χηρεία, στην ανατροφή των παιδιών η στέρηση των παιδιών. Και όμως επιχειρούμε τα έργα, στηριζόμαστε στις πιο αγαθές ελπίδες, αναθέτοντας όμως την πραγματοποίηση αυτών που ελπίζουμε στον Θεό, ο οποίος ρυθμίζει όλα τα δικά μας πράγματα.

Να μιμείσαι τη γη άνθρωπε και να καρποφορείς όπως εκείνη. Να μη φανείς χειρότερος από εκείνη την άψυχη. Διότι εκείνη τους καρπούς δεν τους παράγει για τη δική της απόλαυση, αλλά για να υπηρετούν εσένα. Ενώ εσύ τον καρπό της καλοσύνης που θα κάνεις τον συγκεντρώνεις για τον εαυτό σου.

Γνωρίζεις τι καλό να κάνεις στον πλησίον σου; αυτό που θέλεις να γίνει στον εαυτό σου από άλλον.


Σκύψε στους τάφους και να δούμε αν θα μπορέσεις να διακρίνεις ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο κύριος. Ποιος ο φτωχός και ποιος ο πλούσιος . ξεχώρισε αν μπορείς , τον φυλακισμένο από τον βασιλιά, τον ισχυρό από τον ανίσχυρο , τον ωραίο από τον άσχημο. Αν λοιπόν θυμάσαι την κοινή κατάληξη , δεν θα καυχηθείς ποτέ.

Πόσο μεγάλος είναι ο Θεός , και ποιες είναι οι διαστάσεις του Θεού, και τι είδους είναι η ουσία του , αυτά είναι επικίνδυνα γι’ αυτόν που τα ρωτάει και άγνωστα γι’ αυτόν που ερωτάται. Θεραπεία και των δύο είναι η σιωπή.
Η ολιγάρκεια είναι ο μόνος θησαυρός που δεν εξαντλείται ποτέ.

Κενούς και ανόητους θεωρούμε αυτούς, που εύκολα μετακινούνται προς τα εδώ και προς τα εκεί και μεταβάλλονται σαν τον αέρα , που αλλάζει απότομα ή σαν τις παλλίρροιες των πορθμών.

Δεν τρώς κρέατα, αλλά τρώς τον αδελφό σου. Δεν πίνεις κρασί, αλλά δεν συγκρατείς τις βρισιές σου. Περιμένεις τον καιρό για να μεταλάβεις, αλλά ξοδεύεις τον χρόνο σου στα δικαστήρια. Ποιο το όφελος να νηστεύεις με το σώμα και να έχεις την ψυχή γεμάτη μύρια κακά;

Συμβαίνει συχνά οι φίλοι μας να ενεργούν για το κακό μας κι οι εχθροί μας για το καλό μας.

Πρόσεχε τον εαυτό σου, γιατί είσαι θνητός και θα επιστρέψεις στη γη. Κοίταξε γύρω σου εκείνους που πριν από σένα διακρίθηκαν για το ότι ήταν το ίδιο διάσημοι. Που βρίσκονται εκείνοι που είχαν τις πολιτικές εξουσίες; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι αυτοί που οργάνωναν τα πανηγύρια; Οι ένδοξοι καβαλάρηδες, οι στρατηλάτες, οι σατράπες, οι τύραννοι; Δεν έγιναν όλα σκόνη, δεν είναι μύθος; Δεν περιορίζονται σε λίγα κόκαλα αυτά που θυμίζουν τη ζωή τους;


Από το βιβλιαράκι
Εφόδια ζωής
Βενέτη Ι. Γεώργιου
Ορθόδοξος Κυψέλη

Αγίου Νεκταρίου:Λόγος περί βλασφημίας

Βλασφημία! Λέξη φοβερή , λέξη που προκαλεί αποτροπιασμό, λέξη που φανερώνει ασέβεια προς το θεό.

Η βλασφημία είναι έκφραση μίσους κατά του Θεού, είναι αποτέλεσμα βρώμικης καρδιάς και χαρακτηρίζει πονηρή ψυχή.

Η βλασφημία προκαλείται από άνθρωπο που είναι αιχμάλωτος στους δαίμονες και στην ψυχή και στο σώμα.

Ο βλάσφημος εξουσιάζεται από τον πονηρό δαίμονα, είναι η φωνή που εξέρχεται από το βάθος της κακίας, είναι η ηχώ του Ταρτάρου.

Ο βλάσφημος αγανακτεί κατά του Θεού και βγάζει από την πονηρή καρδιά του βλάσφημες εκφράσεις , γεμάτες χολή και ασέβεια! Αγανακτεί και βρίζει το Θεό δημιουργό που τον έφερε στη ζωή από το μηδέν! Αγανακτεί και βρίζει Αυτόν που τον φύλαξε κάτω από τη σκέπη της Χάριτος Του, για να μη χαθεί η ύπαρξή του!
Βλασφημεί τον χορηγό όλων των αγαθών.

Βλασφημεί Αυτόν που γεμίζει τους ανθρώπους από αγάπη και φιλανθρωπία.
Βρίζει τον αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό , που προσφέρει πλούσιες τις δωρεές Του ακόμη και στον βλάσφημο.
Βρίζει Αυτόν που γεμίζει με καλοσύνη όλο τον κόσμο. Βρίζει Αυτόν που συγκρατεί όλο το σύμπαν πάνω στο μηδέν.
Βρίζει Αυτόν που όλη η δημιουργία, και αυτή που φαίνεται και αυτή που είναι αόρατη, τον σέβεται
Βρίζει Αυτόν που όλη η κτίση δοξολογεί.
Ο βλάσφημος είναι αποστάτης και εχθρός του Θεού.
Απομακρύνθηκε από τον Θεό και ο Θεός απομακρύνθηκε απ’ αυτόν.
Ο βλάσφημος πήγε με την παράτακξη του διαβόλου , γιατί αυτού τα έργα αγάπησε και στρατιώτης αυτού έγινε.

Ο βλάσφημος αγωνίζεται με τη βοήθεια των δαιμόνων εναντίον της βασιλείας του Θεού.
Ο βλάσφημος αρνείται το βάπτισμα του, αρνείται τον ίδιο τον Χριστό.
Ο βλάσφημος, ως μέλος της κοινωνίας, είναι επικύνδυνος, γιατί δεν σέβεται το Θεό και από την ασέβεια αυτή προέρχονται όλα τα κά.

Ο βλάσφημος μπορεί να παραβαίνει κάθε ηθικό και πολιτικό νόμο χωρίς κανένα ενδοιασμό , αφού δεν σέβεται τον Θεό.

Ο βλάσφημος είναι επικίνδυνος στην κοινωνία, γιατί πορώθηκε η καρδιά του , η δε πορωμένη καρδιά έχασε την ευαισθησία της συνειδήσεως, αυτός δε που έχασε αυτή την ευαισθησία είναι ικανός να πράξει κάθε κακούργημα.
Τους βλάσφημους η κοινωνία πρέπει να τους τιμωρεί για το δικό της συμφέρον ,διότι είναι μέλη σάπια και απειλούν να μολύνουν ολόκληρη την κοινωνία.

Τους βλάσφημους οφείλει η κοινωνία να τιμωρεί ,για να μην επισύρει την οργή του Θεού εναντίον της.
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί για τον ηθικό χαρακτήρα του βλάσφημου , ποιος μπορεί να στηρίξει τις ελπίδες του ή να στηρίξει την εμπιστοσύνη του σ’ αυτόν; Πως αυτός που βλασφημεί τα ιερά πρόσωπα θα σεβαστεί τα ανθρώπινα; Πως μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον προς την κοινωνία , όταν για το ύψιστο των καθηκόντων του προς το Θεό ασεβεί;

Ο βλάσφημος είναι στερημένος κάθε αρετής και είναι αιχμάλωτος κάθε πάθους.

Πως μπορεί ο βλάσφημος να είναι τίμιος επαγγελματίας , τίμιος εργάτης, όταν συμπεριφέρεται άτιμα και αχάριστα προς το Θεό;

Πως μπορεί να γίνει καλός και χρήσιμος φίλος;

Πως μπορεί ο βλάσφημος να είναι συνεπής στις συναλλαγές του, όταν δεν σέβεται τον Ιησού Χριστό και Θεό μας;
Πως μπορεί να είναι καλός συνέταιρος όταν κανένα δεν σέβεται;
Τον βλάσφημο πρέπει να τον αποφεύγουμε ως επικίνδυνο και για μας και για την οικογένεια μας
Ο βλάσφημος είναι κακός γιος. Ως αχάριστος προς το Θεό πως μπορεί να είναι ευγνώμων προς τους γονείς του; Του βλάσφημους γιους οι γονείς οφείλουν να τους διώχνουν από τα σπίτια τους για να μην έλθει η οργή του Θεού πάνω τους.

Ο βλάσφημος δεν μπορεί να είναι καλός σύζυγος, ούτε καλός πατέρας και κάποια στιγμή θα ξεσπάσει πάνω του η οργή του Θεού . Φύγετε μακριά από τους βλάσφημους.
Για τους βλάσφημους ο θεός διατάσσει στην Αγία Γραφή (Λευ.24,16) να λιθοβολούνται . Θεία απόφαση , άρα και δίκαια , διότι ο προς τον Θεός ασεβής είναι ασεβέστερος των ασεβέστερων. Αυτός που συμπεριφέρεται με ασέβεια προς το Θεό δεν θα είναι και προς τους συνανθρώπους του ασεβής;
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας προτρέπει ούτε ένας λόγος αργός να μη βγαίνει από το στόμα μας, γιατί θα δώσουμε λόγο την ημέρα της κρίσεως.
Εάν λοιπόν θα ζητηθούν ευθύνες για ένα λόγο αργό, που μπορεί να κρυφθεί ο βλάσφημος; Στον ουρανό αλλ’ ο Ουρανός είναι θρόνος του Θεού. Στον Άδη; Ναι, στα Τάρταρα του Άδη! Γιατί , λέγει ο Κύριος, αυτός που οργίζεται κατά του πλησίον του είναι ένοχος στη γενεά του πυρός και εάν τέτοια ευθύνη έχει ο κατά του πλησίον οργισθείς, ποια ευθύνη θα έχει ο κατά του Θεού , του Ιησού Χριστού και της Παναγίας βλασφήμων;
Οι Άγιοι της Εκκλησίας θεωρούν τον βλάσφημο χειρότερο και από τον δαίμονα, γιατί ο μεν σατανάς ακούγοντας το όνομα , το υπέρ παν όνομα, το Θείον του Θεού όνομα, φρίττει και τρέμει, ο δε βλάσφημος με αχαριστία και ασέβεια Αυτόν βλασφημεί.
Ο Μέγας Βασίλειος λέγει περί των βλασφήμων αυτό: Αυτός που αμαρτάνει παραβαίνει το Νόμο, ο δε βλάσφημος ασεβεί στην Θεότητα. Εάν ο παραβάτης του Νόμου του Θεού κολάζεται, πόσον μάλλον ο βλάσφημος που βρίζει τον Νομοθέτη;

Τελειώνοντας , σας παρακαλώ να βοηθήσετε τους βλάσφημους να μετανοήσουν , να πλησιάσουν στο ιερό Μυστήριο της Εξομολογήσεως και να ζητήσουν το έλεος και την συγγνώμη του αγίου Θεού και να σταματήσουν το βρόμικο αυτό πάθος, διαφορετικά απομακρυνθείτε από κοντά τους, όπως φεύγετε μακριά από μια οχιά, μήπως και διορθωθούν , πράγμα που εύχομαι.

Αγίου Νεκταρίου
Μητροπολίτου Πενταπόλεως

Λόγοι Αγίου Φωτίου

Για τη νηστεία.

Νηστεία απ’ το Θεό είναι μαζί με την στέρηση των τροφών και η απομάκρυση απο τις αμαρτίες, απ’ τον φθόνο , το μίσος, την συκοφαντία, και τα άλλα κακά. Νηστεύοντας όλα αυτά αυτός που κάνει πραγματική νηστεία που την υπολογίζει ο Θεός, οφείλει να φεύγει μακρυά με άλματα μ’ όλη του τη δύναμη και όλη του την γρηγοράδα και να μένει άκαμπτος και ασάλευτος στις διαβολικές επινοήσεις· αυτός όμως που ασκεί την στέρηση απο τα φαγητά και δεν τηρεί την εγκράτεια απο τα γνωστά πάθη, μοιάζει με εκείνον που ρίχνει γερά θεμέλια στο κτίσιμο του σπιτιού του, όμως κατοικεί μαζί με φίδια και σκορπιούς και έχιδνες σ’ αυτό. Διότι όπως στο σπίτι εκείνο το χτίσιμο των γερών θεμελίων γίνεται παγίδα θανατηφόρος σ’ αυτούς που πλησιάζουν,επειδή ρίχνουν ύπουλα το δηλητήριο τους τα ερπετά που έχουν εκεί φωλιάσει , έτσι και ο άνθρωπος εκείνος, που έχει θεμελιώσει στη νηστεία την διαφήμησή του απο τους ανθρώπους, μέσα του όμως προστατεύει τα πάθη, που μοιάζουν με θηρία, και γίνεται καταστρεπτικός στους ανθρώπους.

Νηστεύει τα φαγητά; Καλά κάνεις. Διότι αυτό είναι όπλο ενάντιο στα πάθη για εκείνους που ξέρουν βέβαια καλά να το χρησιμοποιούν. Νήστεψε και τον φθόνο, για να υπολογίζεται η νηστεία σου απ’ το Θεό σαν νηστεία και να μην είναι προσωπίδα κάτω απο την οποία καλύπτονται οι άλλες κακίες, έχοντας παραπέτασμα το πρόσχημα της ασιτίας. Νηστεύεις τα φαγητά; Νήστεψε και την κενοδοξία, νήστεψε την κατάκριση και την συκοφαντία.

Να αποφύγουμε την πλεονεξία, που προκαλέι την αδικία και εξορίζει την δικαιοσύνη, που απομακρύνει την αγάπη πρός τους αδελφούς και αγκαλιάζει την μισανθρωπία. Να αποφεύγουμε τα μεθύσια και την λαιμαργία, που είναι μητέρες της ακολασίας και της πορνείας... Ας αποφύγουμε τις ζήλιες και τις διαφωνίες και τις διαμάχες, που γεννούν επιβουλές και απο τις οποίες οι φόνοι προέρχονται, επειδή απο κακά σπέρματα φυτρώνουν κακα γεωργικά προϊόντα. Ας τα μισήσουε αυτά και ας τα φτύσουμε· ας αγαπήσουμε τις εντολές του Κυρίου και μ’ αυτές ας στολίσουμε τους εαυτούς μας. Ας εκτιμήσουμε την παρθενία, ας επιτύχουμε την πραότητα, ας διατηρήσουμε την αγάπη αναμεταξύ μας, ας φέρουμε στα σπίτια μας τη φιλοξενία, ας καρατήσουμε την εγκράτεια...

Για την ελεημοσύνη

Σπλαχνίσου τον φτωχό και μη τον διώξεις, όταν σε παρακαλεί. Φαντάσου την ασταμάτητη φωτιά( του πάθους) του πλούσιου και σβήσε την φωτιά της φιλαργυρίας μέσα σου· μη μαζέψεις το χέρι σου απο τον φτωχό, για να μη χάσεις, όταν θα παρακαλάς εκείνον που θα σε δροσίσει με μιά σταγόνα νερό στο δάχτυλό του. Κάνε μέτοχο της περιουσίας σου το φτωχό , για να μην ακούσεις: απέλαβες τα αγαθά σου , όταν ζούσες...Στάξε , όσο βρίσκεσαι σε τουτη τη ζωή ,σταγόνια συμπόνιας, για ν’ αναβλύζουν για σένα ποταμοί φιλανθρωπίας... Και αν είσαι εύπορος και έχεις χρήματα, δώσε στον στερημένο. Εάν έτσι συντηρείς τον εαυτό σου με την μέτρια δαπάνη και εάν τον έκανες σίγουρο με την αυτάρκεια, ώστε τίποτα απο τα περιττά ή απο τα πλεονάσματα να μην αποθηκεύεις, απο όσα εσύ απολαμβάνεις δώσε τροφή στον φτωχό, μάλλον όμως απ’ όσα εσύ τον εαυτό σου διατρέφεις, θρέψε και τον φωχό. Αυτόν που τρέμει απο το κρύο ντύσε με ρούχο· τον άστεγο δέξου στο σπίτι σου· στούς ξένους γίνε φιλόξενος, έχοντας στο νού σου την φιλοξενία του Αβραάμ και την ευλογία που ο Θεός του ανταπέδωσε...Αν όμως και αυτά σου λείπουν, δώσε ένα ποτήρι κρύο νερό· το δέχεται ο Χριστός απο σένα όχι λιγώτερο ευχάριστα απο τις πολυτελείς προσφορες των πλουσίων. Διότι όχι τον όγκο του δώρου, αλλά αφού ζυγίσει τον τρόπο της απόφασης, δέχεται την προθυμία ( ο Θεός). Μέχρι αυτό το σημείο απλώνει τα όρια της ελεημοσύνης (ο Θεός), μαλλόν όμως ουτε εδώ σταματα· αλλά εάν ακόμα και αυτο σου λείπει( το νερό) και σε παρακινεί για ελεημοσύνη η διάθεσή σου, επισκέψου τον φυλακισμένο, συμπάθησε με την καρδιά σου αυτόν που πάσχει, αναστέναξε απο την ψυχή σου για το δυστύχημα που έγινε, στάξε ένα δάκρυ για να δροσιστεί αυτός που υποφέρει. Διότι όταν αληθινά συμπάσχεις με τον πλησίον, πολλή παρηγοριά δίνεις σ΄ αυτόν που δυστυχεί...

Για την αγάπη

Αγαπητοί , ας φροντίζουμε για την αγάπη· αυτήν με βιασύνη ας επιδιώξουμε, αυτήν ας κάνουμε συγκάτοικο, αυτήν ας μεταφέρουμε μαζί μας στις αγορές , στις πόλεις, στις εημιές, στις αίθουσεςς των συνεδριάσεων, στα δικαστήρια· μάλλον όμως, ας την κρατάμε καλά την αγάπη, δεν θα βλέπουμε καθόλου δικαστήρια· δότι αυτή έχει γίνει πηγή μακριοθυμίας, χρηστότητος, επιείκειας, έλλειψης οργής, πραότητος, πίστεως, ελπίδας, υπομονής....Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον , αγαπητοί , για να διατηρήσουμε τα χαρίσμα τα που μας έχει δώσει ο Θεός, για να μην αχρηστεύσουμε την ομορφιά των αρετών. Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον για να αξιωθούμε και να γίνουμε και να ονομασθούμε παιδιά του Θεού, για να κληρονομήσουμε την βασιλεά των Ουρανών.

Για τη ματαιότητα της ζωής


Προσέχετε, αελφοί , και αντιληφθείτε πόσο τιποτένια είναι η ζωή μας και πόσο γρήγορα μαραίνεται ,διοτι με σκιά παρομοιάζεται και με όνειρα παραβάλλεται και δεν είναι απο τίποτα απ’ αυτά σταθερώτερη· διότι η εδώ ζωή αν και φαίνεται να παραμένει, όμως παρέρχεται, όταν όμως περάσει δεν επιστρέφει. Ας συλλογιστούμε τι είμαστε και πόσο καιρό θα ζήσουμε , που κατόν θα πάμε και πως θα ειπράξουμε τις ευθύνες γι’ αυτά που κάναμε στη ζωή μας και ας μην εξαρτάμε τους εαυτούς μας απο την παρούσα μόνο ζωή, αλλά και την μελλοντική ας θυμόμαστε. Θυμήσου , λέει , ο προφήτης, τα μακρυνά γηρατειά σου και δεν θα αμρτήσεις ποτέ, ας βάλουμε μυαλό και ας μελετήσουμε τον θάνατο πρίν πεθάνουμε , για να ζήσουμε μέτα τον θάνατο ύπνο τίμιο κοντά στον Κύριο μας...Όσο στέκεται το πανηγύρι, με βιασύνη ας αγωνιστούμε για να έχουμε έτοιμα τα εφόδια της πορείας μας. Πολύ και μεγάλη είναι η ανάγκη των εφοδίων και η προσπάθεια με την οποία θα μπορέσουμε να εμπορευθούμε αυτά είναι χωρίς ταλαιπωρίες· δεν χρειάζονται περισσότροι κόποι, ούτε κοπιαστικός και μακρύς δρόμος, ούτε χρειάζεται να πλεύσουμε στο αμέτρητο πέλαγος της θάλασσας...δικά μας είναι τα κέρδη της προσπάθειας, σε μας είναι η πηγή των δακρύων που τρέχουν στα μάγουλά μας, λούζουν με λαμπρότητα την ψυχή και ποτίζουν τον παράδεισο για να φέρει σε μας καρπούς.

Κανείς να μη εγκαταλείψει τον αγώνα, κανείς να μη καμφθεί, αγαπητοί, κανείς να μη λιποτακτήσει. Όλοι με προθυμία ριχτούμε στον αγώνα, με γενναιότητα ας πολεμήσουμε. Ας υπομείνουμε με γενναιοψυχία, ας παραταχθούμε εναντίον του εχθρού με ανδρεία. Διότι στο μέσον στέκεται εκείνος που θα δώσει το στεφάνι της νίκης, ο Χριστός, και θα μας προσφέρει τα βραβεία της νίκης.

Για τον πνευματικό αγώνα

Τι λέει λοιπόν; Επειδή αμαρτήσαμε μετά το βάπτισμα και επειδή με τα σφάλματά μας καταμολυνθήκαμε, δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας; δεν υπάρχει φάρμακο επιστροφής; Τα πάντα έχουν χαθεί, τα πάντα έχουν εξαφανιστεί, η μακροθυμία, η φιλανθρωπία, η ανεξικακία και η ευσπλαχνία;... Δεν υπάρχει άλλος δρόμος θεραπείας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκτήσουμε πάλι ότι χάσαμε; Όσο εξαρτάται απο τις αμαρτωλές μας πράξεις δεν υπάρχει. Όσο όμως εξαρτάται απο την χρηστότητα και την ανείπωτη φιλανθρωπία του Θεού, υπάρχει τρόπος σωτηρίας. ποιός είναι λοιπόν αυτός; Η εξομολόγηση μετά απο ειλικρινή μετάνοια....Πως όμως να εξομολογηθώ; Μιμούμενος τον άσωτο και πέφτοντας στα πόδια του Κυρίου και κραυγάζοντας με καρδιά συντετριμμένη και με πνεύμα ταπεινώσεως: αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν Σου, δέξαι με , Πατέρα, μετανοούντα...Πως να εξομολογηθώ; Ελεώντας τον φτωχό και τον ζητιάνο και συγχωρώντας του πλησίον τις αδικίες. Με αυτόν τον τρόπο η αμαρτία εξαλείφεται , έτσι καθαριζόμαστε απο τα σφάλματα...

Ας μη μιμηθούμε την αγνωμομσύνη των Ιουδαίων , αλλά ας ζηλέψουμε την ευγνωμοσύνη των παιδιών...Ας γίνουμε και εμείς σαν τα παιδιά... Ας γίνουμε παιδιά ως προς την κακία... Ας προσφέρουμε κλαδιά με καρπούς ελεημοσύνης στον Κύριο, για να εισέλθουμε στην αιώνια χαρά των δικαίων. Ας τον προϋπαντήσουμε στρώνοντας χιτώνες. Πως όμως να τους στώνουμε; με το να τους στώνουμε για τους φτωχούς· διότι Αυτός δέχεται για τον εαυτό του τις υπηρεσίες μας στους φτωχούς και μας λεει δυνατά: ότι κάνατε για τον καθένα απο αυτούς τους αδελφούς μου, σε μένα το έχετε κάνει. Ω φωνή αγαπημένη και θεϊκή: Σε μένα, λέει , στώνεις τα ρούχα σου, όταν μ’ αυτά τους φτωχούς ντύνεις, εμένα περιθάλπεις, όταν σ’ αυτους γλυκαίνεις που πικρούς πόνους του κρύου...

Για την σταυρική θυσία

Γιατί πεθαίνει όλα αυτά ο Δεσπότης του παντός; Για να αναβλύσει απο το Σταυρό του η σωτηρία για σένα, για να σε απαλλάξει απο την δουλεία του διαβόλου, για να σε αρπάξει απο την παλιά τυραννία. Αλλά εκείνος τα πάσχει αυτά, για να μας εξαγοράσει μια για πάντα, επειδή πουληθήκαμε στην αμαρτία, εμείς όμως αρχίζουμε πάλι να παραδίνουμε τους εαυτούς μας στις τόσο αισχρές και άθλιες ηδονές και στην τεμπελιά; Εκείνος μαστιγώνεται για να απομακρύνει τις μάστιγες των αμαρτιών απο πάνω μας και εμείς πάλις υποκλινώμαστε σ’ αυτές σαν σε καλους κυρίους; Εκείνος παραδίνει το σώμα Του στον θάνατο για να σώσει ζωή στην ψυχή μας, και εμείς εξαγριώνουμε το δικό μας σώμα με έκφυλες πράξεις και επιτρέπουμε σ’ αυτό να παλεμά και να ζητά το φόνεο της ψυχής; Εκείνος γεύεται τον θάνατο, για να μας χαρίσει την αθανασία, και εμείς φιλονεικούμε να καταπνίξουμε τους εαυτούς μας με τη θηλειά των παθών; Η γή σείεται, ο ήλιος σκοτινιάζει , το καταπέτασμα του ναού σχίζεται , γιατι βλέπει τον δεσπότη σταυρωμένο για χάρι μας, εμείς ίμως καθόλου δεν λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας; Τα στοιχεία της γής αλλοιώνονται, και σε σένα δεν γίνεται καμιά μεταβολή προς το καλύτερο; Ούτε αυτά δεν σε παρακινούν σε μετάνοια, ούτε σε μαλακώνουν την πώρωσι της ψυχής σου;

Αγία Ματρώνα Μοσχας

Νουθεσίες γενικού χαρακτήρα

Αγία Ματρώνα της Μόσχας: Νουθεσίες γενικού χαρακτήρα.

Δίδασκε να μην κατακρίνει κανείς τον πλησίον του. ‘‘ Γιατί να κατακρίνουμε τους άλλους;’’- έλεγε. ‘‘Να σκέφτεσαι πιο πολύ τον εαυτό σου. κάθε προβατάκι θα κρεμασθεί απ’ τη δικιά του ουρίτσα. Με τις ξένες ουρίτσες τι δουλειά έχεις;’’. Έλεγε να εμπιστεύεται κανείς στο θέλημα του Θεού. Να ζεί με προσευχή . Νουθετούσε να υπομένει κανείς τις θλίψεις. Να κάνει συχνά το σταυρό του, να σφραγίζει επίσης με τον Τίμιο Σταυρό και τα πράγματα γύρω του. Συνιστούσε συχνή Μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων . Έλεγε: ‘‘Να θωρακίζεται κανείς με τον Τίμιο Σταυρό , με προσευχή , με Αγιασμό, με συχνή Θεία Μετάληψη…Να έχετε μπροστά στις εικόνες αναμμένα κανδήλια’’.

Επίσης δίδασκε να αγαπάει κανείς τους γέρους και ασθενείς. ‘‘Άμα άνθρωποι γεροί , άρρωστοι ή εκείνοι που χάσανε τα μυαλά τους σας λένε κάτι δυσάρεστο ή προσβλητικό, μην τους ακούτε, αλλά απλώς να τους βοηθάτε. Με όλη την επιμέλεια πρέπει να βοηθά κανείς τους αρρώστους και να τους συγχωράει ό,τι και να του πούν , ό, τι και να κάνουν’’.

Η Ματρώνα έλεγε να μη δίνει κανείς σημασία στα όνειρα: ‘‘ Μην τα προσέχεις, γίνονται και απ’ τον πειρασμό, για να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο, να τον μπερδέψουν με λογισμούς’’.

Έλεγε να μη τρέχει συνέχεια κανείς σε διάφορους πνευματικούς, γυρεύοντας Στάρετς και διορατικούς. ‘‘Όταν τρέχει κανείς σε πολλούς πατέρες, μπορεί να χάσει την πνευματική οδό και τη σωστή κατεύθυνση στη ζωή’’. ‘‘ Ο κόσμος, -έλεγε πάλι- , ‘‘εν τω πονηρώ και εν τη πλάνη κείται’’. ‘‘Εάν πάτε σ’ ένα γέροντα ή ιερέα να συμβουλευθείτε, να προσεύχεστε να τον φωτίσει ο Θεός να σας δώσει σωστή συμβουλή’’. Έλεγε να μην ενδιαφέρεται κανείς για την προσωπική ζωή των ιερέων. Σ’ αυτούς, που επιθυμούν τη χριστιανική τελειότητα συνιστούσε να μη διακρίνονται από τους άλλου με την εξωτερική τους εμφάνιση, όπως λ.χ. με μαύρα ρούχα κλπ. ‘‘ Όταν είσαι στην Εκκλησία , μην κοιτάς κανένα. Να προσεύχεσαι με κλειστά μάτια ή να κοιτάς σε κάποια εικόνα’’.

Έλεγε ότι το να βάφονται οι γυναίκες και γενικώς να χρησιμοποιούν διάφορα φταισίδια είναι μεγάλη αμαρτία, επειδή ο άνθρωπος χαλάει και καταστρέφει την ανθρώπινη μορφή, αποκτάει αυτό που δεν του είχε δώσει ο Θεός, διαστρέφει τη φυσική ομορφιά και όλα αυτά οδηγούν στη διαφθορά.

Στις πιστές κοπέλες η Ματρώνα έλεγε: ‘‘ Σε σας, τις κοπέλες, ο Θεός όλα θα τα συγχωρέσει, εάν θα αφοσιωθείτε σ’ Αυτόν. Αυτή που αποφασίζει να μην παντρευτεί , πρέπει να κρατήσει την αγνότητα της μέχρι το τέλος. Γι’ αυτό ο Θεός θα της δώσει στεφάνι.

Η Ματρώνουσκα δίδασκε: ‘‘Πλησιάσει πειρασμός; Πρέπει οπωσδήποτε να προσεύχεστε. Αδικοχαμένος γίνεται κανείς, όταν ζεί χωρίς προσευχή. Ο εχθρός κάθεται στον αριστερό μας ώμο και στο δεξιό ο Άγγελος. Έχουν και ο ένας και ο άλλος το δικό τους βιβλίο. Στο ένα γράφονται οι αμαρτίες μας, στο άλλο τα καλά μας έργα’’. ‘‘Πιο συχνά,- έλεγε-, να κάνετε το σταυρό σας. Ο σταυρός είναι κλειδαριά, όπως και της πόρτας’’. Συμβούλευε να μην ξεχνά κανείς να σταυρώνει το φαγητό. ‘‘ Να καταφεύγετε στη σωστική και προστατευτική δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού’’.,-έλεγε.
Για τους τους μάγους είχε τη γνώμη∙ ‘‘ Δεν υπάρχει σωτηρία, αν δεν μετανοήσουν , γι’ αυτούς που εκουσίως έγιναν σύμμαχοι της δυνάμεως του πονηρού , αφού ασχολήθηκαν με τα μάγια. Δεν κάνει να ζητά κανείς βοήθεια από τις μάγισσες. Μπορεί να σου θεραπεύσουν φαινομενικά κάποιο σωματικό όργανο, αλλά θα σου βλάψουν την ψυχή.
Η Μάτουσκα πολλές φορές φανέρωνε στους δικούς της ότι μάχεται με τους μάγους, με τις πονηρές δυνάμεις, ότι αοράτως τους πολεμάει. Μία φορά ήρθε ένας γέρος , ευπαρουσίαστος και σεβάσμιος, με γένια. Έπεσε μπροστά της, γονυπετής, όλα δάκρυα και της είπε: ‘ Πεθαίνει ο μοναχογιός μου. ‘’Η Αγία έγειρε προς αυτόν και τον ερώτησε χαμηλόφωνα: ‘‘ Και συ τι μάγια του έχεις κάνει; Για να πεθάνει ή όχι;’’ ‘‘Για να πεθάνει’’,- απάντησε αυτός. ‘‘Φύγε, φύγε από ένα,- του λέγει η Μάτουσκα-, τότε γιατί ήρθες σε μένα;’’. και όταν έφυγε είπε: ‘‘Οι μάγοι γνωρίζουν το Θεό! Μακάρι κι εσείς να κάνετε τέτοια προσευχή σας εκείνους , όταν μετανοημένοι εκλιπαρούν από το Θεό συγχώρεση για το κακό που έκαναν!’’.



Η γενική απομάκρυνση από το Θεό, η μαχητική αθεΐα, η αύξηση της αποξένωσης και της έχθρας μεταξύ των ανθρώπων, η απόρριψη της πίστεως και της παραδόσεως, η αμαρτωλή και αμετανόητη ζωή προκάλεσαν σε εκατομμύρια ψυχές σοβαρές πνευματικές ζημιές.
Τις μέρες που γίνονταν μαζικές κομμουνιστικές διαδηλώσεις , η Αγία παρακαλούσε όλους να μη βγαίνουν έξω, να κλείνουν πόρτες , παράθυρα και φεγγίτες, επειδή , όπως έλεγε, τα στίφη των δαιμόνων καταλαμβάνουν όλο το χώρο. Ίσως η Μάτουσκα, που πολλές φορές μιλούσε αλληγορικά, ήθελε με αυτά τα λόγια α υπενθυμίσει την ανάγκη να έχει κανείς κλειστά τα παράθυρα της ψυχής, όπως ονομάζουν οι Πατέρες τις αισθήσεις του ανθρώπου.

Κάποτε η Ζ. Ζδάνοβα τη ρώτησε για τα χρόνια του ‘‘μαχητικού αθεϊσμού’’. ‘‘Πως επέτρεψε ο Θεός να κλείσουν και να καταγκρεμίσουν τόσους ναούς;’’. Η αγία απάντησε: ‘‘Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Ο αριθμός των ναών ελαττώθηκε , επειδή οι πιστοί θα είναι ολίγοι , δε να υπάρχουν και ιερείς γι’ αυτές τι εκκλησίες’’. ‘‘Μα γιατί κανένας δεν αγωνίζεται;’’ Ερώτησε η Ζηναΐδα . ‘‘ Ο λαός είναι υπνωτισμένος, έχει χάσει τα νερά του. Μία φοβερή δαιμονική δύναμη μπήκε σε δράση. Βρίσκεται στον αέρα, διεισδύει παντού. Παλιά κατοικούσε στα έλη και τα πυκνά δάση, επειδή οι άνθρωπο εκκλησιάζονταν, φορούσαν το σταυρό. Τα σπίτια ήταν προστατευμένα από τις εικόνες, τα κανδήλια, τον αγιασμό. Τα δαιμόνια πετούσαν από δίπλα και δεν μπαίνανε μέσα σ’ αυτά τα σπίτια. Σήμερα όμως έχουν γίνει κατοικητήριο των δαιμόνων και οι ίδιοι οι άνθρωποι για την απιστία τους και την απομάκρυνσή τους από το Θεό’’.
Διαβάζοντας τους δαιμονισμένους, προσευχόμενη για κάθε προσερχόμενο, παρηγορώντας τις θλίψεις του κόσμου, η Μάτουσκα κουραζόταν τόσο πολύ που προς το τέλος της ημέρας δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει με τους δικούς της, και μόνο σιγά αναστέναζε, ακουμπώντας το κεφάλι στην παλάμη της. Η εσωτερική , πνευματική της ζωή έμεινε μυστήριο ακόμα και για τους οικείου της, μερικοί , θέλοντας να μάθουν για την πνευματική της ζωή, την παρακολουθούσαν τις νύχτες. Μια κοπέλα είδε ότι όλη τη νύχτα προσευχόταν και έκανε μετάνοιες. Από τους συχνούς σταυρούς δημιουργήθηκε στο μέτωπό της Αγίας ένα λακκάκι- το ίχνος των δακτύλων της. Το σταυρό της τον έκανε βραδέως, με θέρμη, τα δακτυλάκια της ψάχνανε το λακκάκι.

Η Αγία Ματρώνα της Μόσχας.
Εκδόσεις ‘’ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ’’
Μετάφραση από τη Ρωσική
Δορυμέδοντος ιερομονάχου.

Ανακηρύχθηκε Αγία στις 2 Μαΐου 1999, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας.

Η Αγία Ματρώνα ήταν ανάπηρη και εκ γενετής τυφλή.

Παπα-Νικόλας Πλανάς.

Μια αθηναϊκή οικογένεια είχε παιδί στο εκστρατευτικό σώμα που πήγε στην Κριμαία. Είχαν τρία ολόκληρα χρόνια να επικοινωνήσουν μαζί του και δεν ήξεραν αν ζει ή αν πέθανε. Ρώτησαν παντού, αλλά από πουθενά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε. Άκουσαν για τον παπα-Νικόλα τον Πλανά και κατέφυγαν σ’ αυτόν. Του διεκτραγώδησαν τον πόνο τους. Εκείνος τους είπε:

-Ελάτε αύριο, να σας πω.

Σε τέτοιες περιπτώσεις αγρυπνούσε προσευχόμενος. Πήγαν την επόμενη μέρα γεμάτοι αγωνία. Και τους λέει:

-Ζεί το παιδί σας. Στο τέλος της εβδομάδας θα έχετε γράμμα του και τον άλλο μήνα θα δείτε και τον ίδιο!

Όπως τους τα είπε, έτσι και συνέβησαν. Μετά τον ερχομό του στρατευμένου παιδιού ολόκληρη η οικογένεια ζήτησε να ευλογηθεί από τον ταπεινό ιερέα.

--

Η χαρά του και η ζωή του ήτανε να λατρεύει τον Θεό «ημέρας και νυκτός», να κάνει λειτουργίες, αγρυπνίες, εσπερινούς, παρακλήσεις, αγιασμούς, ευχέλαια, μνημόσυνα. Έξω απ’ αυτά, ζωή και ευτυχία δεν υπήρχε για τον γέροντα , για τον «παππού», για τον παπα-Νικόλα…
Όλη η έγνοια και η φροντίδα του γέροντα ήτανε η σωτηρία των προβάτων . τα πονούσε , επειδή δεν ήτανε «ο μισθωτός» που αφήνει τα πρόβατα και φεύγει… Με τα χρήματα α δεν είχε καμιά συνάφεια. Ό,τι του δίνανε για να λειτουργήσει και για να μνημονέψει, από το ένα χέρι τα’ παίρνε και από τ’ άλλο τα έδινε.
Επί 50χρόνια δεν ήξερε τι θα πει πρωινό ρόφημα, ή μεσημεριανός ύπνος! Τις καλοκαιρινές ώρας, που ο κόσμος ησυχάζει , έστω και μια ώρα, αυτός μνημόνευε τα ατελείωτα ονόματα των χριστιανών.
…Υπεραγαπούσε τους ενορίτες του, τους συλλειτουργούς του, τους επιτρόπους και δεν απεσπάτο εντελώς από το Ναό , γιατί δεν υπέφερε να είναι μακριά από την αγάπη τους.
Γράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης , που τον γνώρισε και έψαλλε πολλές φορές στις αγρυπνίες.

«Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί , εις τας πόλεις και εις τας χωρία…
Είναι τύποι λαϊκοί , ωφέλιμοι , σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον. Γνωρίζω έναν εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων…Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρείς χιλιλάδας ονόματα. Δεν βραδύνει ποτέ. Η προσκομιδή παρ’ αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού , από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν , τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.»

H Αγία Καλλιόπη


Η Αγία Καλλιόπη, έζησε στα μέσα του 3ου μ.Χ. αι., στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. Διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά, αλλά και τα πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματά της. Απέρριπτε μετά βδελυγμίας κάθε πρόταση γάμου γιατί είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Χριστό, τη διδασκαλία του Θείου Λόγου Του και τη διακονία και παραμυθία των ασθενών και πασχόντων αδελφών της. Στο φοβερό διωγμό πού εξαπέλυσε ο φοβερός διώκτης των χριστιανών Δέκιος, η Καλλιόπη συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον τοπικό άρχοντα, ο οποίος θαύμασε την ομορφιά της, προσπάθησε με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να την δελεάσει και να την σύρει στην ανόσια ζωή των ψυχοφθόρων ηδονών και τής μισερής ειδωλολατρίας. όμως η Αγία με ηρωική σταθερότητα, εμμονή και αγωνιστικό φρόνημα, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή. Εξοργισμένος ο τύραννος διέταξε να υποβάλλουν την Αγία σε φοβερά βασανιστήρια και τελικά να την αποκεφαλίσουν χαριζόντάς της, την ουράνια και άφθαρτη δόξα.

synaxarion.gr

Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Γ. Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,

τ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ



Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ


Ο άγιος Ραφαήλ γεννήθηκε στην Ιθάκη περί το 1405-1410.

Το όνομά του ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του Διονύσιος και η μητέρα του Μαρία του μετέδωκαν τη θερμή πίστη και αγάπη στο Χριστό και έτσι 16 μόλις ετών ήρθε στην Αθήνα και έγινε μοναχός και αργότερα ιερεύς, και πήρε το όνομα Ραφαήλ. Για ανώτερες θεολογικές σπουδές ήλθε στη Γαλλία και επέστρεψε στην Αθήνα με ένα φίλο και συσπουδαστή που γνώρισε εκεί, το Νικόλαο από τη Θεσσαλονίκη.

Στην Αθήνα ο Ραφαήλ ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα στον παρά την Ακρόπολη ναό του αγίου Δημητρίου του Λαμπαδιάρη.

Ο Νικόλαος χειροτονήθηκε και αυτός διάκονος και φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ το φίλο του Ραφαήλ. Μαζί τους βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη, που ήρθαν για εκκλησιαστικές υποθέσεις, μαζί αργότερα στη Θράκη, όπου πληροφορήθηκαν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.


Τότε, αφού έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας τόπο ελεύθερο και ασφαλέστερο για να μονάσουν, ήρθαν στη Μυτιλήνη. Ζήτησαν κάποιο μοναστήρι για να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Και σαν τέτοιο τους συνέστησαν το παλαιό και κατεστραμμένο από πειρατές κατά το έτος 1235 μοναστήρι των Καρυών της Θερμής, στο οποίο ζούσε ένας και μόνο μοναχός, ο Ρουβείμ.

Εκεί οδήγησε τα βήματά τους ο Θεός. Εκεί θέλησε να ζήσουν και να αγιάσουν τον τόπο μας με τα μαρτυρικά τους αίματα.


Δεν άργησε να εκραγεί στην περιοχή της Θερμής κάποιο κίνημα και οι υπόνοιες των Τούρκων ότι στο μοναστήρι κρύβονται και περιθάλπονται οι επαναστάτες, έκαμαν να ξεσπάσει όλη η εχθρότητα και εξοντωτική μανία τους στο Ραφαήλ, που είχε γίνει ηγούμενος της μονής, το Νικόλαο και άλλους, που βρέθηκαν στη μονή ή συνέλαβαν και οδήγησαν σ’ αυτήν οι Τούρκοι, για να ανακρίνουν και τελικά να θανατώσουν. Ήταν ο πρόεδρος της κοινότητας Θερμής Βασίλειος, η σύζυγος του και η κόρη τους Ειρήνη ηλικίας ένδεκα ετών, και ο δάσκαλος της κοινότητας Θεόδωρος.


Η ανάκριση και οι βασανισμοί άρχισαν τη Μ. Πέμπτη, μόλις τέλειωσε η θεία Λειτουργία και βάσταξαν μέχρι την Τρίτη της Διακαινησίμου, κατά την οποία όλοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.


Πρώτα έκοψαν το χέρι της κόρης του προέδρου Ειρήνης μπροστά στα μάτια του πατέρα και της μητέρας της, για να τους αναγκάσουν να μαρτυρήσουν τους επαναστάτες, και στη συνέχεια έκαψαν την Ειρήνη μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι της μονής που βρίσκεται σήμερα μέσα στο ναό. Αμέσως κομμάτιασαν κυριολεκτικά τους γονείς της και αποκεφάλισαν το δάσκαλο Θεόδωρο.


Ο διάκονος Νικόλαος δεμένος σε κορμό δένδρου, εξαντλημένος από τα φρικτά βασανιστήρια και βλέποντας τη σφαγή των άλλων δεν άντεξε, έπαθε συγκοπή καρδιάς. Ο άγιος Ραφαήλ υπέφερε τα πάνδεινα. Τον θανάτωσαν, αφού τον πριόνισαν από το στόμα.


Ήταν Τρίτη Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη) 9 Απριλίου 1463. Οι τύραννοι έβαλαν φωτιά και κατέκαψαν το μοναστήρι, ενώ έξω αφήκαν άταφα εδώ και εκεί σε φρικτή κατάσταση τα λείψανα των μαρτύρων, τα όποια έθαψαν αργότερα κάτοικοι της Θερμής, που ανέβηκαν στο μοναστήρι, παρά την τρομοκρατία των ημερών εκείνων.


Στον τόπο του κατεστραμμένου μοναστηρίου δεν υπήρχε τίποτε εκτός από ένα μικρό ετοιμόρροπο εκκλησάκι, στο οποίο ανέβαιναν να λειτουργήσουν κάθε Λαμπροτρίτη οι κάτοικοι της Θερμής. Χωρίς να ξέρουν το γιατί γιόρταζαν αυτή και όχι άλλη μέρα. Και η τοποθεσία είχε πάρει το όνομα «Καλόγερος», γιατί πολλοί έβλεπαν να περιφέρεται εκεί μια σκιά, σαν να ήταν ένας ψηλός κατά το ανάστημα καλόγερος.


Το 1959 θέλησαν οι ευσεβείς ιδιοκτήτες του ελαιοκτήματος Άγγελος και Βασιλική Ράλλη, να χτίσουν στην ίδια θέση, που ήταν το παλιό και ετοιμόρροπο, ένα νέο εκκλησάκι. Έτσι στις 29 Ιουνίου του 1959 άρχισαν οι εργασίες αλλά στις 3 Ιουλίου και σε αρκετό βάθος, που έσκαβαν, για να ανοίξουν τα θεμέλια, βρέθηκε ένας τάφος σχηματισμένος με πέτρες άπλες και οστά που φαινότανε να ήταν πολλών ετών.


Η ιδιοκτήτρια του ελαιοκτήματος έγραψε τότε σχετικά με την εύρεση του τάφου στον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου, που ζητούσε πληροφορίες για να γράψει στο βιβλίο του «Σημείο Μέγα» τα παρακάτω:
«Ήρχισε το άνοιγμα των θεμελίων. Εις το μέσον του ναϋδρίου υπήρχε μια πέτρα, την οποία, όταν πήγαν να βγάλουν οι εργάτες, είδαν ότι προχωρούσε καθέτως σε μεγάλο βάθος, ως να είχε τοποθετηθεί σκόπιμα. Στο τέλος σταματούσε πάνω σε μια πλάκα, κάτω από την οποία υπήρχε μνημείον με ανθρώπινον σκελετόν άθικτον. Η κεφαλή απείχε 30 πόντους από το κυρίως σώμα, έλειπε δε η κάτω σιαγών. Ήταν τα χέρια σταυρωμένα και είχε στο στόμα κεραμίδι με χαραγμένο σταυρό. Οι εργάτες έβγαλαν τα οστά και τα έθεσαν στη ρίζα ενός δένδρου, όπου και παρέμειναν έως δέκα ημέρες. Η εύρεσις έγινε εις τις 3 Ιουλίου. Από εδώ αρχίζει η ιερά υπόθεσις των αγίων...».


Αυτές τις δέκα ημέρες άρχισαν τα παράδοξα φαινόμενα, κρότοι ανεξήγητοι, οράματα πολλά σε πολλούς, που ούτε για τη θρησκευτικότητα τους ήταν γνωστοί, μάλλον δε σε μερικούς το αντίθετο συνέβαινε, όνειρα πολλά ανδρών και γυναικών, αποκαλύψεις, οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να γίνουν ανασκαφές, για την εύρεση όλων των τάφων και των λειψάνων των αγίων και άλλων αντικειμένων, αποκαλύψεις που εξιστορούσαν λεπτομερέστατα όλη την ιστορία του Αγίου Ραφαήλ, όλες τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου των αγίων, την ιστορία της Ιεράς μονής πριν την καταστροφή της (1235) και ύστερα απ’ αυτήν και όλα αυτά τα επιβεβαίωναν τα ευρήματα των ανασκαφών που γινόταν σε αρκετή έκταση και αρκετό βάθος λόγω της ανισόπεδης έκτασης του κτήματος.


Σε διάστημα δύο ετών βρέθηκαν όλοι οι τάφοι, το πιθάρι που έκαψαν την Ειρήνη, ο τάφος της μοναχής Ολυμπίας, ηγουμένης κατά το 1235, η σιαγόνα του αγίου Ραφαήλ, που δεν βρέθηκε στον τάφο του αγίου αλλά σε άλλη θέση που υπέδειξε ο άγιος το άγιασμα, μετάλλινη εικόνα του Παντοκράτορα και άλλα ευρήματα.


Οι χιλιάδες των χριστιανών, που έρχονταν να προσκυνήσουν, ένοιωθαν ιερό δέος. Άρχισαν να γίνονται, ολονύκτιες αγρυπνίες, να ακούονται τη νύχτα στον προ ολίγου έρημο αυτόν τόπο ψαλμωδίες όλου του πλήθους των ευσεβών προσκυνητών και να φαίνεται στο σκοτάδι της νύχτας το φαντασμαγορικό θέαμα χιλιάδων κεριών στα χέρια των χριστιανών, που κατέκλυζαν όλη την έκταση πάνω και γύρω από τους ανοιγμένους τάφους των αγίων.


Τα θαύματα, πολλά και μεγάλα, επιβεβαίωναν την αγιότητα των ιερών λειψάνων και μετέφεραν την ευλογία του Θεού όχι μόνο σ’ αυτούς, που έρχονταν στο νησί να προσκυνήσουν τους αγίους, αλλά και πολύ μακριά απ’ αυτό, στην Αμερική, στην Αυστραλία σε ανθρώπους που ούτε είδαν ούτε άκουσαν, ούτε φαντάστηκαν ποτέ την ύπαρξη των αγίων της Λέσβου.


Η θερμή αυτή πίστη των χριστιανών, τα θαύματα, η προσέλευση προσκυνητών ανήγειραν μέσα σε λίγα χρόνια τον περίλαμπρο ναό των αγίων και τα κτίρια της Ιεράς Μονής, η οποία σήμερα αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.




ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


Εν Λέσβω αθλήσαντες υπέρ Χριστού του Θεού,
αυτήν ηγιάσατε τη των λειψάνων υμών
ευρέσει μακάριοι·
όθεν υμάς τιμώμεν, Ραφαήλ θεοφόρε,
άμα σύν Νικολάω και παρθένω Ειρήνη,
ως θείους ημών προστάτας
και πρέσβεις προς Κύριον.


Πηγή: www.pigizois.net

Το δια κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Το Σάββατο της Α΄ εβδομάδας των Νηστειών ακούμε το μαγευτικό εκείνο πρόλογο της Επιστολής (Εβρ. 1,1-12) με τη ιεροπρεπή του επιβεβαίωση για την Δημιουργία, τη Μετάνοια και την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Επίσης εορτάζομε το δια κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί καθαρίζονται με τη νηστεία στη πρώτη εβδομάδα της αγίας Σαρακοστής - γι' αυτό την λέμε καθαρά εβδομάδα - θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα. Ετσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε γύρω στα μέσα του Δ΄ αιώνα, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος σε δόξα Θεού και τιμή του μάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. (Ωρολόγιο της Εκκλησίας).

Άγιοι Τεσσαράκοντα


(Απολυτίκιο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα· διά πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ΄ αιτήσασθε, Τριάδα την Υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Βρισκόμαστε στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι ο Λικίνιος, ο ίδιος εκείνος αυτοκράτορας, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε συνυπογράψει μαζί με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξηθρησκείας (313). Επτά χρόνια μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων οι πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και οι δύο αυτοκράτορες από σύμμαχοι και φίλοι γίνονται αντίπαλοι.
Έτσι, κανένας πλέον ψυχικός και πολιτικός δεσμός δεν μπορεί να συγκρατήσει το Λικίνιο, ο οποίος τώρα από αντίδραση προς τον Κωνσταντίνο καταστρατηγεί το διάταγμα των Μεδιολάνων και, όντας στην πραγματικότητα γνήσιος ειδωλολάτρης, εξαπολεύει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών, οπαδών και υποστηρικτών του Κωνσταντίνου.
Οι διοικητές των διαφόρων επαρχιών του κράτους του, το οποίο περιελάμβανε τις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είναι υποχρεωμένες τώρα να συλλαμβάνουν και να θανατώνουν με φρικτά βασανιστήρια όσους αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα. Πολλοί χριστιανοί βρίσκουν φρικτό θάνατο, άλλοι εγκαταλείπουν τις πόλεις τους και καταφεύγουν στα δάση και στα βουνά, όπου οι διώκτες τους δεν μπορούν να τους βρουν. Οι διοικητές των επαρχιών συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα συλλάβει τους περισσότερους χριστιανούς ή ποιος θα επινοήσει τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια αφ΄ ενός μεν για να είναι αρεστός στους θεούς των ειδωλολατρών και στους ίδιους τους ειδωλολάτρες, αφ΄ ετέρου δε για να αποσπάσει την εύνοια του αυτοκράτορα.

Ένα διάταγμα διαφορετικό από τα άλλα

Απ΄ όλους τους διοικητές τη φήμη του πιο ανελέητου διώκτη των Χριστιανών την είχε ο διοικητής της επαρχίας του Πόντου Αγρικόλας. Η επαρχία του Πόντου βρισκόταν στα σύνορα και ήταν συνεχώς εκτεθειμένη στις εισβολές φοβερών εχθρών της Αυτοκρατορίας και κυρίων των Γότθων. Η περοφρούρησή της ήταν ζωτικής σημασίας για την Αυτοκρατορία και πρωταρχικό καθήκον του εκάστοτε διοικητή. Ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία στην περιοχή αξιόμαχων στρατιωτικών δυνάμεων και ο διοικητής κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την οργάνωση ισχυρού και ετοιμοπόλεμου στρατού.
Στις τάξεις του στρατού της επαρχίας του Πόντου και συγκεκριμένα στην πόλη Σεβάστεια υπηρετούσαν σαράντα στρατιώτες από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Στις φονικές μάχες που στο παρελθόν είχε συνάψει ο αυτοκρατορικός στρατός με τους Γότθους είχαν πολεμήσει με απαράμιλλη ανδρεία και ποτέ δεν είχαν ηττηθεί. Είχαν τόσο θάρρος, τόση δύναμη και τόση ικανότητα στην τέχνη του πολέμου που αποτελούσαν ξεχωριστό σώμα επιλέκτων στρατιωτών. Σε μια περιοχή τόσο επικίνδυνη όσο ήταν ο Πόντος, η παρουσία τους αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας. Γι΄ αυτό το λόγο, όλοι, λαός και άρχοντες, τους εκτιμούσαν, τους θαύμαζαν και τους αγαπούσαν!
Η φήμη τους είχε φτάσει μέχρι τ΄ αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος δεν παρέλειψε να τους ανταμείψει πλουσιοπάροχα με αξιώματα και τιμές. Ήταν οι ισχυροί προστάτες της αυτοκρατορίας, οι ακοίμητοι φρουροί της επαρχίας του Πόντου.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα ομολογούν το Χριστό

Όμως, το μυστικό της επιτυχίας τους μόνον οι ίδιοι το ήξεραν, και αυτό δεν ήταν άλλο από την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού, τον Οποίον προσκυνούσαν και λάτρευαν ως τον αληθινό Θεό.
Πέρα από κάθε προσδοκία του λαού που τους υπεραγαπούσε και υπεράνω κάθε υποψίας των διοικητών και ανωτέρων τους, οι σαράντα επίλεκτοι στρατιώτες, οι Άγιου Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, ήταν γνήσια και σεμνά τέκνα της Εκκλησίας, πίστευαν στο Χριστό με όλη τη δύναμη της ψυχής τους και αποστρέφονταν με βδελυγμία τα άψυχα είδωλα. Έτσι, όταν έγινε γνωστό στον Αγρικόλα ότι οι Τεσσαράκοντα είναι χριστιανοί, εκείνοι χάρηκαν υπερβολικά γιατί θα τους δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσουν φανερά το Χριστό.
Πράγματι, ο θηριώδης και αιμοβόρος Αγρικόλας τους κάλεσε και τους πρόσταξε να πειθαρχήσουν στο διάταγμα του αυτοκράτορα και να θυσιάσουν στους θεούς των ειδωλολατρών. Ήταν σίγουρος ότι οι Τεσσαράκοντα δε θα τολμούσαν να αρνηθούν και δε θα διακινδύνευαν τόσο εύκολα το αξίωμά τους και την υψηλή θέση που κατείχαν στο στράτευμα. Όμως έκανε λάθος!
Οι Άγιοι προτίμησαν την αγάπη του Χριστού και χωρίς να φοβηθούν τον ηγεμόνα, του απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή:
- Είμαστε Χριστιανοί, ηγεμόνα, και πιστεύουμε το Χριστό ως Θεό και μάθε ότι τη διαταγή του βασιλιά και τα είδωλα μαζί τα αποστρεφόμαστε και ως βδελύγματα τα απορρίπτουμε.
Η σταθερή απάντηση των Αγίων του προκάλεσε έκπληξη και τον έφερε σε αμηχανία. Γρήγορα όμως συνήλθε. Κατάλαβε ότι ήταν ακόμη νωρίς για θυμούς και ξεσπάσματα. Έπρεπε να μεταχειριστεί δόλο και πανουργία, αν ήθελε να κάμψει το αγωνιστικό τους φρόνημα και να παραλύσει τον τόνο της πίστεως τους στο Χριστό!
- Και οι σαράντα, άρχισε να λέει με ήπια φωνή, υπηρετούσατε πάντα το βασιλιά με αφοσίωση και σα να ήσαστε σαρκικοί αδερφοί, δείχνατε όλοι μια και την αυτή προθυμία στο να πολεμάτε υπέρ του βασιλέως. Σε σχέση με πολλούς συνομηλίκους σας έχετε πολλή ανδρεία και μεγάλη φρόνηση. Αυτό όλοι το ομολογούν, κι εγώ ο ίδιος ακόμη. Πρέπει όμως αυτή σας την ομόνοια και συμφωνία να τη δείξετε και σήμερα προς την διαταγή του βασιλιά. Καθώς λοιπόν έχετε την πρώτη τιμή μεταξύ των άλλων, έτσι πρέπει και πρώτοι να θυσιάσετε στους θεούς, τους οποίους προσκυνά ο βασιλιάς και όλοι οι άρχοντές του. Διότι, αν υπακούσετε και κάμετε αυτό που σας λέω, θα τιμηθείτε περισσότερο και θα δοξασθείτε με χαρίσματα και αξιώματα. Διαφορετικά, λυπάμαι που το λέω, αλλά θα δοκιμάσετε πικρό θάνατο.
Έτσι μίλησε ο ηγεμόνας, προσπαθώντας με κολακείες και υποσχέσεις να πείσει τους Αγίους Τεσσαράκοντα να θυσιάσουν. Τί φοβερό δίλημμα! Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα πολλοί χριστιανοί είχαν δειλιάσει και υποκύπτοντας στις φοβερές απειλές είχαν προσκυνήσει τα είδωλα. Μπροστά σ΄ αυτό το δίλημμα έβλεπε κανείς να ξεγυμνώνεται σε όλη της την αθλιότητα η ανθρώπινη αδυναμία και οι χριστιανοί να προδίδουν ότι πολυτιμότερο είχαν, την πίστη τους. Όμως τα λόγια του Αγρικόλα, αντί να σπείρουν στις ψυχές των Αγίων μας τη δειλία και τον πανικό, άναψαν τον πόθο του μαρτυρίου και στερέωσαν την πίστη τους στο Θεό.
-Εμείς, ηγεμόνα, πράγματι, καθώς λέγεις πολεμούσαμε και κινδυνεύαμε με πολλή προθυμία για χάρη του βασιλιά. Αν, όμως, για την αγάπη του φθαρτού βασιλιά αδιαφορούσαμε για τη ζωή μας, δεν πρέπει τώρα να αγωνισθούμε με περισσότερη προθυμία για την αγάπη του ουράνιου βασιλέως; Γατί μιλάς για τιμές και χαρίσματα; Τι προσφέρεις τόσα πολλά, όσα φροντίζεις να αφαιρέσεις; Μισούμε τη δωρεά που προξενεί ζημιά. Δε δεχόμαστε την τιμή που είναι μητέρα της ατιμίας. Προσφέρεις χρήματα που παραμένουν εδώ και δόξα που μαραίνεται. Μας κάνεις γνωστούς στον βασιλιά, αλλά μας αποξενώνεις από τον αληθινό Βασιλέα. Γιατί με τσιγγουνιά προτείνεις λίγα από τα αγαθά του κόσμου; Εμείς ολόκληρο τον κόσμο περιφρονήσαμε. Αυτά που βλέπουμε δεν είναι αντάξια της ποθητής ελπίδος μας. Βλέπεις τον ουρανόν αυτόν, πόσο ωραίος είναι να τον βλέπεις και πόσο μεγάλος; Και τη γη πόσο μεγάλη είναι; Και τα αξιοθαύμαστα πάνω σ΄ αυτήν; Τίποτε από όλα αυτά δεν εξισώνεται με την μακαριότητα των δικαίων. Διότι όλα αυτά παρέρχονται. Τα δικά μας όμως παραμένουν αιώνια. Μια χάρη ποθούμε· το στεφάνι της δικαιοσύνης. Μια δόξα λαχταράμε· αυτήν της ουρανίου βασιλείας. Είμαστε φιλόδοξοι για την ουράνια τιμή. Μια τιμωρία φοβόμαστε· αυτή της κολάσεως.
Έτσι απάντησαν όλοι μαζί με μια φωνή. Ο ηγεμόνας βρέθηκε σε πραγματικά δύσκολη θέση. Έβλεπε ότι καμία κολακεία και κανένα τέχνασμα δεν μπορούσαν, τουλάχιστον για την ώρα, να μεταπείσουν τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Θέλοντας λοιπόν να τους φοβίσει διέταξε να τους κλείσουν φυλακή.

Στη Φυλακή

Εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο του δεσμωτηρίου, οι Άγιοι άρχισαν να προσεύχονται θερμά: «Φύλαξε μας, Κύριε, στην αληθινή σου πίστη και λύτρωσέ μας από τα σκάνδαλα των ανόμων εχθρών μας». Το ψυχικό μαρτύριο των Αγίων, το μαρτύριο της συνειδήσεως, εξίσου φοβερό και αδυσώπητο, όσο και το σωματικό μαρτύριο, είχε αρχίσει. Οι Άγιοί μας είχαν ανάγκη από την εξ΄ ύψους δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και γι΄ αυτό προσεύχονταν αδιαλείπτως καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας. «Μη χωρίζου των ψυχών ημών εν θλίψεσι, μη μακρύνου των φρενών ημών εν περιστάσεσι».
Κι όταν ήλθε η νύχτα, συνέχισαν να προσεύχονται με ακλόνητη πίστη: «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του Ουρανού αυλισθήσεται». Πρώτος άρχιζε τις προσευχές ο Άγιος Κυρίων, ο οποίος έδινε στους υπολοίπους πνευματικές συμβουλές και παραινέσεις και γενικά τους στήριζε στην ευσέβεια και στην ομολογία της πίστεως.
Τις απαντήσεις όμως προς τον Ηγεμόνα τις είχαν αναλάβει ο Άγιος Κάνδιδος και ο Άγιος Δόμνος, οι οποίοι ήταν οι πιο μορφωμένοι και οι πιο σεβάσμιοι από όλους. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ οι Άγιοι αγρυπνούσαν προσευχόμενοι, τους εμφανίστηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα σ΄ ένα υπερκόσμιο φως και τους είπε:
- Μου αρέσει πολύ που είστε τόσο πρόθυμοι, όποιος, όμως, υπομείνει μέχρι τέλους, αυτός και θα σωθεί.
Άφατη χαρά και απερίγραπτη αγαλλίαση κατέλαβε τους Αγίους Τεσσαράκοντα. Το βαθύ σκοτάδι της φυλακής το οποίο έθλιβε τις ψυχές τους διαλύθηκε.
«Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», αναφώνησαν θριαμβευτικά. Όμως τι να εσήμαιναν άραγε τα τελευταία λόγια του Κυρίου; «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Λόγια ανησυχητικά, λόγια προειδοποιητικά. Πράγματι, ο Κύριος τους προέλεγε ότι κάποιος απ΄ αυτούς θα δειλιάσει στο τέλος και θα εγκαταλείψει το μαρτύριο. Θέλοντας λοιπόν να τον αποτρέψει από μια τέτοια απόφαση, είπε «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Κατά παρόμοιο τρόπο στον καιρό της προδοσίας Του, θέλοντας να αποτρέψει τον Ιούδα από την προδοσία, είπε στους Αποστόλους: «Αμήν λέγω υμίν, ότι εις εξ υμών παραδώσει με». Αφού άκουσαν τα λόγια αυτά του Χριστού, οι Άγιοι συνέχισαν να προσεύχονται μέχρι που ξημέρωσε.

Νέα απόπειρα του ηγεμόνα να τους μεταπείσει

Ο Ηγεμόνας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του. Ήταν πολύ εγωιστής και φίλαρχος, ένας πραγματικό τύραννος. Γι΄ αυτό και την ανυπακοή των Αγίων τη θεωρούσε βαριά προσβολή απέναντι στο πρόσωπό του. Θέλοντας λοιπόν να εκδικηθεί και να εξευτελίσει τους Αγίους, συγκέντρωσε τους φίλους του και τους συμβούλους του, κάθισε πάνω σ΄ έναν επίσημο θρόνο και διέταξε να τους φέρουν μπροστά του. Αν οι Άγιοι επέμεναν στην άρνησή τους, το κύρος του και η εξουσία του θα κλονίζονταν επικίνδυνα. Όταν οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά του, άρχισε να μιλάει με λόγια κολακευτικά, γιατί κατά βάθος ήταν θρασύδειλος και τελείως ανίσχυρος:
- Χωρίς να θέλω να σας κολακεύσω και χωρίς να αποβλέπω στο πρόσωπό σας, ω στρατιώτες, σας λέω ότι δεν είδα άλλους στρατιώτες του βασιλιά, όπως εσάς, ανδρείους, συνετούς, ωραίους στην όψη. Γι΄ αυτό όταν σας βλέπω συχνά στο πρόσωπο, χαίρομαι και σας αγαπώ περισσότερο από τους άλλους. Μη θελήσετε λοιπόν την αγάπη που σας έχω να τη μεταβάλετε σε έχθρα, ούτε την ημερότητά μου να τη μετατρέψετε σε οργή. Γιατί είναι στο θέλημά σας σήμερα να γίνω ή φίλος ή εχθρός σας. Επειδή, αν με ακούσετε και κάμετε αυτά που σας είπα και χθες, μπορώ να σας τιμήσω ως φίλους, αν όμως με παρακούσετε, θα σας φερθώ ως εχθρός σας!
Αυτά τους έλεγε με μεγάλη πονηριά και ημερότητα ο Αγρικόλας, το όργανο του διαβόλου, του αρχηγού και εφευρέτη κάθε κακίας και πονηρίας. Όμως ο Άγιος Κάνδιδος χωρίς καθόλου να δειλιάσει, του απάντησε:
- Καλά σε λένε Αγρικόλα, ω ηγεμόνα. Διότι πράγματι είσαι άγριος και νομίζεις ότι με τέτοιες κολακείες θα μας δελεάσεις. Μη γένοιτο, όμως, να παρεκκλίνουμε ποτέ από το σκοπό μας.
- Δε σας είπα ότι από σας εξαρτάται αν θα γίνω φίλος σας ή εχθρός σας; βρυχήθηκε ο Αγρικόλας.
-Επειδή λέγεις ότι στο χέρι μας είναι και τα δύο, γι΄ αυτό λοιπόν γνώριζε ότι εμείς το Χριστό αγαπάμε, εσένα όμως σε μισούμε και σε αποστρεφόμαστε· ούτε πάλι θα θέλαμε να μας αγαπάς, διότι ποιαν αγάπη θέλουμε εμείς από σένα, αφού δεν είσαι άνθρωπος, αλλά αγριότερος από όλα τα θηρία και σκεπάζεις την αγριότητά σου με κολακείες και υποκρισίες;
Μόλις ο Αγρικόλας άκουσε τα λόγια αυτά για τα οποία μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεφε την ελπίδα ότι δε θα τα ακούσει, αλλοιώθηκε η όψη του από τον υπερβολικό θυμό του, κοκκίνισε το πρόσωπό του, έχασε τη φωνή του. Μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση παραφροσύνης και μανίας, έδωσε, τέλος, διαταγή στους στρατιώτες να δέσουν τα χέρια των Αγίων και να τους οδηγήσουν στη φυλακή σέρνοντάς τους και χτυπώντας τους και να τους κρατήσουν εκεί μέχρι την ημέρα που θα ερχόταν ο δούκας Λυσίας από την Καισάρεια, απεσταλμένος του αυτοκράτορα και πρώτος εξουσιαστής ανάμεσα στους ηγεμόνες της Ανατολής. Ο Αγρικόλας πράγματι περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία και αγωνία την άφιξη του δούκα, διότι ήλπιζε ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα τα κατάφερνε να λυγίσει του Αγίους Τεσσαράκοντα και να τους αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.
Στο σκληρό ψυχολογικό πόλεμο του Αγρικόλα οι Άγιοί μας είχαν βγει για δεύτερη φορά νικητές και έμπαιναν μέσα στη φυλακή χαρούμενοι γιατί είχαν αξιωθεί για δεύτερη φορά να ομολογήσουν το όνομα του Χριστού και να διωχθούν για την αγάπη Του. Μέσα στη σκοτεινή και υγρή φυλακή τους δοξολογούσαν μέρα και νύχτα το Θεό, ο δε Άγιος Κυρίων δίδασκε τους συστρατιώτες του με τα εξής λόγια: «Αδελφοί μου, συστρατιώτες, όπως στην προσωρινή αυτή στρατιωτική υπηρεσία μας δε χωριστήκαμε, αλλά είμαστε και οι Σαράντα ομόψυχοι και μονιασμένοι, έτσι και στην ομολογία του Χριστού φροντίστε να διαφυλάξουμε την ίδια ομόνοια και συμφωνία. Και όπως φροντίσαμε να φανούμε αρεστοί στο θνητό βασιλέα, έτσι ας προσπαθήσουμε όλοι μας να αρέσουμε στο μόνο αθάνατο και αιώνιο Βασιλέα, για να ζήσουμε μαζί του».
Με τέτοιες προσευχές και συμβουλές πέρασαν οι Άγιοι επτά ημέρες κλεισμένοι μέσα στη φυλακή έως ότου ήλθε ο Λυσίας.

Οι Άγιοι ομολογούν το Χριστό ενώπιον του Λυσία

Την επομένη, ο δούκας μαζί με τον ηγεμόνα, φοβεροί και αποτρόπαιοι στην όψη, κάθισαν στους μεγαλοπρεπείς και επίσημους θρόνους τους και διέταξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά τους. Η είδηση ότι ο δούκας Λυσίας είχε έλθει από την Καισάρεια για να δικάσει τους Τεσσαράκοντα είχε διαδοθεί σαν αστραπή στη Σεβάστεια και πλήθη λαού είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στον τόπο όπου θα γινόταν η δίκη. Ήταν όλοι πολύ αναστατωμένοι και συγχισμένοι γιατί δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι οι Τεσσαράκοντα, οι προστάτες τους, οι γενναίοι και αήττητοι στρατιώτες της Σεβάστειας, ήταν Χριστιανοί. Ήταν συγχυσμένοι, κεραυνοβολημένοι και ελαφρά οργισμένοι. Παρ΄ όλ΄ αυτά βαθιά μέσα τους επέμεναν να πιστεύουν ότι οι Τεσσαράκοντα ήταν ειδωλολάτρες και σέβονταν την πατροπαράδοτη θρησκεία των ειδωλολατρών. Η μεγάλη αγάπη που έτρεφαν προς αυτούς δεν τους επέτρεπαν να ενδώσουν στις φήμες και να κατηγορήσουν τους ευεργέτες τους. Αν όμως, οι κατηγορίες αποδεικνύονταν βάσιμες; Όλη αυτή η σύγχυση και η αναποφασιστικότητα τους είχε φέρει μια απογοήτευση και μια νευρικότητα, η οποία όσο περνούσε η ώρα μεταβαλλόταν σε φανερή οργή και η αγάπη μεταστρεφόταν σε αντιπάθεια και αποδοκιμασία.
Οι στρατιώτες έτρεξαν να φέρουν τους Αγίους μπροστά στο Λυσία. Στο δρόμο, άρχισε ο Άγιος Κυρίων να διδάσκει τους υπόλοιπους Αγίους και να τους λέει:
«Προσέξτε, αδελφοί. Μη φοβηθούμε τις απειλές των αρχόντων αυτών, των οποίων η δόξα είναι όπως το άνθος του χόρτου που σήμερα φαίνεται ωραίο και αύριο μαραίνεται, η δε ευημερία τους είναι όπως το όνειρο.
»Δε θυμάστε ότι στις μάχες ποτέ δε στηρίζαμε το θάρρος μας στη δύναμη των όπλων μας, αλλά πάντοτε προσευχόμασταν στο Δεσπότη Χριστό και αυτός άκουγε τη δέησή μας και μας έδινε δύναμη, με την οποία νικούσαμε τους εχθρούς μας. Δε θυμάστε ότι στον τελευταίο πόλεμο οι άλλοι στρατιώτες του βασιλέως έφυγαν όλοι, και μόνο εμείς οι Σαράντα μείναμε μεταξύ των εχθρών μας και ζητήσαμε τη βοήθεια του Χριστού και τους νικήσαμε τρέποντάς τους σε φυγή; Αν λοιπόν τότε που θέταμε τη ζωή μας σε κίνδυνο για χάρη του φθαρτού βασιλέως, του ασεβούς και παράνομου, ο Χριστός μας έδινε τη βοήθειά Του, τώρα που πολεμάμε για την αγάπη Του, θα μας αφήσει αβοήθητους;
»Δεν πολεμούσαμε έχοντας αντιπάλους πλήθος αμέτρητο; Τώρα μόνο τρεις είναι οι αντίπαλοί μας· ο αόρατος και ασώματος εχθρός μας, ο διάβολος, ο δούκας Λυσίας και ο ηγεμόνας Αγρικόλας· μάλλον ένας είναι ο πραγματικός εχθρός μας, ο διάβολος, ο οποίος αναγκάζει το Λυσία και τον Αγρικόλα να εκτελούν τις επιθυμίες του.
»Τι λοιπόν, θα νικήσει ο ένας εμάς τους Σαράντα; Μη γένοιτο!»
Και συνέχισε να λέει στους Αγίους:
«Γι΄ αυτό λοιπόν σας παρακαλώ αδελφοί, να μη δειλιάσουμε στους πειρασμούς, να μη φοβηθούμε τις απειλές, να μην υπακούσουμε στο διάβολο, να μην υποταχθούμε στους εχθρούς του Χριστού· και όπως είχαμε τη συνήθεια, όταν μπαίναμε στη μάχη, να ψάλλουμε τον ψαλμό «Ο Θεός εν τω ονόματί Σου σώσον με και εν τη δυνάμει Σου κρινείς με», έτσι να κάνουμε και τώρα· ας επικαλεστούμε το μόνο αληθινό Θεό, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει τη δύναμη να μας στείλει τη βοήθειά του για να νικήσουμε τους εχθρούς της πίστεώς και να ποδοπατήσουμε το νοητό και αόρατο αντίπαλό μας».
Αυτά έλεγε ο Άγιος Κυρίων, καθώς έρχονταν, μέχρις ότου έφθασαν στον τόπο όπου κάθονταν ο δούκας και ο ηγεμόνας. Ο δούκας Λυσίας καθόταν στον πιο ψηλό θρόνο περιστοιχισμένος από την προσωπική του φρουρά που την αποτελούσαν στρατιώτες βλοσυροί και αγριωποί.
Φορούσε μια στολή επισημότατη και ένα πολυτελές διάδημα στο κεφάλι. Δίπλα του σ΄ ένα χαμηλότερο θρόνο καθόταν ο Αγρικόλας, ο ηγεμόνας της Σεβάστειας. Σε άλλη επίσημη εξέδρα κάθονταν οι αξιωματούχοι και σύμβουλοι του ηγεμόνα, όλοι πρόσωπα υψηλά. Και σε αρκετή απόσταση πλήθη λαού που παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Παντού κυριαρχούσε μια επισημότητα, μια δραματική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα. Όλοι είχαν το αίσθημα μιας τρομερής καταιγίδας που δε θα αργούσε να ξεσπάσει. Ο Λυσίας παρατηρούσε ώρα πολλή τους Αγίους χωρίς να μιλάει. Δεν μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του και την απορία του. Και όσο περνούσε η ώρα και συνέχιζε να τους περιεργάζεται με προσοχή τόσο η έκπληξή του γινόταν φανερή αμηχανία. Κάποια στιγμή αποφάσισε να λύσει την σιωπή του και άρχισε να μιλάει ζυγίζοντας μια μια τις λέξεις: «Νομίζω, στρατιώτες, ότι δεν έχετε αντίθετη γνώμη στο να θυσιάσετε στους μεγάλους θεούς, αλλά ότι απλώς περιμένετε να σας προσκαλέσω εγώ για να το πράξετε. Ως συνετοί όμως που είστε, θα πρέπει να ξέρετε ότι αυτός που υποτάσσεται στο πρόσταγμά του βασιλέως έχει και δόξα και τιμή, αν όμως δια της βίας εξαναγκαστεί να υπακούσει ή από φόβο, τότε δεν του οφείλεται καμία χάρη. Έτσι και σεις, μην περιμένετε κατόπιν τιμωριών και βασάνων να θυσιάσετε, αλλά πριν βασανισθείτε, υποταχθείτε στο θέλημα του βασιλέως· διότι σήμερα ένα από τα δύο πρόκειται να συμβεί: ή να θυσιάσετε στους θεούς και να απολαύσετε τις πιο μεγάλες τιμές ή να σας αφαιρέσω τη στρατιωτική ζώνη και να σας βασανίσω αλύπητα».
Τότε ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε:
«Οδηγέ του σκότους και διδάσκαλε της ανομίας, με τι προσπαθείς να μας φοβίσεις, εμάς τους ατρόμητους; Με τι προσπαθείς να μας κάνεις να δειλιάσουμε; Με τιμωρίες; Εμείς τις θεωρούμε χαρά και απόλαυση. Με θάνατο; Εμείς τον θεωρούμε ζωή. Με χρήματα; Εμείς τα βλέπουμε σα χώμα. Δοκίμασε όποιο τρόπο θέλεις και θα δεις τότε τη βοήθεια του αληθινού Θεού. Διότι εμείς είμαστε αποφασισμένοι για την αγάπη Του, να υπομείνουμε κάθε τιμωρία. Όσο για τη στρατιωτική μας ζώνη, δε χρειάζεται να μας την αφαιρέσεις· στη χαρίζουμε εμείς!». Είπε και όλοι οι Άγιοι πέταξαν μπροστά στα πόδια του τις στρατιωτικές τους ζώνες με περιφρόνηση.

Ο λιθοβολισμός των αγίων από τους στρατιώτες και θαυματουργική διάσωσή τους

Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο Λυσίας έμεινε αποσβολωμένος. Θύμωσε πάρα πολύ, άφρισε από το κακό του και μέσα στην παραζάλη του διέταξε τους στρατιώτες να πάρουν πέτρες στα χέρια τους και να χτυπήσουνε μ΄ αυτές τους Αγίους στο στόμα μέχρι να συντριβούν τα δόντια τους. Οι στρατιώτες όμως, έβλεπαν πόσο άδικη ήταν η απόφαση του Λυσία και τα αισθήματα συμπαθείας και εκτίμησης που έτρεφαν για τους Αγίους Τεσσαράκοντα, τους παλαιούς συντρόφους τους, δεν τους επέτρεπαν να τους κακοποιήσουν τόσο σκληρά. Γι΄ αυτό καθυστερούσαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ο Λυσίας τότε θύμωσε ακόμη περισσότερο και τρέμοντας από την οργή του είπε ουρλιάζοντας στους στρατιώτες του: «Γιατί καταραμένοι αργοπορείτε και δεν κάνετε καθώς σας πρόσταξα;» Οι στρατιώτες τότε φοβήθηκαν πολύ και με μεγάλη σπουδή πήραν τις πέτρες και όρμησαν εναντίων των Αγίων. Θεία δύναμη όμως τους χτύπησε αοράτως και δεν έβλεπαν τους Αγίους παρά χτυπούσαν ο ένας τον άλλον.
Ο Λυσίας τότε οργίστηκε και έγινε έξω φρενών, πήρε μια πέτρα και την εκφενδόνισε με δύναμη κατά των Αγίων, αστόχησε όμως και χτύπησε τον ηγεμόνα Αγρικόλα στο πρόσωπο. Ο Αγρικόλας έπεσε κάτω αιμόφυρτος και σφαδάζοντας από τους πόνους.
Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η Θεία Δικαιοσύνη τιμωρούσε εκείνη την ώρα τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήταν άξιοι τιμωρίας, όμως εκείνοι τυφλωμένοι από το σκοτάδι της πλάνης τους και από την αμαρτία δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη θεία οικονομία.
Τότε ο Αγιος Κυρίων είπε: «Οι εχθροί ημών αυτοί ησθένησαν και έπεσαν· όντως η ρομφαία αυτών εισήλθεν εις τας καρδίας αυτών και η δύναμις αυτών συνετρίβη» (Ψαλμ. λστ΄, 15).
Ο ηγεμόνας Αγρικόλας απάντησε: «Νομίζω, όπως και κάθε συνετός άνθρωπος το βλέπει, ότι αυτό που συνέβη σήμερα δεν ήταν παρά μια ολοφάνερη μαγεία».
Ω πόσο μεγάλη πύρωση του ειδωλολάτρη ηγεμόνα και πόσο αμετανοησία που προκαλούν βαθιά λύπη και δικαιολογημένη αγανάκτηση!
Την ίδια ώρα πρόλαβε ο Άγιος Δόμνος και είπε: «Δεν είναι μαγεία, άνθρωποι, αυτό που συνέβη, αλλά η δίκαιη απόφαση του μεγάλου Θεού. Διότι «τα πρόσωπά σας, τα οποία ελάλουν κατ΄ αυτού ατίμως, εν υπερηφάνεια και εξουδενώσει, τα επλήρωσεν ατιμίας» (Ψαλμ. λ΄, 19). Με τα λόγια αυτά και άλλα, πιο αυστηρά και ελεγκτικά ο Άγιος Δόμνος άναψε το θυμό του δούκα. Γι΄ αυτό και διέταξε να τους κλείσουν πάλι στη φυλακή μέχρις ότου αποφασίσει με ποιο τρόπο να τους θανατώσει.
Ο Χριστός εμφανίζεται στους Αγίους στη φυλακή και τους ενθαρρύνει

Οι Άγιοι μέσα στη φυλακή υμνούσαν και δοξολογούσαν όλη τη νύχτα το Θεό. Τον ευχαριστούσαν που τους αξίωσε να μείνουν σταθεροί και ακλόνητοι στην ομολογία της χριστιανικής τους πίστεως. Μέχρι τώρα είχαν πληρώσει την αφοσίωσή τους στο Χριστό με μια φοβερή και εξοντωτική ψυχική ταλαιπωρία που απέβλεπε στο να κάμψει με ύπουλο και δόλιο τρόπο το αγωνιστικό φρόνημα και να τους οδηγήσει μέσα από μια τρομερή δοκιμασία και ένα πραγματικό μαρτύριο της συνειδήσεώς τους στην άρνηση του Χριστού.
Από τώρα και στο εξής όμως οι αδίστακτοι εχθροί τους και κυρίως ο εχθρός τους διάβολος, θα προσπαθούσαν να τους καταβάλλουν μέσα από σωματικές τιμωρίες και πικρό μαρτυρικό θάνατο. Οι Άγιοί μας ήταν έτοιμοι για όλα! Ήταν αποφασισμένοι για χάρη του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, να πεθάνουν όχι μια αλλά χίλιες φορές! Ωστόσο όσο η ώρα περνούσε όλο και καλύτερα συνειδητοποιούσαν το μέγεθος της τιμωρίας που τους περίμενε. Το πικρό ποτήρι των θλίψεων και των δοκιμασιών που είναι ο κλήρος και το μερίδιο των αληθινών μαθητών του Χριστού, αυτή τη δύσκολη ώρα είχε ξεχειλίσει και μια αίσθηση βαθιάς οδύνης διαπέρασε σα ρομφαία δίστομη την καρδιά τους. Είχαν ανάγκη από παρηγοριά και ενθάρρυνση.
Εκείνη την ώρα λοιπόν, κατά τα μεσάνυχτα, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο οποίος ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο τη στιγμή της δοκιμασίας του, σύμφωνα με τα λόγια της Αγ. Γραφής «επιλήσεται γυνή των εκγόνων αυτής ή εγώ επιλήσομαι σου» (θα ξεχάσει η γυναίκα τα παιδιά της, εγώ όμως δε θα σε ξεχάσω), εμφανίστηκε και πάλι ανάμεσά τους. Αμέσως η φυλακή έλλαμψε από υπερκόσμιο φως και οι Άγιοι γονάτισαν γεμάτοι δέος, σεβασμό και ανείπωτη αγαλλίαση. Το πρόσωπο του Χριστού είχε μια ασύλληπτη γλυκύτητα, μια απέραντη καλοσύνη. «Ο πιστεύων εις εμέ», άρχισε τότε να τους λέει, «καν αποθάνη ζήσεται· έχεται θάρρος και μη φοβάστε τα βασανιστήριά τους, διότι είναι προσωρινά. Νομίμως αθλήσατε, για να στεφανωθείτε δικαίως». Αυτά τα λόγια τους είπε ο Κύριος ενθαρρύνοντας και παρηγορώντας τους Αγίους μας και έπειτα έγινε άφαντος.

Οι Άγιοι στην παγωμένη λίμνη

Το πρωί, όταν ξημέρωσε, οι Άγιοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον Αγρικόλα, ο οποίος είχε λάβει από το δούκα εξουσία κατά των Αγίων. Τα πρόσωπα των Αγίων μας έλαμπαν από μια ανέκφραστη και υπερκόσμια ωραιότητα, ήταν έτοιμοι για την υπέρτατη θυσία. Μέσα στην καρδιά τους έκαιγε μια λάβα που δεν μπορούσε άλλο να μένει κρυμμένη στα έγκατα. Ποθούσαν το μαρτύριο όσο τίποτε άλλο και δεν άντεχαν πια να περιμένουν την ώρα που θα θυσίαζαν την ζωή τους και τα νιάτα τους για την αγάπη του Χριστού. Δεν ήταν πια πολίτες αυτού του κόσμου, τη «μέλλουσα πόλη» επιζητούσαν και ο χωρισμός από τον Ουράνιο Πατέρα τους φαινόταν αβάσταχτος. Έβλεπαν με τα νοερά μάτια της ψυχής τους τον αγωνοθέτη Χριστό και επείγονταν για το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο Αγρικόλας τους κοίταξε με προσοχή. Εκείνοι την ώρα οι Άγιοι και μόνο αυτοί, είδαν τον εχθρό της αληθείας, το διάβολο, ο οποίος στο δεξί χέρι κρατούσε μαχαίρι, ενώ στο αριστερό ένα τεράστιο φίδι και έλεγε στο αυτί του ηγεμόνα: «είσαι δικός μου, αγωνίζου». Ενώ λοιπόν τα έβλεπαν αυτά, τους είπε ο ηγεμόνας: «Νομίζω ότι μετά από τόσα βασανιστήρια και τόσες τιμωρίες, θα έχετε γνωρίσει το συμφέρον σας. Τι λοιπόν αποφασίσατε; Θυσιάζετε στους μεγάλους θεούς σύμφωνα με την προσταγή του βασιλέως η θέλετε να πεθάνετε;». Ο Άγιος Κάνδιδος απάντησε: «Όπως με τη θέλησή μας πετάξαμε τις στρατιωτικές μας ζώνες, έτσι με προθυμία περιφρονούμε και το θάνατο για την αγάπη του Χριστού».
Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να δέσουν τους Αγίους από το λαιμό με σχοινιά και να τους οδηγήσουν στη λίμνη. Λίγο έξω από τη Σεβάστεια υπήρχε πράγματι μια λίμνη μεγάλη και βαθιά, η οποία από το δριμύ ψύχος των ημερών εκείνων είχε παγώσει, η δε ημέρα την οποία διάλεξε ο ηγεμόνας για να ρίξει τους Αγίους στη λίμνη, ήταν ασυνήθιστα ψυχρή, διότι φυσούσε βόρειος άνεμος, ο οποίος έσπρωχνε κάθε τι το έμψυχο στο θάνατο. Τα νερά της λίμνης είχαν χάσει την απαλή τους φύση και είχαν γίνει σκληρά σαν την πέτρα. Αυτός ο απαραμύθητος τρόπος είχε επιλεγεί ως τόπος του μαρτυρίου των Αγίων Τεσσαράκοντα. Όμως αυτή την παγωμένη και ανθρωποκτόνο λίμνη οι Άγιοί μας επρόκειτο να τη ζεστάνουν με τη φωτιά της αγάπης τους προς το Θεό και με την αγία υπομονή κα καρτερία τους.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα άκουσαν με μεγάλη χαρά το πρόσταγμα του ηγεμόνα και αγωνίζονταν ο ένας να βγάλει τα ρούχα του πιο γρήγορα από τον άλλο. Και συνέβαινε τότε αυτό που συμβαίνει συνήθως σε περίοδο λεηλασίας και λαφυραγωγίας, κατά την οποία οι στρατιώτες αγωνίζονταν ποιος να αρπάξει περισσότερα από τον άλλο. Έτσι και οι Άγιοί μας συναγωνίζονταν σε ενθουσιασμό ο ένας με τον άλλο, ποιος να βρεθεί πρώτος γυμνός μέσα στην παγωμένη λίμνη.
Το βασανιστήριο που διάλεξε ο αιμοβόρος Αγρικόλας για να τιμωρήσει τους Αγίους και να τους θανατώσει ήταν ομολογουμένως διαβολική επινόηση και πολύ σπάνια το συναντάμε στους βίους άλλων Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας, ίσως μάλιστα το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα να είναι και η μοναδική περίπτωση. Θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για το μαρτύριο αυτό, αν δίναμε μια περιγραφή των συμπτωμάτων που εμφανίζονται στο σώμα κατά την διάρκεια της εκθέσεώς του στο ψύχος. Το σώμα λοιπόν που θα εκτεθεί στο ψύχος, στην αρχή, όσο το αίμα πήζει, γίνεται ολόκληρο μαυροκίτρινο και χάνει την φυσική του ωραιότητα, έπειτα αρχίζει να χοροπηδά και να ανατινάσσεται προς τα επάνω, ενώ τα δόντια κτυπούν, οι ίνες συσπώνται και όλο το σώμα χωρίς να θέλει συσπάται. Κάποιος τσουχτερός πόνος, πόνος ανείπωτος που φθάνει ως το μεδούλι των κοκάλων, κάνει δυσκολοβάσταχτο το αίσθημα σ΄ αυτούς που παγώνουν. Έπειτα το σώμα αρχίζει να ακρωτηριάζεται, ενώ τα άκρα καίγονται, σαν από φωτιά και αρχίζουν να σαπίζουν και να διαλύονται. Διότι με το να απομακρύνεται η θερμότητα από τα άκρα του σώματος και να φεύγει συγχρόνως στο βάθος, αφήνει νεκρά μεν τα μέρη από όπου απομακρύνθηκε, παραδίνει δε σε δυνατούς πόνους αυτά προς τα οποία υποχωρεί. Το αίμα τέλος συσσωρεύεται στην καρδιά και αυτή σφίγγεται από το συσσωρευμένο αίμα και δέχεται αφόρητους πόνους. Με το πάγωμα δε ο θάνατος πλησιάζει ώρα με την ώρα.
Ποια άλλη σωματική τιμωρία μπορεί να συγκριθεί με αυτήν που περιγράψαμε; Ποιος άλλος θάνατος θα μπορούσε να είναι τόσο πικρός; Και μόνο η εικόνα του σώματος που μαραίνεται και αφανίζεται, ενώ ακόμη είναι ζωντανό, θα μπορούσε να μας κάνει να αναλυφθούμε σε δάκρυα. Ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να φανταστεί θάνατο τόσο αργό και τόσο επώδυνο; Ποια καρδιά ανθρώπινη μπορεί να βαστάξει τόση απανθρωπιά;
Κι όμως οι Άγιοί μας μολονότι επρόκειτο να υποστούν τέτοια φρικιαστική τιμωρία, βιάζονταν να φθάσουν στη λίμνη και παρακινούσαν ο ένας τον άλλο με τα εξής λόγια:
«Να μη βγάλουμε μόνο τα ρούχα μας, αλλά να ξεχάσουμε και τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Επειδή εξαιτίας του όφεως φορέσαμε τους δερμάτινους χιτώνες, ας γυμνωθούμε τώρα για χάρη του παραδείσου, τον οποίο χάσαμε. Τι θα ανταποδώσουμε στον Κύριο για όλα εκείνα τα οποία προσέφερε σε μας;
»Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γυμνώθηκε πάνω στο Σταυρό για μας. Τι το αξιοθαύμαστο, αν γυμνωθούμε κι εμείς για Εκείνον; Στρατιώτες ήταν εκείνοι οι οποίοι Τον γύμνωσαν, αφήνοντας έτσι σε όλες τις επερχόμενες γενεές κατηγορία εναντίον της τάξεως των στρατιωτών. Ας γυμνωθούμε λοιπόν τώρα εμείς για να την εξαλείψουμε.
»Εκείνοι γύμνωσαν το Χριστό και μοιράστηκαν τα ρούχα Του. Ας γυμνωθούμε τώρα εμείς για να δώσουμε με τη θέλησή μας στους άλλους στρατιώτες τα δικά μας ρούχα. Δριμύς και τσουχτερός είναι ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο Παράδεισος· θλιβερή η παγωνιά, αλλά η απόλαυση του Παραδείσου γλυκύτατη· ας υπομείνουμε λίγο και η αγκαλιά του Αβραάμ θα μας ζεστάνει.
»Με τον κόπο μιας νύκτας θα εξαγοράσουμε αιώνια χαρά. Ας καούν τα πόδια μας από την παγωνιά, για να χορεύουν αιώνια στον Παράδεισο· ας διαλυθούν τα χέρια μας για να μπορούμε να τα υψώνουμε με παρρησία προς το Θεό. Πόσοι στρατιώτες δεν έπεσαν στον πόλεμο για την αγάπη φθαρτού βασιλέως; Πόσοι άνθρωποι για κάποιο παράπτωμα δεν υπέμειναν παρά τη θέλησή τους την καταδίκη του θανάτου; Εμείς με τη θέλησή μας να μην περιφρονήσουμε το θάνατο; Μη δειλιάσουμε λοιπόν, ω συστρατιώτες· να μην ακούσουμε το διάβολο, σώμα είναι ας μην το λυπηθούμε, αφού οπωσδήποτε θα πεθάνουμε κάποτε. Ας πεθάνουμε λοιπόν τώρα θεληματικώς, για να ζήσουμε αιώνια. Ας γίνουμε θυσία στο Θεό, θυσιάζοντας τα μέλη μας για την αγάπη του Χριστού». Με τέτοια απόφαση λοιπόν μπήκαν οι Άγιοι στην λίμνη.
Σε μικρή απόσταση από τους Αγίους και πίσω από τα βράχια που υψώνονταν στις όχθες της λίμνης είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού που είχε έλθει για να παρακολουθήσει από κοντά αυτό το ασυνήθιστο θέαμα. Είχαν όλοι την περιέργεια να δουν αν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα θα αντέξουν μέχρις τέλους ή θα δειλιάσουν; Ωστόσο ανάμεσα στο πλήθος υπήρχαν και πολλοί χριστιανοί, οι οποίοι προσεύχονταν με θέρμη να υπομείνουν οι Άγιοι Τεσσαράκοντα τη δοκιμασία για να κερδίσουν το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου. Με μεγάλη αγωνία όμως αντίκριζαν αυτή την ώρα το λουτρό που βρισκόταν απέναντι από τη λίμνη. Ο πονηρότατος Αγρικόλας είχε προστάξει να το ανάψουν για να το βλέπουν οι Άγιοι, ελπίζοντας ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο λόγω του ανυπόφορου ψύχους θα εγκατέλειπαν τη λίμνη και θα πήγαιναν στο λουτρό για να ζεσταθούν. Έτσι οπωσδήποτε θα έδειχναν ότι δείλιασαν. Όσο κράταγε λοιπόν η ημέρα οι Άγιοι δεν αισθανόταν το ψύχος διότι θερμαίνονταν από τη φλόγα της πίστεως. Αυτή τη φορά αποτελούσαν ένα καινούριο σώμα Επιλέκτων στρατιωτών το οποίο ανήκε στον Ουράνιο Βασιλέα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που τη συνοχή του και την ενότητά του δεν μπορούσε τίποτε να τη διασπάσει. Έδιναν φοβερή μάχη μαζί με τον αόρατο εχθρό τους, το διάβολο, και ως τώρα τον είχαν καταισχύνει.


Η απώλεια του λιποτάκτη

Οι ώρες κύλησαν ωστόσο η μια μετά την άλλη, η νύχτα προχώρησε. Τότε, περίπου στις τρεις με τέσσερις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όταν η παγωνιά της νύχτας είχε αυξηθεί πολύ, οι Άγιοι άρχισαν να νοιώθουν φοβερούς πόνους πάνω στο σώμα τους. Διότι τα μέλη τους άρχισαν να νεκρώνονται, το αίμα τους πάγωσε και η οδύνη που ένοιωθαν στην καρδιά τους ήταν ανυπόφορη. Οι μεν τριάντα εννέα λοιπόν υπέμεναν με γενναιότητα, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο με νουθεσίες και συμβουλές. Ένας, όμως, μην μπορώντας να αντέξει άλλο το κρύο, βγήκε από την λίμνη και άρχισε να κατευθύνεται προς το λουτρό. Όταν όμως πλησίασε αρκετά στη φωτιά του λουτρού, διαλύθηκε σαν το κερί. Η ρομφαία της λύπης ξέσχισε τις ψυχές των Αγίων Μαρτύρων. Η οδύνη τους για τον αδελφό τους που λιποτάχτησε ήταν απερίγραπτη. Βαθιά η θλίψη τους για τον ακρωτηριασμό του ιερού αριθμού τους, διότι ενώ πριν ήταν σαράντα, τώρα στερήθηκαν τον ένα. Με δάκρυα στα μάτια και δυνατές φωνές άρχισαν να παρακαλούν το Θεό:
- «Μη εν ποταμοίς ωργίσθης, Κύριε, ή εν ποταμοίς ο θυμός σου; ή εν θαλάσση το όρμημά σου;» (Αββακ. γ΄ Cool. Διότι αυτός που μας αποχωρίστηκε, διασκορπίστηκαν τα μέλη του και χύθηκαν σαν το νερό. Εμάς, όμως, ενίσχυσέ μας, για να μη δειλιάσουμε μήτε να σε αρνηθούμε, Θεέ και Κύριε του ελέους, τον οποίον υμνούν όλες οι άβυσσοι των υδάτων, η φωτιά, το χαλάζι, το χιόνι, ο κρύσταλλος, οι άνεμοι.
»Συ που καταπράυνες την τρικυμισμένη θάλασσα, τότε που είχες έλθει στον κόσμο για να σώσεις το ανθρώπινο γένος.
Συ που με το βλέμμα Σου ξηραίνεις τις πηγές των υδάτων. Συ που με την απειλή Σου σαλεύεις τη γη, εισάκουσε τη δέησή μας και ελάφρυνε το βάρος και την πικρότητα του παγωμένου αέρα, και ας γνωρίσουν όλοι ότι σε καλέσαμε και μας άκουσες, σε Σένα ελπίσαμε και σωθήκαμε».


Το Θαύμα

Δεν πρόλαβαν τότε οι Άγιοι να τελειώσουν τη δέησή τους και ο Θεός την άκουσε και το δριμύ και ανυπόφορο εκείνο ψύχος το μετέβαλε σε θερμότητα. Αμέσως τότε ο πάγος άρχισε να λειώνει και να σπάζει σε μεγάλα κομμάτια, το νερό ζεστάθηκε κι ένα φως ουράνιο, εξαίσιο και εκτυφλωτικό άστραψε ολόγυρα. Εκείνη τη στιγμή οι άλλοι στρατιώτες, οι οποίοι φύλαγαν τους Αγίους, τυλίχτηκαν στους μανδύες τους και συνέχισαν να κοιμούνται βαθιά. Μόνον ο δεσμοφύλακας Αγλάιος βλέποντας την τόση υπομονή των Αγίων, στεκόταν άυπνος και άκουγε την προσευχή τους.
«Τι να σημαίνουν άραγε όλ΄ αυτά;» σκεφτόταν μέσα του ο ειδωλολάτρης δεσμοφύλακας. «Ποια δύναμη τους κρατάει να κάθονται τόσες ώρες μέσα σ΄ αυτή την παγωνιά και να μην τη λογαριάζουν καθόλου;
Μου φαίνεται πως άδικα τόσην ώρα προσπαθώ να βρω μιαν εξήγηση. Μάλιστα όσο φέρνω στο νου μου κι αυτό που συνέβη πριν από λίγο, ανατριχιάζω και στα ερωτηματικά μου καινούργια ερωτηματικά προστίθενται. Γιατί, μα την αλήθεια, εκείνος που βγήκε από την λίμνη δεν πρόλαβε να ακουμπήσει τα σκαλοπάτια του λουτρού και αμέσως διαλύθηκε! Λες και κάποιος τον τιμώρησε που άφησε τη λίμνη και τους συντρόφους του! Αλλά και την προσευχή των υπολοίπων όσο σκέφτομαι αυτή την ώρα, απορώ και εξίσταμαι. Τι λόγια περίεργα και πρωτάκουστα περιέχει! Σε ποιο Θεό να προσεύχονται άραγε με τόσο πάθος και τόση πίστη;» Αυτά σκεφτόταν ο Αγλάιος και ήταν γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό. Εκείνη την ώρα φύσηξε ένας τσουχτερός αέρας και ο δεσμοφύλακας διέκοψε τις βαθειές αυτές σκέψεις του. Τότε ακριβώς μπόρεσε και είδε! «Τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε και σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι λίγο νωρίς ακόμα για να ξημερώσει; Τι είναι αυτό το φως πάνω στη λίμνη;» Και λέγοντας αυτά έτρεξε να δει από πού ερχόταν αυτό το υπέρλαμπρο εκείνο φως, το οποίο είχε λάμψει πάνω στη λίμνη και είχε διαλύσει τον πάγο.
Είδε τότε να κατεβαίνουν από τον ουρανό σαράντα στεφάνια. Τα τριάντα εννέα χαμήλωσαν και κάθισαν πάνω στα κεφάλια των Αγίων, το ένα όμως έμεινε μετέωρο στον αέρα γιατί δεν είχε τόπο να σταθεί. Ο Αγλάιος έμεινε καρφωμένος στην θέση του και παρακολουθούσε με θαυμασμό το θείο όραμα. Μετά από αρκετή ώρα αφού πια η ψυχή του είχε χορτάσει από αυτήν την εξαίσια επουράνια οπτασία, εννόησε τη σημασία του οράματος και κατάλαβε ότι το στεφάνι εκείνο ήταν του λιποτάκτη, ο οποίος, επειδή έφυγε από τη λίμνη, έχασε και το στεφάνι του Μαρτυρίου.
Αμέσως λοιπόν έτρεξε με ορμή και ξύπνησε τους συντρόφους του, πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη ομολογώντας με παρρησία: «Χριστιανός είμαι κι εγώ» και μια δυνατή φωνή έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ που φανερώνεις τη δόξα σου στους αξίους δούλους Σου, Συ που έδειξες και σε μένα τον ανάξιο δούλο Σου τα θαυμάσιά Σου, δέξαι με κι εμένα και συναρίθμησέ με στο χορό των Αγίων Σου»
Μόλις το είδαν αυτό οι Άγιοι, άρχισαν να ευχαριστούν μεγαλοφώνως το Θεό λέγοντας:
«Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημώς; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια» (Ψαλμ. οστ΄, 14-15), διότι τους εχθρούς μας τους έκανες βοηθούς μας και το τάγμα μας, το οποίο ακρωτηριάστηκε από το συστρατιώτη μας, το αναπλήρωσες με το δεσμοφύλακα, κι έτσι ντρόπιασες, το σατανά, ενώ εμάς μας γέμισες χαρά!
Ο Αγρικόλας στη λίμνη

Όταν ξημέρωσε ο Αγρικόλας μπήκε στην άμαξα με τα γρηγορότερα άλογα και ξεκίνησε για τη λίμνη. Ο αμαξάς χτυπούσε το καμουτσίκι με δύναμη. Ο ηγεμόνας ήθελε να φτάσει στη λίμνη μια ώρα γρηγορότερα. Στο δρόμο σκεφτόταν με αγωνία: «Δεν μπορεί, θα δείλιασαν, θα εγκατέλειψαν τη λίμνη! Αποκλείεται να είναι ακόμα στη λίμνη! Οφείλω να συγχαρώ τον εαυτό μου για τη μεγάλη παγίδα που τους έστησα ανάβοντας το λουτρό που βρίσκεται απέναντι από τη λίμνη. Μόνο μια ιδιοφυΐα σαν κι εμένα θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο! Όχι, όχι, δεν μπορεί, μπροστά στο θάνατο θα δείλιασαν. Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι τελικά υπάκουσαν στη διαταγή μου» έλεγε και ξανάλεγε χωρίς οι σκέψεις του να έχουν ένα ειρμό. Κρύος ιδρώτας τον έλουζε, ενώ μάταια προσπαθούσε να χαμογελάσει. Νικημένος και ταπεινωμένος από τους Αγίους Τεσσαράκοντα, φαινόταν σα χαμένος, σαν να ζούσε στο δικό του κόσμο. Ολοένα ερχόταν στο μυαλό του η σκέψη ότι εφ΄ όσον βρέθηκαν κάποιο άνθρωποι, όπως οι Τεσσαράκοντα, οι οποίοι αμφισβήτησαν ανοιχτά την εξουσία του, θα ήταν πια εύκολο και στους υπολοίπους να κάνουν το ίδιο, αν ήθελαν. Η καχυποψία του αυτή και ο βαρειά πληγωμένος εγωϊσμός του, του είχαν δημιουργήσει ένα διαταραγμένο εσωτερικό κόσμο. Ξαφνικά η άμαξα σταμάτησε. Ο Αγρικόλας κατέβηκε και άρχισε να κατευθύνεται προς τη λίμνη με βήμα γοργό. Με προσοχή άρχισε να παρατηρεί έναν έναν τους Αγίους μας. Ώσπου ξαφνικά άφησε μια δυνατή κραυγή: «Ο Αγλάιος, ναι, αυτός είναι ο Αγλάιος!». Με έκπληξη και ανησυχία ρώτησε τους άλλους στρατιώτες πώς συνέβη ο έμπιστος δεσμοφύλακάς του να βρεθεί ανάμεσα στους Μάρτυρες. Εκείνοι τότε έντρομοι του απάντησαν:
«Εμείς νικημένοι από τον ύπνο κοιμόμασταν οπότε κατά τα βαθιά χαράματα ήλθε ξαφνικά και μας ξύπνησε. Είδαμε τότε ένα λαμπρό φως πάνω στη λίμνη, εκτυφλωτικό και ασυνήθιστο. Αμέσως εκείνος πέταξε τα ρούχα του και πήδησε στη λίμνη φωνάζοντας δυνατά: «Χριστιανός είμαι κι εγώ».Άλλο τίποτε δεν γνωρίζουμε».
Μόλις τ΄ άκουσε αυτά ο ηγεμόνας ντράπηκε και ταράχτηκε, ενώ η σύγχυσή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Πως ήταν δυνατόν ένας από τους πιο πιστούς στρατιώτες του να λιποτακτήση και να πάει με το μέρος του Χριστού; Έξαλλος και πολύ οργισμένος διέταξε να σύρουν τους Μάρτυρες έξω από τη λίμνη και να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να συντρίψουν τα μέλη τους. Αμέσως οι στρατιώτες έθεσαν σε εφαρμογή το πρόσταγμα και άρχισαν να βγάζουν από τη λίμνη τα σώματα των Αγίων.

Το μαρτύριο της Μάνας

Εκείνη την ώρα μια γυναίκα μαυροφορεμένη πλησίασε την λίμνη. Ήταν Χριστιανή και όλο το βράδυ είχε παρακολουθήσει πίσω από τους βράχους με αγωνία και θερμή προσευχή το μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα και του μονάκριβου παιδιού της που ήταν ένας από τους Αγίους. Ο Άγιος Μελίτων. Δε δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Πήρε στην αγκαλιά της το παιδί της και άρχισε να το γλυκοφιλάει. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μητέρα η μαυροφόρα εκείνη. Πράγματι η μητρική της καρδιά δε σπάραζε για τον επερχόμενο θάνατο του μονάκριβου γιου της διότι πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ όλοι οι υπόλοιποι Άγιοι Μάρτυρες είχαν ήδη πεθάνει, ο Άγιος Μελίτων ζούσε ακόμη! Κάτι άλλο την είχε βυθίσει σε μαύρες σκέψεις. Φοβόταν πολύ και ανησυχούσε υπερβολικά μήπως το παιδί της που δεν είχε προλάβει να πεθάνει, δειλιάσει από την τιμωρία και αρνηθεί το Χριστό. Γι΄ αυτό πνίγοντας το μητρικό της φίλτρο την ώρα εκείνη και υπομένοντας το δικό της προσωπικό μαρτύριο, μιας μάνας χήρας που καλείται να θυσιάσει το μονάκριβο και πολυαγαπημένο παιδί της για την αγάπη του Χριστού, όπως άλλοτε ο Αβραάμ τον Ισαάκ, προσπαθούσε με δάκρυα στα μάτια να ενθαρρύνει το παιδί της λέγοντάς του με πόνο:
«Παιδί μου γλυκύτατο, παιδί του Ουράνιου Πατέρα και Θεού, παιδί μου που αξίζεις περισσότερο από τη μητέρα σου εξαιτίας του μαρτυρίου που υφίστασαι για την αγάπη του Χριστού, υπόμεινε λίγο, για να στεφανωθείς· μη φοβηθείς τα βασανιστήρια· να, ο Χριστός στέκεται αοράτως, για να παραλάβει την αγία ψυχή σου. Μια ώρα θα διαρκέσει ο πόνος και ύστερα πηγαίνεις στην Βασιλεία του Χριστού. Μια στιγμή είναι το κακό και θα σε δεχθεί η αιώνια ανάπαυση, η άρρητη ευφροσύνη, η ανείπωτη απόλαυση, η χαρά των Δικαίων. Εκεί να πας, παιδί μου αγαπημένο, να συμβασιλεύσεις με το Χριστό και να πρεσβεύεις προς αυτόν για την αμαρτωλή σου μητέρα».
Αυτά έλεγε η θεοσεβής μητέρα, ενώ την ίδια στιγμή οι στρατιώτες είχαν ανασύρει όλους τους Αγίους από τη λίμνη και είχαν αρχίσει να συντρίβουν τα μέλη τους, καθώς τους είχε διατάξει ο ηγεμόνας.
Ο ένας μετά τον άλλο, όλοι οι Άγιοι μας άρχισαν να περνούν και από αυτή τη φρικτή μεταθανάτια τιμωρία. Όταν όμως ήρθε και η σειρά του γιου της χήρας, του Αγίου Μελίτωνος, οι στρατιώτες είδαν ότι είχε λιποθυμήσει από το κρύο, τον λυπήθηκαν και τον άφησαν, σύμφωνα με την επιθυμία του ηγεμόνα, χωρίς να συντρίψουν τα μέλη του. Δείχνοντας μάλιστα άκαιρη φιλανθρωπία, ο ηγεμόνας διέταξε να τον επιστρέψουν στην μητέρα του, μήπως και ζήσει, ενώ τους υπόλοιπους τριάντα εννέα διέταξε να τους βάλουν σε άμαξες, να τους πάνε στο ποτάμι κι εκεί να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά, να ρίξουν μέσα τα τίμια λείψανα των Αγίων και να τα κάψουν. Έπειτα ό,τι απομείνει από τα οστά τους να το ρίξουν στο ποτάμι. Ο θηριώδης Αγρικόλας φοβόταν τους Αγίους περισσότερο τώρα που ήταν νεκροί και άψυχοι παρά πριν που ήταν ζωντανοί, ήλπιζε δε ότι μετατρέποντάς τους σε στάχτη θα μπορούσε να απαλλαγεί οριστικά από τις φοβερές τύψεις που έλεγχαν τη συνείδησή του.
Οι στρατιώτες, πειθήνια όργανα του Αγρικόλα, συνέχισαν έντρομοι και γεμάτοι από φρίκη και αποτροπιασμό το έργο τους. Οι άμαξες γέμισαν από τα συντριμμένα και διαλυμένα σώματα των Αγίων και άρχισαν να κατευθύνονται προς το ποτάμι, όπου οι στρατιώτες σε λίγο θα άναβαν μια μεγάλη φωτιά για να τα κάψουν.
Τότε συνέβη κάτι το εξαιρετικά ασυνήθιστο και αξιοθαύμαστο. Η ευλογημένη μητέρα του Μάρτυρος, αφού πια τον είχε νουθετήσει όσο μπορούσε και καθώς έβλεπε τα λεπτά να κυλάνε χωρίς επιστροφή, πήρε τη γενναία απόφαση, σήκωσε αμέσως το γιο της στον ώμο της και άρχισε να τρέχει αγκομαχώντας πίσω από τις άμαξες για να προλάβει τους στρατιώτες, λέγοντας με φωνή πνιγμένη μέσα στους λυγμούς της: «Πήγαινε κι εσύ, παιδί μου αγαπημένο, μαζί με του συστρατιώτες σου, για να μη μείνεις στην ασέβεια, μη γένοιτο! ούτε να απομείνεις αστεφάνωτος. Μέχρι εδώ ήταν ο πειρασμός· υπόμεινε τη φωτιά, όπως υπέμεινες το κρύο, για να επιτύχεις την αιώνια χαρά». Ω, ηρωϊσμός και αυτοθυσία μάνας, που πάνω από το ισχυρότατο μητρικό της φίλτρο βάζει το πνευματικό συμφέρον του παιδιού της! Ω μαρτύριο αυτής της μάνας πιο φοβερό και πιο ανελέητο απ΄ όλα τα μαρτύρια! Ποιά άλλη μητέρα πράγματι θα τολμούσε να πράξει αυτό που εκείνη η μακαρία και από το Θεό ευλογημένη μάνα έπραξε; Αλλά και ποια άλλη θα μπορούσε να έχει τόσο μεγάλη πνευματική σύνεση και σοφία, ώστε σε μια τόσο κρίσιμη κατάσταση να μην παρασυρθεί από ανθρώπινες αδυναμίες και συναισθήματα, αλλά να δει καθαρά με πνευματικά μάτια, ποιο ήταν το αληθινό συμφέρον για το παιδί της, η ζωή ή ο θάνατος, ποια άλλη θα μπορούσε όντως να το πράξει, αν όχι εκείνη, η ευσεβής και φιλόθεος, η οποία όφειλε τη σύνεση και τη διάκρισή της, στην ευσεβή και ενάρετη ζωή της;
Διότι πράγματι βλέποντας τον κίνδυνο που απειλούσε το γιο της να χάσει τους κόπους του και να στερηθεί τη Βασιλεία των Ουρανών, η χριστιανική της συνείδηση σήμανε συναγερμό: η σωτηρία της ψυχής του βρισκόταν στα χέρια της. Αν δίσταζε ή καθυστερούσε λίγο, θα γινόταν η αιτία να στερηθεί το παιδί της τη χαρά των Δικαίων και τη δόξα των Μαρτύρων που του επεφύλασσε ο Χριστός στον Ουρανό. Αν ο γιος της έχανε εκείνη την ώρα την Βασιλεία των Ουρανών, θα την έχανε για πάντα. Από υπερβολική αγάπη, λοιπόν προς το παιδί της, έχοντας βαθιά συναίσθηση του καθήκοντος της απέναντί του και γνωρίζοντας πολύ καλά το αληθινό του συμφέρον, θυσίασε το σπλάγχνο της, εξασφαλίζοντάς του τον Παράδεισο.
Ωστόσο δεν πρόκειται για μια θυσία ακούσια, εφ΄ όσον η επιθυμία του Αγίου Μελίτωνος ήταν να ολοκληρώσει, το μαρτύριό του, μολονότι δεν είχε τη σωματική δύναμη που χρειαζόταν για να το κάνει.
Έτσι, σε τελική ανάλυση, η μητέρα του υπήρξε απλώς ένας βοηθός και συνεργός στην ολοκλήρωση της εκούσια μαρτυρικής θυσίας του Αγίου Μελίτωνος.
Ενώ λοιπόν η μάνα έτρεχε με κόπο για να προφθάσει τις άμαξες, ο γιος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Έτσι, δε χρειάστηκε να περάσει τη δοκιμασία της φωτιάς και η αγωνία της μητέρας έλαβε τέλος. Εκείνη, μόλις είδε ότι πέθανε, ευχαρίστησε το Θεό, προχώρησε βαστάζοντας το ιερό του λείψανο και προλαβαίνοντας τις άμαξες, το τοποθέτησε περήφανη πάνω στα άλλα λείψανα, για να μην χωρισθεί ο αγωνιστής από τους συναγωνιστές του, μαζί με τους οποίους μαρτύρησε και στεφανώθηκε από το Χριστό.
Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε στους υπηρέτες του ηγεμόνα η πράξη της μαυροφορεμένης χήρας, η οποία ενώ μπορούσε να σώσει το παιδί της δεν το έπραξε Δεν είχαν όμως καιρό για χάσιμο. Η διαταγή του Αγρικόλα έπρεπε να εφαρμοστεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας! Άναψαν λοιπόν μια μεγάλη φωτιά και εκεί μέσα κατέκαυσαν τα σώματα των Αγίων. Έπειτα ότι η φωτιά δεν μπόρεσε να εξολοθρεύσει, το πέταξαν στο ποτάμι για να το παρασύρει το ρεύμα του ποταμού και να το εξαφανίσει. Το θεομίσητο έργο τους είχε λάβει τέλος. Τώρα μπορούσαν να είναι ήσυχοι. Ο Αγρικόλας θα είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος μαζί τους. Παίρνοντα, ωστόσο, το δρόμο του γυρισμού, έλεγαν μεταξύ τους με χαμηλή φωνή: «Σε όποιο Θεό και αν πίστευαν, δεν μπορεί κανείς να μην πει ότι ήταν γενναίοι και παλληκάρια. Μα την αλήθεια, το έλεγε η ψυχή τους! Σε όλη μου τη ζωή θα τους θυμάμαι!»
«Ναι, συμφωνώ! Το πρόσταγμα του Αγρικόλα το περιφρόνησαν, χωρίς να λογαριάσουν τις συνέπειες. Ήταν παλληκάρια! Ενώ εμείς είμαστε άνανδροι και τιποτένιοι!».

Οι Χριστιανοί της Σεβάστειας περισυλλέγουν τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα

Την ίδια γνώμη για τους Αγίους είχαν όλοι στην Σεβάστεια. Εξακολουθούσαν να μιλάνε γι΄ αυτούς με θαυμασμό και εκτίμηση και τα έβαζαν με τον ασύνετο Αγρικόλα που είχε στερήσει την επαρχία τους από τέτοιους άξιους και γενναίους στρατιώτες. Εκείνοι όμως που είχαν κάθε λόγο να είναι υπερήφανοι για τους Αγίους Τεσσαράκοντα ήταν οι χριστιανοί της Σεβάστειας. Δοξολογούσαν και ευχαριστούσαν το Θεό που εκείνους μεν τους βοήθησε να υπομείνουν μέχρι τέλους το μαρτύριο, ενώ σ΄ αυτούς τους ίδιους χάρισε τέτοιους προστάτες. Λυπόντουσαν όμως διότι δεν είχαν στα χέρια τους τα άγια λείψανα τους, και η λύπη τους αυτή επεσκίαζε κάπως τη χαρά τους.
Δε χρειάστηκε, ωστόσο να περάσει πολύς καιρός για να μετατραπεί η λύπη τους και πάλι σε χαρά. Διότι τρεις μέρες μετά το μαρτύριό τους, οι Άγιοι εμφανίστηκαν στον επίσκοπο της Σεβάστειας, Πέτρο, ο οποίος έμενε σε κρυφό τόπο, διότι ο Αγρικόλας τον κυνηγούσε για να τον θανατώσει. Ο πονηρότατος ηγεμόνας ήθελε μ΄ αυτό τον τρόπο να πλήξει καίρια την τοπική Εκκλησία στερώντας της τον ποιημένα και αρχηγό της. Στον Επίσκοπο λοιπόν της Σεβάστειας, Πέτρο, εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Έλα στο ποτάμι της πόλης και θα βρεις τα Λείψανά μας. Μάζεψέ τα κατά την επιθυμία σου».
Ο Επίσκοπος χάρηκε πολύ και δόξασε το Θεό και τους Αγίους Του, που αξιώθηκαν να έχουν τόση χάρη όση και οι υπόλοιποι μεγάλοι Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του μερικούς χριστιανούς και κατέβηκε νύκτα στο ποτάμι, όπου βρήκε συγκεντρωμένα δίπλα στην όχθη του ποταμού, τα άγια Λείψανα, όσα είχαν διασωθεί από τις φλόγες. Παρατήρησε ότι από πάνω τους έλαμπε ένα δυνατό φως και το κάθε άγιο λείψανο χωριστά, στο σημείο που βρισκόταν, ακτινοβολούσε σαν ένα μικρό άστρο. Γεμάτος χαρά και ιερή συγκίνηση τα περισυνέλεξε και τα τοποθέτησε με τάξη μέσα σε καθαρές όμορφες θήκες, που είχαν φέρει μαζί τους οι συνοδοί του.
Χαρά και καύχηση των Χριστιανών για τους Αγίους Τεσσαράκοντα

Όταν ολοκλήρωσαν το μάζεμα των Αγίων Λειψάνων, έφυγαν από το ποτάμι και με πολλές προφυλάξεις επέστρεψαν στο κρησφύγετό τους. Εκεί, ο Επίσκοπος τοποθέτησε τα άγια Λείψανα σε επίσημο και περίοπτο μέρος και με δάκρυα χαράς στα μάτια ανέπεμψαν δοξολογία στο Θεό όλοι μαζί, λαός και κλήρος. Ήταν όλοι χαρούμενοι και υπερήφανοι, διότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μεγαλομάρτυρες ήταν πνευματικός καρπός της τοπικής Εκκλησίας. Δεν υπήρχε κανείς χριστιανός που να μην είχε συναναστραφεί μαζί τους και τώρα δικαιολογημένα όλοι έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους ότι οι Άγιοι ήταν αδελφοί τους, είχαν κοινωνήσει πολλές φορές από το ίδιο Άγιο Ποτήριο, είχαν παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία μαζί στον ίδιο Ναό, και όλα αυτά τώρα δυσκολεύονταν να τα πιστέψουν. Διότι εκείνοι ήταν πια Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας, ενώ αυτοί παρέμεναν ακόμη απλοί άνθρωποι.
Μέσα στην χαρούμενη αυτή οχλαγωγία λοιπόν, ο Επίσκοπος έκανε σ΄ όλους νόημα να ησυχάσουν. Φαινόταν σαν κάτι να ήθελε να τους πει. Σηκώθηκε αμέσως ο σεβάσμιος Ιεράρχης, προχώρησε με βήμα αργό και στάθηκε στο κέντρο της ομογύρεως. Ήταν βαθιά συγκινημένος, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του, ενώ μια χαρά, κάπως συγκρατημένη θα έλεγε κανείς, τον διακατείχε. Όλοι κατάλαβαν ότι ήθελε να τους πει κάτι σοβαρό, όχι όμως και ανησυχητικό. Γι΄ αυτό ησύχασαν, συγκράτησαν το μεγάλο τους ενθουσιασμό και με ηρεμία περίμεναν να ακούσουν τον Ποιμένα τους. «Δε βρίσκουμε λόγια», άρχισε εκείνος με τρεμάμενη φωνή, «για να ευχαριστήσουμε αυτή την ώρα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό για τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες Του, οι οποίοι υπήρξαν αδελφοί μας και μέσα σε μια νύχτα χειμωνιάτικη και παγωμένη έγιναν προστάτες και πρέσβεις μας προς τον Κύριον. Η χαρά λάμπει στα πρόσωπά μας και δεν μπορεί κανείς να μας την αφαιρέσει, διότι πηγάζει από την Ανάσταση του Κυρίου μας και την πίστη όλων μας σ΄ αυτήν. «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται», διδάσκει ο Χριστός μας. Βαθιά και ακλόνητη είναι η πίστη μας ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα είναι τώρα κοντά του, κοινωνοί της επουρανίου Βασιλείας Του και μέτοχοι της αφθάρτου Δόξης Του. Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα, όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θα λάμψουν πιο πολύ και από τον ήλιο και τα πολύαθλα και βασανισμένα σώματά τους θα ενωθούν με την αγία ψυχή τους και θα συμβασιλεύουν αιώνια μαζί με το Χριστό. Όλες αυτές οι σκέψεις είναι η αιτία της πολύ μεγάλης και ανέκφραστης χαράς μας. Ζητάω, ωστόσο, συγγνώμη από την αγάπη σας, που διέκοψα προς στιγμήν την πανήγυρή μας και την ανείπωτη χαρά μας, κρίνω όμως ότι αυτή η στιγμή είναι η πιο κατάλληλη για να σας διαβάσω μια επιστολή την οποία μου είχαν στείλει οι ένδοξοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όσο ήταν ακόμη στη ζωή. Η επιστολή αυτή περιέχει τη Διαθήκη τους, την οποία εγώ θα σας διαβάσω κι εσείς ν΄ ακούσετε με προσοχή:

Η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα

Ο Μελέτιος και ο Αέτιος και ο Ευτύχιος, οι δέσμιοι του Χριστού προς τους Αγίους Επισκόπους κάθε πόλεως και χώρας, και προς τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τους ομολογητές της πίστεως και προς όλους ανεξαιρέτως τους υπολοίπους ανθρώπους της Εκκλησίας, χαίρετε εν Χριστώ!
α) Όταν με τη χάρη του Θεού και τις κοινές προσευχές όλων φέρουμε εις πέρας τον αγώνα μας και φθάσουμε στα βραβεία της άνω κλήσεως, τότε επιθυμούμε να πραγματοποιηθεί η απόφασή μας αυτή, δηλαδή να μεταφερθούν τα λείψανά μας από χριστιανούς οι οποίοι σχετίζονται με τον πρεσβύτερο και πατέρα μας Πρόϊδο και με τους αδελφούς μας Κρισπίνο και Γόρδιο, Κύριλλο, Μάρκο και Σαπρίκιο, γιο του Αμμωνίου, με την πρόθυμη συνδρομή και βοήθεια πλήθους λαού, για να κατατεθούν τα λείψανά μας στην πόλη των Ζήλων, στο χωριό Σαρείμ. Διότι, αν και καταγόμαστε όλοι από διαφορετικές περιοχές, διαλέξαμε ωστόσο να έχουμε τον ίδιο τόπο αναπαύσεως· επειδή από κοινού, όλοι μαζί αγωνιστήκαμε για το βραβείο της Βασιλείας των Ουρανών, αποφασίσαμε να αναπαυθούμε όλοι μαζί στην προαναφερθείσα περιοχή. Αυτά λοιπόν αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα, και αυτά άρεσαν σε μας.
2. Γι΄ αυτό το λόγο λοιπόν (αποφάσισε το Άγιο Πνεύμα) εμείς μεν, οι σύντροφοι του Αέτιου και του Ευτύχιου και των υπολοίπων εν Χριστώ αδελφών, να απαλλαγούμε από κάθε λύπη και ταραχή, εσείς όμως να τιμήσετε την αρχή της φιλαδελφίας και συναινέσετε προθύμως στην επιθυμία μας, για να λάβετε από τον κοινό Πατέρα μας, το μεγάλο μισθό της υπακοής και της συμπάθειας (που θα δείξετε προς εμάς).
3. Επίσης απαιτούμε από όλους να μην κρατήσετε για τον εαυτό σας κανένα λείψανό μας από όσα μαζεύτηκαν προς ενταφιασμό μέσα από τις φλόγες της καμίνου, αλλά αφού τα συγκεντρώσετε όλα στο ίδιο σημείο, να τα επιστρέψετε σ΄ αυτούς που προαναφέραμε, για να εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη μας για τους κόπους σας και το κέρδος της συμπαθείας και ευαρέσκειας του Θεού προς εσάς, αφού βέβαια δείξετε την προθυμία σας στον να εκτελέσετε αυτά που σας λέμε. Όπως ακριβώς η Μαρία δέχτηκε πρώτη τη χάρη της χαράς και της ευλογίας, αφού περίμενε με καρτερία και υπομονή στον τάφο του Χριστού και είδε τον Κύριο πριν από όλους τους άλλους.
4. Αν όμως κάποιος εναντιωθεί στην επιθυμία μας, ας αποξενωθεί από το θείο κέρδος και τη θεία ανταμοιβή, και ας είναι ένοχος κάθε παρακοής, αφού θα μπορούσε υπακούοντας στη μικρή μας επιθυμία να εκπληρώσει τη δικαιοσύνη, ενώ τώρα προσπαθεί όσο περνάει από το χέρι του να μας χωρίσει, δηλαδή εμάς που ο Άγιος Σωτήρ ημών με την χάρη Του και την πρόνοιά Του μας συνένωσε μέσω της πίστεως.
5. Αν, σύμφωνα με το θέλημα του φιλανθρώπου Θεού, καταλήξει και ο νεαρός Ευνοϊκος στο ίδιο (με μας) τέλος του αγώνα (δηλ. στο μαρτυρικό θάνατο), διατύπωσε (ο Ευνοϊκος) την επιθυμία να συγκαταριθμιθεί μαζί με μας (δηλ. να ταφεί μαζί με μας), αν όμως με τη χάρη του Θεού διαφυλαχθεί σώος και αβλαβής και εξακολουθεί ακόμα να ανακρίνεται και να βασανίζεται στον κόσμο (δίνοντας απλώς την ομολογία της χριστιανικής πίστεώς του, αλλά χωρίς να θανατώνεται), τον συμβουλεύουμε να αφιερώσει τον ελεύθερό του χρόνο στην ενασχόληση του με το μαρτύριο μας, να το στοχάζεται και να το φιλοσοφεί και τον παρακαλούμε να φυλάει τις εντολές του Χριστού, για να επιτύχει μαζί με μας την απόλαυση των ουρανίων αγαθών κατά τη μεγάλη ημέρα της Αναστάσεως, διότι αν και ήταν στον κόσμο, υπέμεινε τις ίδιες με εμάς θλίψεις.
6. Διότι η ευγνωμοσύνη προς τον αδελφό βλέπει τη δικαιοσύνη του Θεού, ενώ πάλι η παρακοή προς αυτόν (δηλ. προς τον αδελφό) πατεί την εντολή του Θεού. Διότι είναι γραμμένο ότι αυτός που αγαπά την αδικία, μισεί την ψυχή του.
β) Γι΄ αυτό λοιπό, αδελφέ Κρισπίνε..., απαιτώ από εσάς και σας συμβουλεύω να αποξενωθείτε από κάθε κοσμική ηδυπάθεια και πλάνη· διότι είναι σφαλερή και αδύναμη η δόξα του κόσμου, η οποία ανθεί για λίγο και αμέσως μαραίνεται σα χόρτο, αφού δέχτηκε το τέλος της γρηγορότερα από ότι την αρχή της. Προστρέξατε στον φιλάνθρωπο Θεό, ο οποίος παρέχει πλούτο άφθονο σ΄ αυτούς που τον πλησιάζουν και βραβεύει με την αιώνια ζωή αυτούς που τον πιστεύουν.
2. Ο χρόνος αυτός (δηλαδή η παρούσα ζωή) είναι κατάλληλος προς σωτηρία, γι΄ αυτούς που θέλουν να σωθούν, αφού παρέχει άφθονη την προθεσμία για μετάνοια, οποιαδήποτε όμως πρόφαση για αναβολή της μετανοίας στο απώτερο μέλλον την εξαλείφει· διότι η μεταβολή της ζωής είναι απρόβλεπτη. Αν όμως γνώρισες, δες το συμφέρον και φρόντισε να δείξεις σ΄ αυτή τη ζωή το σεβασμό σου προς τις εντολές του Θεού, για να μπορέσεις να διαγράψεις το χειρόγραφο των προηγουμένων αμαρτιών σου, εφ΄ όσον βέβαια βρεθείς να τηρείς τις εντολές του Θεού. Διότι λέγει, όπου σε βρω, εκεί και θα σε κρίνω.
3. Φροντίστε λοιπόν να βρεθείτε άμεμπτοι ως προς την τήρηση των εντολών του Χριστού, για να αποφύγετε το ακοίμητο και αιώνιο πυρ· διότι «ο καιρός (της παρούσης ζωής) έχει συντομεύσει», βοά η φωνή του Θεού από παλιά.
4. Προ πάντων λοιπόν να τιμήσετε την αγάπη· διότι αυτή μόνη της τιμάει το δίκαιο της φιλαδελφείας με το να πειθαρχεί στο Θεό· αφού μέσω του αδελφού τον οποίο βλέπουμε, τιμάται ο αόρατος Θεός· και ως προς μεν τους αδελφούς που προέρχονται από την ίδια μήτρα, είναι αρκετή η ονομασία που τους αποδίδεται για να βεβαιωθεί ότι όντως είναι τέτοιοι (δηλ. αδελφοί), ως προς όλους όμως τους φίλους του Χριστού, χρειάζεται και η συγκατάθεσή τους και η προαίρεσή τους· γι΄ αυτό ο Άγιος Σωτήρ ημών και Θεός έλεγε ότι εκείνοι είναι αδελφοί μεταξύ τους, όχι όσοι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της φύσεως, αλλά όσοι μέσω των εναρέτων πράξεων συνάπτονται με την πίστη και εκπληρώνουν το θέλημα του Πατρός ημών του επουρανίου.
γ) Χαιρετίζουμε τον πρεσβύτερο Φίλιππο και τον Προκλιανό και το Διογένη μαζί με την Αγία Εκκλησία. Χαιρετίζουμε τον κύριο Προκλιανό, που είναι στο χωριό Φυδελά, μαζί με την Αγία Εκκλησία και τους συγγενείς του, τον πατέρα μας Ιη και τον Ουάλη μαζί με την Εκκλησία. Χαιρετίζω κι εγώ ο Μελέτιος τους συγγενείς μου Λουτάνιο, Κρίσπο και Γόργιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ελπίδιο μαζί με τους συγγενείς του, τον Υπερέχιο μαζί με τους συγγενείς του.
2. Χαιρετίζουμε και αυτούς που είναι στο χωριό Σαρείμ, τον πρεσβύτερο μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς του. Τους διακόνους μαζί με τους συγγενείς τους. Το Μάξιμο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Ησύχιο μαζί με τους συγγενείς του. Τον Κυριακό μαζί με τους συγγενείς του. Χαιρετίζουμε τους αδελφούς μας στο Χαδου..., όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζουμε και τους αδελφούς μας στη Χαρισφώνη, όλους με το όνομά τους. Χαιρετίζω και εγώ ο Αέτιος τους συγγενείς μου Μάρκο και Ακυλίνα, και τον πρεσβύτερο Κλαύδιο και τους αδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο και Κρίσπο και τις αδελφές μου και τη σύζυγό μου Δόμνα μαζί με το παιδί μου.
3. Χαιρετίζω κι εγώ ο Ευτύχιος τους γνωστούς μου στα Ξίμαρα, τη μητέρα μου Ιουλία και τους αδελφούς μου Κύριλλο, Ρούφο και Ρίγλο και Κυρίλλα· και τη νύμφη μου Βασιλεία και τους Διακόνους Κλαύδιο και Ρουφίνο και Πρόκλο. Χαιρετίζουμε και τους δούλους του Θεού Σαπρίκιο, το γιο του Αμμωνίου, και Γενέσιο, και την Σωσσάνα μαζί με τους Συγγενείς της.
4. Σας χαιρετίζουμε λοιπόν όλους εσάς, τους κυρίους μας, εμείς όλοι οι Τεσσαράκοντα αδελφοί και συνδέσμιοι Μελέτιος, Αέτιος, Ευτύχιος, Κυρίων, Κάνδιδος, Αγγίας, Γάϊος, Χουδίων, Ηράκλειος, Ιωάννης, Θεόφιλος, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Γοργόνιος, Κύριλλος, Σεβηριανός, Θεόδουλος, Νικόλαος, Φλάβιος, Ξανθίας, Ουαλέριος, Ησύχιος, Δομετιανός, Δόμνος, Ηλιανός Λεόντιος, ο και Θεόκτιστος, Ευνοϊκος, Ουάλης, Ακάκιος, Αλέξανδρος, Βικράτιος, ο και Βιβιανός, Πρίσκος, Σακερδών, Εκδίκιος, Αθανάσιος, Λυσίμαχος, Κλαύδιος, Ίλης και Μελίτων. Εμείς λοιπόν οι Τεσσαράκοντα δέσμιοι του Κυρίου Ιησού Χριστού, υπογράψαμε με το χέρι ενός από εμάς, του Μελετίου, και επικυρώσαμε όλα όσα έχουν γραφτεί παραπάνω, και αυτή η διαθήκη άρεσε σε όλους μας. Μέσα από την ψυχή μας και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, ευχόμαστε να επιτύχουμε όλοι τα αιώνια αγαθά του Θεού και τη Βασιλεία Του, τώρα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν».
Με συγκίνηση και αγαλλίαση άκουσαν όλοι από το στόμα του σεβαστού Ποιμένα τους τη Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Δεν τους στενοχωρούσε το γεγονός ότι τα Άγια Λείψανα τους θα πήγαιναν στο χωριό Σαρείμ για να ενταφιασθούν. Θα αποχωρίζονταν βέβαια έναν τέτοιο πνευματικό θησαυρό, ήταν όμως χαρούμενοι γιατί θα έκαναν υπακοή στη βαθιά επιθυμία των Αγίων Τεσσαράκοντα να μείνουν ενωμένοι και μετά το θάνατό τους. Πραγματικά, ήταν θέλημα Θεού αυτοί που ήταν ενωμένοι στη ζωή και αργότερα στο μαρτυρικό τους θάνατο, να παραμείνουν ενωμένοι σωματικά και μετά το θάνατό τους.
Κάπου εδώ όμως η διήγησή μας έχει φτάσει στο τέλος της. Οι Άγιοι ας πρεσβεύουν για όλους μας ώστε τουλάχιστον να μπορέσουμε να οσφρανθούμε το πνευματικό άρωμα του ενδόξου μαρτυρίου τους. Αμήν.

Απο :www.imsamou.gr

Αλφαβητικό εορτολόγιο

Α
Ααρών, Κυριακή των προπατόρων (Δεκέμβριος) *
Αβραάμ 24.03
Αγαθάγγελος 23.01
Αγάθη 05.02
Αγαθόκλεια 01.09
Αγάπη 17.09
Αγγελος 08.11
Αγλαΐα 19.12
Αγνή 21.01
Αδριανός 26.08
Αέρος 08.12
Αζάτ 17.04
Αθανάσιος 18.01
Αθηνά 01.09
Αίγλων 17.08
Αιθέριος 12.12
Αικατερίνη 25.11
Αιμιλιανός 18.07
Ακάκιος 03.01-17.04
Ακλάς 20.05
Αλέξανδρος 30.08-21.08
Αλέξιος 17.03
Αλκιβιάδης 16.08
Ανανίας 18.03
Ανάργυρος 01.07-01.11
Αναστασία 22.12
Αναστάσιος 22.01- 08.04*-17.09
Ανδρέας 30.11-15.05
Ανδρόνικος 17.05-30.07-06.09
Ανθή 15.12
Aνθιμος 03.09
Aννα 09.12
Αντιγόνη 01.09
Αντώνιος 17.01
Απόλλων 05.06
Απόστολος 30.06
Αργύριος 01.07-01.11
Αριάδνη 18.09
Αριστείδης 13.09
Αρτέμιος 20.10
Ασπασία 01.09
Αυγουστίνος 15.06
Αχιλλέας 24.04

Β
Βάϊα * 28.04
Βαλεντίνη 24.04
Βαρβάρα 04.12
Βασίλειος 01.01
Βερονίκη 12.07
Βίκτωρ 11.11

Γ
Γαβριήλ 08.11
Γαλήνη 16.04
Γεράσιμος 16.08-20.10
Γεώργιος 23.04
Γλυκερία 13.05
Γρηγόριος 25.01

Δ
Δαμιανός 01.07- 01.11
Δανιήλ 17.12
Δέσποινα 15.08
Δημήτριος 26.10
Δήμος 10.04
Διομήδης 16.08
Διονύσιος 03.10 - 17.12
Δονάτος 30.04*
Δωρόθεος 05.06

Ε
Ειρήνη 05.05
Ελένη 21.05
Ελευθέριος 15.12
Ελισάβετ 24.04
Ελπίδα 17.09
Εμμανουήλ 26.12
Επαμεινώνδας 10.04
Ερμιόνη 04.09
Ευάγγελος 25.03
Ευανθία 11.09
Ευγενία 24.12
Ευγένιος 07.03
Ευδοκία 01.03-10.09
Ευδοξία 31.01
Ευθύμιος 20.01
Ευλαμπία 10.10
Ευσέβιος 22.06
Ευστάθιος 20.09
Ευστράτιος 13.12
Ευτύχιος 06.04
Ευφημία 11.07-16.09
Ευφροσύνη 25.09

Ζ
Ζαχαρίας 08.02-05.09
Ζηνοβία 30.10
Ζήνων 27.09
Ζωή* 13.04

Η
Ηλίας
Ησαΐας

Θ
Θεανώ 01.09
Θέκλα 24.09
Θεμιστοκλής 21.12
Θεοδοσία 29.05
Θεοδόσιος 11.01
Θεοδώρα 11.02
Θεόδωρος 17.02- 24.02*
Θεοφάνης 06.01- 12.03
Θεόφιλος 08.07
Θωμάς 15.04*- 06.10

Ι
Ιάκωβος 30.04- 23.10
Ιάσων 29.04
Ιγνάτιος 20.12
Ιερεμίας 01.05
Ιερόθεος 04.10
Ιορδάνης 06.01
Ιουλία 18.05-15.07
Ισίδωρος 04.02
Ιωακείμ 09.09
Ιωάννης 07.01

Κ
Καλλιόπη 08.06
Κήρυκος 15.07
Κλειώ 01.09
Κλεοπάτρα 01.09
Κοσμάς 01.07-01.11
Κυπριανός 02.10
Κυριακή 07.07
Κυριάκος 29.09
Κωνσταντίνος 21.05

Λ
Λάζαρος * 31.03
Λάμπρος * 08.04
Λαυρέντιος 10.08
Λεωνίδας 15.04
Λίνος 05.11
Λουκάς 18.10
Λουκία 13.12
Λουκιανός 15.10
Λυδία 20.05

Μ
Μαγδαληνή 22.04*-22.07
Μάξιμος 21.01
Μαργαρίτα 01.09
Μάρθα 04.06
Μαρία 15.08-21.11
Μαρίνα 17.07
Μαρκέλλα 22.07
Μάρκος 25.04
Ματθαίος 16.11
Μελέτιος 12.02-01.09
Μερκούριος 25.11
Μηνάς 11.11
Μιλτιάδης 10.04
Μιχαήλ 08.11

Ν
Ναταλία 26.08
Νεκτάριος 09.11
Νεόφυτος 24.01-28.09
Νέστορας 27.10
Νικήτας 15.09
Νικηφόρος 02.06
Νικόδημος 14.07
Νικόλαος 06.12

Ξ
Ξένη 24.01
Ξενοφών 26.01

Ο
Όλγα 11.07
Ορέστης 10.11-09.06-20.08

Π
Παναγιώτης 15.08
Παντελεήμων 27.07
Παρασκευή 26.07
Παρθένιος 07.02
Πασχάλης 15.04
Παύλος 29.06
Πελαγία 08.10
Περικλής 10.04
Πέτρος 29.06
Πηγή* 13.04
Πλάτων 18.11
Πολύκαρπος 23.02
Πολυξένη 23.09
Πορφύριος 26.02
Πρόδρομος 07.01
Προκόπιος 08.07

Ρ
Ραφαήλ 09.04
Ρεβέκκα 17.12
Ρηγίνος 25.02-20.08-16.07

Σ
Σάββας 05.12
Σεραφείμ 08.11-04.12
Σέργιος 07.10
Σίμων 10.05
Σοφία 17.09
Σοφοκλής 10.04
Σπυρίδων 12.12
Σταμάτης 03.02 - 16.08
Σταύρος 14.09
Στέφανος 27.12
Στυλιανός 26.11
Συμεών 03.02 - 01.09
Σώζων 07.09
Σωσάνα 20.11
Σωκράτης 21.10
Σωτήριος 06.08

Τ
Τιμόθεος 22.01
Τίτος 25.08
Τριαντάφυλλος 08.08
Τρύφων 01.02

Υ
Υάκινθος 03.07

Φ
Φανούριος 27.08
Φίλιππος 14.11
Φιλοθέη 19.02
Φοίβη 03.09
Φωτεινή 26.02- 06.05*
Φώτιος 06.01- 06.02

Χ
Χαράλαμπος 10.02
Χαρίκλεια 01.09 - 10.02
Χαριτίνη 05.10
Χρήστος 25.12
Χριστίνα 24.07
Χριστόδουλος 16.03 - 21.10
Χριστόφορος 09.05
Χρύσα 25.12
Χρύσανθος 19.03
Χρυσάφιος 25.10
Χρυσόστομος 13.11


Με αστερίσκο [*] σημειώνονται οι κινητές εορτές.


Πηγή:www.apostoliki-diakonia.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...